Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Εμείς δεν είμαστε απελπισμένοι.

Και να τους πεις ακόμη
πως ζούμε φρυγμένοι, πεινασμένοι
μα όχι απελπισμένοι.
Οι απελπισμένοι πες ζούνε μπρούμυτα.
Με φοβισμένα μάτια.
Με σκεπασμένα λόγια.
Με δαρμένη φωνή.
Όχι, δεν είμαστε απελπισμένοι.
Οι απελπισμένοι μόνο τρέμουν.
Μόνο σκύβουν.
Μόνο συμφωνούν.
Όχι πες! Εμείς δεν είμαστε απελπισμένοι.
Εμάς τα μάτια μας
πηδούν πάνω απ’ τις κορυφογραμμές.
Εμάς η φωνή μας ξεπερνά πες τα σύννεφα.
Εμείς είμαστε περήφανοι.
Και δεν καλοπιάνουμε.
Δε θυμιατίζουμε.
Δεν προσκυνάμε.
Αυτή είν’ η Χάρτα μας εμάς.
Αυτό το Σύνταγμά μας.
Να, τι να τους πεις, προξενητή.
Και τώρα: Ώρα σου καλή.
Και κοίταξε μην ξαναβρείς το δρόμο.

Μενέλαος Λουντέμης
(Από το Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί)
 
 

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Η ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ «ΕΠΕΣΕ» Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ 29 Μαϊου 1453: Όταν «η Πόλις εάλω....»

