Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Κατάργησις.

Επειδή καιρούς το Έθνος δυστυχίας διατρέχει,
επειδή ελπίς καμία δεν υπάρχει κατ' αυτάς,
επειδή και το Ταμείον εις δαπάνας δεν αντέχει
καταργούμεν τας πρεσβείας και αυτούς τους πρεσβευτάς.
Διατάσσομεν αμέσως εις Αθήνας να' λθουν όλοι,
και αφήνομεν μονάχα τον εν Κωνσταντινοπόλει.

Επειδή ο κόσμος όλος από φόρους εφορτώθη,
επειδή δεν τους σηκώνει και η ράχη των Ελλήνων,
επειδή και ο Τρικούπης κι η πατρίς εχαντακώθη
με τους φόρους των ελαίων, των τσιγάρων και των οίνων,
κι επειδή εφυγαδεύθη εκ της τσέπης μας το χρήμα,
καταργούμεν τους εμμέσους και αμέσους παραχρήμα.

Επειδή στας θέσεις όλας απαιτούνται και προσόντα,
καταργούμεν και τας θέσεις τας μικράς και ανωτέρας,
και προστάζομεν καθέναν βουλευτήν αποτυχόντα,
να εργάζεται δι' όλης της νυκτός και της ημέρας,
δίχως καν λεπτό να παίρνει .... καταργούμε δε προσέτι
και το δίκαιον ακόμη και το .... άδικον ρουσφέτι.

Καταργούμεν Εφορίας, καταργούμεν Τελωνεία
καταργούμεν και Νομάρχας, καταργούμεν κι αστυνόμους,
καταργούμεν προς τοις άλλοις κάθε μια συγκοινωνία,
καταργούμεν τους στενούς μας και πλατείς σιδηροδρόμους,
καταργούμεν βουλεβάρτα, καταργούμεν και πλατείας
καταργούμεν και τας τόσας περιττάς δενδροφυτείας.

Καταργούμεν και τους Δήμους, καταργούμεν κι Επαρχεία,
καταργούμεν τα μεγάλα και μικρά ουροδοχεία,
και δημόσια προς τούτοις καταστήματα του Κράτους,
καταργούμεν και καμπόσους, δημοσίους αποπάτους.
Καταργούμεν τους συμβούλους, καταργούμεν τους Πρυτάνεις,
καταργούμεν κάθε είδος και διάταγμα δαπάνης.

Καταργούμεν τας μεγάλας και μικράς διοργανώσεις,
καταργούμεν τους στρατούς μας, καταργούμεν και τους στόλους,
καταργούμεν τας εκτάκτους των παρασκευών πιστώσεις,
και τους Γάλλους τους στρατάρχας και τους ιδικούς μας όλους.
Καταργούμεν ατμοβάρεις, καταργούμεν ναυαρχίδας,
καταργούμεν τας Παράλους και τας ατμοτελωνίδας.

Καταργούμεν τας δυνάμεις της ξηράς και της θαλάσσης,
καταργούμεν τας εντόκους και ατόκους πληρωμάς,
καταργούμεν τα ταμεία της Ελλάδος μας συμπάσης,
καταργούμεν δε και όλας τας εδώ οικοδομάς,
κι επιτρέπομεν μονάχα εις το Κράτος ένα σπίτι,
το λαμπρόν φρενοκομείον του Ζωρζή Δρομοκαΐτη.


Γεώργιος Σουρής.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

…Είμαι καλά…

Είμαι καλά, Μητερούλα... αυγή μου...
Σπεύδω να καλοπιάσω το φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ' τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει... Μάνα...
Τρεμούλα των χεριών....
Χιόνια που ξεφεύγετε απ' τη μπόλια...
Στεναγμέ που μετράς το μισεμό μου..
Είμαι καλά.
Πρώτον Σεβαστή μου..
Πρώτον έρχομαι να ρωτήσω...μα δε ρωτώ.
Εδώ δεν ρωτούν. Εδώ όλοι είναι καλά..
Κι ας ανεμίζουν οι κρεμάλες από πάνω τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα..
Όλοι είναι καλά.
Πρώτον Μητερούλα υγείαν έχω
και το στήθος μου φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό
κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα του στα πλευρά μου.
Πρώτον Μητερούλα...Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δε θα μάθεις την αλήθεια.
Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά την θάλασσα.
Η αλήθεια μανούλα είναι βόλι. Και δεν θα στην πω.
Είμαι καλά.
Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα.
Μα έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συγχώρα με. Συγχώρα με και σήμερα
για τα χίλια .
Τα χίλια ψέματά μου.
Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί.
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα
Είμαι καλά.
Ξέρω..Αχ Μητερούλα...
Ξέρω, πως σου στέλνω κάθε μέρα,
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω,
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου...
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από 'δω..
Είμαι καλά.
Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φώς.
Δεν είναι καν ανάγκη ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο ναρθεί, ν' ακουστεί στην εξώπορτα..
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε Μανούλα μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου.
Είμαι καλά.
Είμαι καλά αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμα καλά αφού μπορώ και το ψελίζω.
Είμαι καλά αφού μπορώ κι αραδιάζω στο χαρτί,
τα τσακισμένα τούτα λόγια..
Είμαι καλά.
Αχ, να μπορούσα να' χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα' χυνα στο διάστημα..
Για να' ρχονται κι όταν εγώ δεν θ' ανασαίνω.
Να' ρχονται και να ραμφίζουνε το τζάμι του σπιτιού μας.
Αυτό που κοιτάζει κατά την θάλασσα.
Και να κελαηδούνε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές.
Είμαι καλά.
Μανούλα εσύ.. Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ που μιλάς τη γλώσσα των χεριών..
Ακούμπα τα χείλη σου στο χαρτί.
Έτσι όπως εύρισκες ,σαν ήμουνα παιδί, τον πυρετό μου..
Και διάβασε στ' άγραφο χαρτί.(Σβήσε το ).
Και διάβασε απ' την καρδιά μου.
Μάνα..Αχ.. Μάνα..Μάνα..
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου.
Έλιωσε σήμερα κάτω απ' το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου.
Βέλαξε κάτω απ' το μαχαίρι.
Μα εσύ, γέλα ακριβή μου. Γέλα...
Πες πως ξύπνησες απ' όνειρο κακό.
Και γέλα να το διώξεις.
Γέλα. Κι εγώ -ησύχασε μανούλα-
.
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κάψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τη μιλιά μου. Είμαι καλά.
Σεισμοί γκρεμίσανε τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά..Είμαι καλά...
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι' αυτό, το σκάβω, το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ' αυτό τον ανεμοδαρμένο γκρεμνό..
Σ' αυτό το τρελό Νεκροταφείο,
πως όλοι οι νεκροί του...
Είμαι καλά....

