Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Του αδελφού μου...

Είσαι άντρας. Όμως ο ίδιος πάντα μένω· τα χρόνια που περάσανε με αφήσαν παράξενο παιδάκι γερασμένο.  
Και δεν ποθώ πια τίποτε, αδελφέ μου· τα ονείρατα στα χέρια μου εσκορπίσαν και τα ’δωκα, ροδόφυλλα, του ανέμου.  
Ω, πότε θα μπορέσεις να ξεχάσεις τις έγνοιες της ζωής που σ’ εκερδίσαν νά ’ρθείς αποκεί πέρα, να περάσεις τριγύρω μου το χέρι και σκυμμένος ν’ ακούσεις όσα πάθη εγονατίσαν αυτόν που τόσο σου ’ναι αγαπημένος;
Καλέ μου, σιγανά θα σου μιλούσα, θα σου ’λεγα πως όλοι μ’ εμισήσαν, πως ρεύοντας το δρόμο μου ετραβούσα, διωγμένος κάθε μέρα απ’ τους ανθρώπους, μη ξέροντας ποιοί τόποι μ’ εκρατήσαν, μη ξέροντας σε ποιούς πηγαίνω τόπους.  
Κι ως είσαι ο λατρεμένος αδελφός μου, τα μάτια σου κοιτώντας που εδακρύσαν, θα ξεχνούσα τα βάσανα του κόσμου, και βλέποντας μακριά, κατά τη δύση, τα συννεφάκια που θαμπά εχρυσίσαν φιλώντας ιλαρά το κυπαρίσσι, για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη, για ένα μεγάλο σπίτι που εκυλήσαν τα πρώτα πρώτα χρόνια μας και οι βόλοι, για τις χαρές που ακόμα με κρατούνε ικέτη, θε να σου ’λεγα, μα εσβήσαν, για τους καιρούς που δε θα ξαναρθούνε…

Κώστας Καρυωτάκης