Άλωση της Κωνσταντινούπολης, Πόλη, αλωση 1453, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Μωάμεθ Καμία άλλη ημερομηνία δεν έχει εντυπωθεί στο συλλογικό υποσυνείδητο του Ελληνισμού όσο η 29 Μαϊου, η «αποφράς ημέρα» οπότε η Κωνσταντινούπολη, η «βασσιλίς των πόλεων» κυριεύθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους.
Η πολιορκία και η πτώση της Πόλης ήταν το επιστέγασμα μιας ολόκληρης περιόδου συρρίκνωσης οπότε και οι Τούρκοι (Σελτζούκοι και Οθωμανοί) έθεταν υπό την κυριαρχία τους τα εδάφη της πάλαι ποτέ κραταιάς αυτοκρατορίας.
Έτσι τις παραμονές της Άλωσης η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρχε μόνο κατ' όνομα. Η επικράτειά της αφορούσε μόνο την περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη και σε κάποιες περιοχές, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά.
Το 1451 αναρριχάται στον οθωμανικό θρόνο ο Μωάμεθ ο Β'. Ο νεαρός Σουλτάνος ονειρεύεται να καταλάβει την Βασιλεύουσα προκειμένου να δημιουργήσει μια κραταιά Αυτοκρατορία στη θέση της παλιάς Ρωμαϊκής. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η Πόλη τελούσε ήδη φόρου υποτελής, ο Μωάμεθ αποφασίζει να της δώσει το τελειωτικό χτύπημα.
Το Βυζάντιο σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή εναποθέτει τις ελπίδες του στη Ρώμη η οποία ζητά σαν αντάλλαγμα την ´Ενωση των Εκκλησιών με τους δικούς της όρους. Το 1451 η Σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας επικύρωσε την πλήρη υποταγή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ρωμαιοκαθολική, όμως δεν έγινε ποτέ δεκτή από τους Βυζαντινούς οι οποίοι είχαν χωριστεί σε «Ενωτικούς» και «Ανθενωτικούς». Ο διχασμός ακύρωσε στην πράξη τη συμφωνία. Παραμονές της Άλωσης ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια, στέλνοντας πρεσβεία στον πάπα Νικόλαο Ε' για να ζητήσει βοήθεια. Ο Πάπας έβαλε και πάλι ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αποδέχθηκε το αίτημα του αυτοκράτορα να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ιερείς, προκειμένου να πείσουν τον λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης.
Οι απεσταλμένοι του Πάπα, καρδινάλιος Ισίδωρος και ο αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, λειτούργησαν στην Αγία Σοφία, προκαλώντας την αντίδραση του κόσμου, που ξεχύθηκε στους δρόμους και γέμισε τις εκκλησίες, όπου λειτουργούσαν οι ανθενωτικοί με επικεφαλής τον μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «Την γαρ Λατίνων ούτε βοήθειαν ούτε την ένωσιν χρήζομεν. Απέστω αφ' ημών η των αζύμων λατρεία».
Το μίσος για τους Λατίνους δεν ήταν μόνο θρησκευτικό αλλά και πολιτικό, αφού ο λαός δεν ξέχασε ποτέ τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, που στην ουσία προκάλεσε και την αρχή του τέλους για την Αυτοκρατορία.
Σε αντίθεση με τους Γενουάτες και τους Βενετσιάνους, οι Οθωμανοί συμπεριφέρονταν καλύτερα προς τους χριστιανούς. Πολλοί βλέποντας ότι οι χριστιανοί είχαν υψηλές θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, κυριαρχούσαν στο εμπόριο και πλήρωναν λιγότερους φόρους θεώρησαν καλύτερη την οθωμανική αντί της λατινικής κυριαρχίας.Την παράταξη αυτή εξέφραζε ο Λουκάς Νοταράς ο οποίος εκστόμισε και την περίφημη φράση «Καλύτερα να δω στην Πόλη τούρκικο φακιόλι παρά λατινική καλύπτρα».
Στις 7 Απριλίου, μπροστά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, ο Μωάμεθ στήνει τη σκηνή του, ξεκινώντας ουσιαστικά την πολιορκία της Πόλης. Με στρατό 150.000 ανδρών, ναυτικό 400 πλοίων αλλά και το πιο σύγχρονο πυροβολικό οι Τούρκοι βρέθηκαν απέναντι σε μόλις 7.000 άνδρες, οι 2000 από τους οποίους ήταν μισθοφόροι, κυρίως Ενετοί και Γενουάτες.
Τη στιγμή της πολιορκίας η Πόλη είναι σκιά του εαυτού της, έχοντας πληθυσμό μόλις 50.000 κάτοικων που αντιμετώπιζε προβλήματα επισιτισμού.Ο κλοιός γύρω από την Κωνσταντινούπολη κλείνει και τα τείχη της σφυροκοπούνται καθημερινά από τα κανόνια του Μωάμεθ.
Παρά τον ναυτικό αποκλεισμό, ένας στολίσκος με εφόδια υπό τον πλοίαρχο Φλαντανελλά κατορθώνει στις 20 Απριλίου 1453 να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό μετά από φοβερή ναυμαχία και να εισέλθει στον Κεράτιο, αναπτερώνοντας τις ελπίδες των πολιορκούμενων.
Η κίνηση αυτή προβλημάτισε τον Σουλτάνο ο οποίος αντιλήφθηκε πως δεν αρκούσαν μόνο οι χερσαίες δυνάμεις για την κατάληψη της Πόλης αλλά έπρεπε με κάποιο τρόπο το ναυτικό να βρεθεί στον Κεράτειο, ο οποίος ήταν φραγμένος από μια τεράστια αλυσίδα.