Μενέλαος Λουντέμης.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Ψάχνοντας…

Πού είναι ο χείμαρρος που έτρεχε ορμητικός, και οι λέξεις αποτυπώνονταν με ευκολία. Πού πήγε το εριστικό ύφος που αδιαφορούσε για τη γνώμη των άλλων. Πού πήγαν οι αξίες του είναι, γιατί να πέσουν στη δύνη του φαίνεσθαι. Πού είναι ο άνθρωπος που φεύγει από το σπίτι χωρίς να κοιταχτεί στον καθρέπτη. Πού είναι αυτός που έψαχνε ουσιαστική επικοινωνία και όχι επιβεβαίωση.
Κάποιοι λένε ότι τον πάτησε το ίδιο τραίνο που πάτησε και μάγκες παλαιότερα. Άλλοι λένε πως παραιτήθηκε από τον εαυτό του και άλλαξε ριζικά. Πολλοί θα πουν ότι αυτό που έψαχνε ήταν ουτοπικό. Μπορεί απλά να άλλαξε τη βιτρίνα του, να μην τον αναγνωρίζει ούτε ο ίδιος. Μπορεί να μη βρήκε ανταπόκριση στην τόση σοβαροφάνεια, στα τόσα δεδομένα. Όμως κάποιοι είπαν πως τον είδανε, σκυφτό σε ένα παγκάκι, μια φωτογραφία να κοιτά με ένα κρυφό γελάκι.
Αυτό το κρυφό γελάκι που είχε παιδί, τότε που τα ασύμμετρα για το σώμα του μεγάλα μάτια, ήταν γεμάτα απορίες, τότε που η φωνή του έβγαινε δυνατά για καθετί που τον ενοχλούσε. Τότε που δεν ήξερε τη διαφορά του κακού και του καλού κι απλά ζούσε.
Οι μέρες πέρασαν, οι μήνες έφυγαν, τα χρόνια χάθηκαν στο παρελθόν, το παιδί μεγάλωσε, μα πού και πού κοιτούσε προς τα πίσω, ψάχνοντας εκείνον τον μικρό. Κι έτσι έφτασε στο παγκάκι, ενήλικας πια, γεμάτος απορίες να κοιτά τη φωτογραφία που ήταν παιδί. Να μην μπορεί να καταλάβει τι έγινε, ενοχλημένος, αλλά πνιγμένος στη σιωπή αυτή τη φορά.
Μια σιωπή χειρότερη κι από υψηλής έντασης ηχορύπανση, κι έτσι, απλά κοίταξε τον ουρανό και χάθηκε στη μελωδία της. Μήπως είναι αργά, αναρωτήθηκε… Μήπως δεν προλαβαίνω… Άραγε δεν μπορώ να νοιώσω εκείνο το συναίσθημα πάλι…
Η ώρα είχε περάσει, έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι γιατί την επόμενη μέρα είχε δουλεία, η όποια είχε απαιτήσεις για γερά νεύρα. Οπότε δεν μπορούσε να πνίξει τον πόνο του στο αλκοόλ όπως κάνει κάθε επιτυχημένος ενήλικας. Η δουλειά του ήταν γνωστή, αλλά προϋπόθετε νηφαλιότητα και πρωινό ξύπνημα. Καθώς, το να ψάχνει για δουλεία στις μέρες του, ήταν κάτι δύσκολο.
Κι έτσι πήρε τον δρόμο του γυρισμού, απορημένος για το ποιος ήταν υπαίτιος για όλα αυτά. Ίσως φταίω εγώ σκέφτηκε, ίσως η οικογένεια μου, ίσως η κοινωνία ή το σύστημα και η πολιτική. Ίσως όμως κι ότι δεν μου έκατσε εκείνο το στοίχημα, με αποτέλεσμα να αναλώνομαι σε δωρεάν σκέψεις, από το να ζω με χαρά την ομοιόμορφα κοστολογημένη ζωή μου.
*Ο Ιωάννης Μπλίχας είναι απόφοιτος Δασολογίας του Δ.Π.Θ.
Πηγή:protagon.gr