Με τη βοήθεια ενός Ιταλού μηχανικού κατασκεύασε δίολκο και τη νύχτα της 21ης προς την 22α Απριλίου, 70 περίπου πλοία σύρθηκαν από τον Βόσπορο προς τον Κεράτιο. Η κατάσταση για τους πολιορκούμενους έγινε πλέον απελπιστική, καθώς έπρεπε να αποσπάσουν δυνάμεις από τα τείχη για να προστατεύσουν την Πόλη από την πλευρά του Κεράτιου, όπου δεν υπήρχαν τείχη.
Στις 21 Μαΐου, ο σουλτάνος έστειλε πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Ζητούσε την παράδοση της πόλης με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους. Επίσης, θα αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου, ενώ θα εγγυόταν για την ασφάλεια του πληθυσμού που θα παρέμενε στην Πόλη.
Ο Παλαιολόγος απαντά με αποφασιστικότητα αλλά και αξιοπρέπεια: δέχονταν να πληρώσει υψηλότερους φόρους υποτέλειας και να παραμείνουν στα χέρια των Τούρκων όλα τα κάστρα και τα εδάφη που είχαν στο μεταξύ κατακτήσει.
Για την Κωνσταντινούπολη όμως δήλωσε:
«Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ' ἐμὸν ἐστίν οὔτ' ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν. (Το να σου (παρα)δώσω όμως την πόλη ούτε σε εμένα επαφίεται ούτε σε άλλον από τους κατοίκους της-διότι με κοινή απόφαση οι πάντες θα αποθάνουμε αυτοπροαίρετα και δεν θα υπολογίσουμε τη ζωή μας)
Το βράδυ της 28ης Μαϊου τελείται στην Αγία Σοφία η τελευταία Θεία Λειτουργία. Εκεί ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και υπερασπιστές της Πόλης μεταλαμβάνουν και ο αυτοκράτορας εμψυχώνει το λαό.
Κατά την πρώτη πρωϊνή ώρα της Τρίτης 29 Μαίου, εκδηλώνεται τουρκική επίθεση από τρεις πλευρές συγχρόνως. Οι Βυζαντινοί καταφέρνουν να αποκόψουν τις υπόγειες σήραγγες απ' όπου οι Τούρκοι προσπαθούν να περάσουν κάτω από τα τείχη.
Παρά την αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών οι Βυζαντινοί τους απωθούν και αποκρούουν με επιτυχία τις δύο επιθέσεις. Όμως ο Μωάμεθ Β' οργάνωσε πολύ προσεκτικά την τρίτη και τελευταία επίθεση. Επιτίθεται κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου πολεμά ο Παλαιολόγος. Ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης, ο Γενουάτης Ιουστινιάνης, τραυματίζεται και αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον αγώνα. Αυτή υπήρξε και η ανεπανόρθωτη απώλεια για τους αμυνόμενους.
Τελικώς η Πόλη πέφτει και τα στήφη των Οθωμανών εισέρχονται εντός των τειχών όπου και επιδίδονται σε τριήμερες λεηλασίες. Το βράδυ, ο Μωάμεθ ο επονομαζόμενος πλέον και Πορθητής εισήλθε πανηγυρικά στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε στον Αλλάχ «αναβάς επί της Αγίας Τραπέζης».
Αυτή ήταν και η τελευταία πράξη του δράματος που έμελλε να αλλάξει συνολικά την ανθρώπινη Ιστορία, όχι μόνο την ελληνική. Κι αυτό γιατί με την εγκατάσταση των Οθωμανών στην Ανατολική Μεσόγειο πλήθος λογίων Ελλήνων θα μετοικίσουν στην Δύση, μεταλαμπαδεύοντας έτσι τα κλασσικά και βυζαντινά χειρόγραφα. Επιπλέον, με την οθωμανική κυριαρχία στην περιοχή κλείνουν οι χερσαίοι εμπορικοί δρόμοι προς την Ανατολή ωθώντας έτσι τις μεγάλες ναυτικές δυνάμεις της Δύσης σε αναζήτηση ναυτικών οδών εγκαινιάζοντας την Εποχή των Μεγάλων Ανακαλύψεων.
Για εμάς, η Άλωση της Πόλης, η πτώση του Βυζαντίου θα καταγραφεί στη συλλογική μνήμη ως το τέλος μιας εποχής δόξας που θα δώσει τη θέση της στην Τουρκοκρατία για τους επόμενους τέσσερις με πέντε αιώνες. Πιο ουσιαστικά όμως, η Άλωση θα σηματοδοτήσει το πολιτικό τέλος του Ελληνισμού και την αποκοπή του από τα μεγάλα γεγονότα της Αναγέννησης που ακολοθούσαν.
Η λαϊκή παράδοση απέδωσε το γεγονός με τους περίφημος «λαϊκούς θρήνους» και από την πρώτη στιγμή φρόντισε να μυθοποιήσει τόσο το θάνατο του Παλαιολόγου όσο και την ίδια την πτώση της Πόλης. Έτσι, στη λαϊκή μυθολογία αποτυπώθηκε ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά, του μοναχού με τα μισοτηγανισμένα ψάρια αλλά και της Κερκόπορτας, η οποία έμεινε ανοιχτή επιτρέποντας στους Τούρκους να εισέλθουν στην Πόλη.
Αλλόκοτα περιστατικά, επενέργεια των στοιχείων της φύσης, ακόμη και οι ουράνιες δυνάμεις όλα επιστρατεύονται στη λαϊκή αντίληψη προκειμένου να μεταδώσουν το τραγικό γεγονός και μαζί μ' αυτό την ατέρμονα επαναλαμβανόμενη ευχή:
«Σώπασε κυρα-Δέσποινα και μη πολύ δακρύζεις
Πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας είναι»
Πηγή: 29 Μαϊου 1453: Όταν «η Πόλις εάλω....» | iefimerida.gr 

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Η Πρωτομαγιά του αγώνα.


1η Μαΐου του 1886 - Σικάγο 
    400.000 άνθρωποι συμμετείχαν στις απεργίες που γίνονταν σε όλη την χώρα( Η.Π.Α.), και πάνω από 80.000 στο Σικάγο. Αυτό το Σάββατο του 1886, μια εργάσιμη μέρα, οι εργάτες, ξεκίνησαν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους για να διαδηλώσουν ειρηνικά στο χώρο της συγκέντρωσης στην πλατεία Haymarket.
Στη γύρω περιοχή, είχαν παραταχθεί αστυνομικές δυνάμεις αποτελούμενες από 1350 άτομα, οπλισμένα με οπλοπολυβόλα οι οποίοι περίμεναν το σύνθημα για να δράσουν.
Κι ενώ το πλήθος παρακολουθούσε τις ομιλίες, ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης, διατάσσει να διαλυθεί η συγκέντρωση. Μια βόμβα έσκασε κοντά στους αστυνομικούς οι οποίοι άρχισαν να πυροβολούν και να χτυπούν τους συγκεντρωμένους χωρίς καμιά διάκριση. Είναι ακόμα άγνωστος ο αριθμός των θυμάτων αφού πολλοί τραυματισμένοι κατέληξαν τις επόμενες ημέρες, επίσημα μόνο οκτώ νεκροί αστυνομικοί και τέσσερις διαδηλωτές έχουν επαληθευτεί.


1η Μαΐου του 1936 - Θεσσαλονίκη 

Οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης αποφασίζουν να κατέβουν σε απεργία για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.
Μέσα σε λίγες μέρες το απεργιακό κύμα είχε εξαπλωθεί σε Ξάνθη, Αγρίνιο, Κομοτηνή, Σέρρες και Ελευσίνα και η απεργία είναι πλέον πανεργατική.
Η απεργία συνεχίζεται και στις 9 του Μάη στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου από τις σφαίρες των οργάνων της τάξης πέφτει νεκρός ο οδηγός Τάσος Τούσης.
Οι διαδηλωτές εξοργισμένοι τοποθετούν το νεκρό πάνω σε μια πόρτα και τον περιφέρουν στους δρόμους της πόλης σε μια ιδιότυπη «λιτανεία» καταγγελίας, διαμαρτυρίας και αντίστασης. Οι νεκροί θα φτάσουν τους 12 και οι τραυματίες τους 300.
Στο σημείο της συμπλοκής θα στηθεί αργότερα το Μνημείο του Καπνεργάτη. Η μάνα του νεκρού Τάσου Τούση, που πληροφορήθηκε τα γεγονότα, τρέχει, πέφτει πάνω στο νεκρό παιδί της και μοιρολογεί.


1η Μαΐου του 1944
 
«Τώρα πια ο θάνατος περιφερόταν στους δρόμους με κίτρινη μάσκα, τον νιώθαν οι άνθρωποι πίσω από τα βήματά τους και δε γύριζαν να τον κοιτάξουν ο φόβος σήμαινε ενοχή. Είχανε φτάσει οι εχτροί σ' αυτό το σημείο, να μη μπορούν να σταθούν παρά μόνο σκοτώνοντας. Την πρωτομαγιά 1944 πήραν διακόσους από το στρατόπεδο του Χαϊδαριού και τους σκοτώσαν αράδα στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. Φορτώσαν τα πτώματα, ζεστά σε καμιόνια και τα περάσαν μέσα από το συνοικισμό, τρέχαν ποτάμι τα αίματα όθε περνούσαν, κι ο κόσμος έκλεινε τα παράθυρα δε βαστούσε να βλέπει. Μερικοί σκοτωμένοι δεν είχαν καλά καλά ξεψυχήσει»..

(Α. Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε, Αθήνα, Κέδρος 1984)

1η Μαΐου 1976
Ο Αλέκος Παναγούλης ,ο  κορυφαίος αγωνιστής κατά της δικτατορίας, ο άντρας με την ασυμβίβαστη προσωπικότητα και το εκρηκτικό ταμπεραμέντο, σκοτώθηκε σε ένα μυστηριώδες τροχαίο στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, προκαλώντας σοκ στην ελληνική κοινωνία, που μόλις είχε βγει από το γύψο της επταετίας και προσδοκούσε από τον Παναγούλη αλήθειες που πιθανόν να την οδηγούσαν σε άλλες επιλογές.

Πηγή:homouniversalisgr.blogspot.gr





Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

«Περί του Ξύλου»

«Ψυχή μου, ευλόγα σήμερα πρωί, όλη τη μέρα
και την ακολουθούσα νύχτα όλη, το σωτήριο τούτο Ξύλο.
Πηγάζει απ’ τα σκοταδερά έγκατα των δασών.
Εκεί είναι η βασιλεία του, στολισμένο με φύλλα θροούντα.
Εκεί έρχεται σε κοινωνία με τις δροσιές της Νύχτας, με τα θάμπη
των Ημερών. Εκεί του περιπλέχουνται οι κισσοί και οι άλλες
περιπλοκάδες, γεννώντας την ιδέα της ομορφιάς και της αγάπης.
Σπάνιο είναι να τ’ αφήσουν να γεράσει, να τη ζήσει
την αιώνια ζωή, και σπάνιο είναι κεραυνός να τόβρει,
μήνυμα επουράνιο, ένωση ουρανού και γης με λάμψη ακαριαία
και θάνατος στο δάσος, όπως πρέπει.
Ψυχή μου, ευλόγα και την ώραν,
οπότε ξεκινάμε με τα πελέκια μιαν αυγή, άκαρδο, δουλευτικό
σμήνος οι υλοτόμοι. Γουρμάζει τότες η γραμμένη
σιωπηλή στιγμή της θυσίας. Με τα πολλά καταπέφτει
το θειότατο ξύλο. Του αποξεραίνουνται οι χυμοί.
Ξερό απομένει· και όμως ξερό, δεν έρχεται ολότελα
να το ξενώσει η ξεραΐλα από τις φυσικές του επιρροές.
Το διαβιβρώσκει η υγρασία ή το φουσκώνει. Του ανοίγει
ο χρόνος τις ρωγμές. Πιάνει σαράκι. Εχτός αν το προορίζουνε
για τις φωτιές, οπότε πάλι τρίζει, τρίζει, και αφού αναλάμψει,
τέφρα γίνεται, καθώς όλα. Είπα όμως σήμερα της ψυχής μου
να γράψει για το Ξύλο εκείνο το προορισμένο από αιώνων,
για το Ξύλο, που η γέννησή του βαστάει από τις πρώτες
της γης μας φύτρες. Ετούτο εκόπη για να γίνει
Ζυγός μέγιστος, θαυματουργός Στατήρας,
που εστήθηκε στη μέσην ακριβώς του χρόνου
για να ζυγιάσει την κούφιαν έγνοια των ανθρώπων.
«Δεν είναι δάσος, που να προσφέρει ξύλο παρόμοιο».
Το Ξύλο αυτό δεν είναι διόλου ύλη απαθής.
Έχει ψυχή και δείχνει τη κάθε τόσο.
Ενώ κατάξερο είναι και κομμένο, όμως ανθεί
και μέσα του μυκάται και αναβράζει χυμός σεβάσμιος.
Δε θα ξετάξω το γιατί έφερε Λύτρωση το Ξύλο ετούτο.
Ούδε ποια Λύτρωση. Ψυχή μου, θέλω μόνο να ευλογήσεις
την ουσία του Ξύλου, οπόθε αχτινοβόλησε του κόσμου η λάμψη.
Και την ευγένεια που του εδόθη ένα πρωί, όταν ποτίστη
μέχρι του βάθους των φλεβών του από αίμα εξαγοραστικό
και ζωογόνο. Ποιο βάρος φορτώθηκε! Ποιον πόνο
φορτώθηκε! Όλου του κόσμου! Του καθηλώθησαν
όλοι οι δρυμοί της αγωνίας. Χαίρε, Σταυρέ, που μ’ όλα,
μονάχη ελπίδα εσύ αποβαίνεις στις ερημώσεις.»
Τάκη Παπατσώνη
Πηγή:logotexnikoperiboli.blogspot.gr  

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

"Μέρες Επιταφίου"

Μεγάλη Δευτέρα
Περίμενέ με μάνα μου περίμενέ με ακόμα
ώσπου να φτάσει η άνοιξη στο παγωμένο χώμα.
Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου
που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του.
Περίμενέ με μάνα μου κάποια Παρασκευή σου
στην πύλη του παράδεισου στο φρέαρ της αβύσσου.
Μεγάλη Τρίτη
Κάτω απ’ τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.
Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
στα καπηλειά της πολιτείας
εσύ αμνίον για σφαγή
κι εμείς κριοί της αμαρτίας.
Δε σε πτοήσαν οι Πιλάτοι
ούτ’ ο καιρός που ειν΄ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.
Μεγάλη Τετάρτη
Τετάρτη των τεφρών και των παθών
ο θάνατος δεν έχει παρελθόν.
Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων
ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον.
Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές
ξυπνήστε ν’ αποδώσουμε τιμές.
Φανήκαν οι ουράνιοι στρατηλάτες
σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.
Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές.
Πότε θ’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές
να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη
και τ’ άνθος του κακού να γίνει ρόδι.

Μεγάλη Πέμπτη
Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τ’ ουρανού
κρέμεται σήμερα σε ξύλο
ίλεως Κύριε γενού!
Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου
μια μάνα φώναξε: «παιδί μου»!
Με του Απριλιού τ’ αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή.
Κι όλα τ‘ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.
Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νου
αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια
στην άγια σκέπη τ’ ουρανού.
Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.
Μεγάλη Παρασκευή
Βαριά τα βήματά μου σέρνω
στο φως της μέρας το θαμπό
κρίνα της άνοιξης σου φέρνω
και στο σταυρό σου τ’ ακουμπώ
φίλε δακρυοπότιστε
των πρωτίστων πρώτιστε.
των πρωτίστων πρώτιστε.
Άρρωστος κύλησε ο αιώνας
κι ο ήλιος βγαίνει μισερός
σαν το φτερό της χελιδόνας
που το σακάτεψε ο καιρός
φίλε τρισμακάριστε
των αρίστων άριστε.
των αρίστων άριστε.
Σήμερα ο Άδης ηνεώχθη
γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς
και στου θανάτου εσύ την όχθη
άφατο δρόμο ακολουθάς
έγγιστε κι ανέγγιστε
των μεγίστων μέγιστε.
των μεγίστων μέγιστε.
Μέγα Σάββατον
Όλα στερέψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούς
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.
Πίσω απ’ τους λόφους τους χαμηλούς
με τους προφήτες και τους τρελούς
στέκουν παράμερα τρία παιδιά
σα γλαροπούλια στην αμμουδιά.
Μες στων καιρών την ανημποριά
διώξε το γρέγο και το βοριά
και ξαναγύρισε ήλιε στη γη
με του θριάμβου σου την κραυγή.
Νίκου Γκάτσου
Πηγή:logotexnikoperiboli.blogspot.gr 

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Λόγια τρυφερά.

Αναρωτιέμαι πολλές φορές, μετά το θάνατο ενός ζευγαριού πού πάνε τα τρυφερά τους λόγια, αυτά που ψιθύριζαν μονάχα μεταξύ τους για χρόνια, αυτά που δεν κατέγραψε κανείς, ο κώδικάς τους ο ιδιωτικός, ο ερμητικός, τα λόγια που φτιάχτηκαν απ’ τα υγρά του έρωτα καθώς σταγόνες στέγνωναν στο στήθος και στην κοιλιά. Οι λέξεις τους οι μικρές, οι χαϊδευτικές, τα παρατσούκλια του έρωτα που μοιάζουν με γουργουρητά περιστεριών, τα προσωνύμια εκείνα που μπεμπεκίζουν, που ακούγονται στ’ αυτιά των άλλων γελοία αλλά δεν είναι, λέξεις που τυχόν δεν υπάρχουν αλλά είναι παραφθορές άλλων, λόγια που τα φούρνισαν οι δικοί τους στεναγμοί και οι δαγκωματιές τους σε λαιμούς και τρυφερά αυτιά. Πού πάνε όλα αυτά μετά το θάνατο; Δεν είναι λόγια προσευχής να τα φυλάξουν οι άγγελοι ούτε ποιήματα εμπνευσμένων ανδρών για να σκύψουν πάνω τους ύστερα από χρόνια οι σοφοί. Θρηνώ για τον χαμό τους τον αναπόφευκτο.


Ισίδωρος Ζουργός «Ανεμώλια»

 Πηγή:elenahalivelaki.wordpres.com


Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους.

Η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει τη ζωή μας…

Μα μόλις φύγει καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας. Λοιπόν;…
Σ’ άφησε; Σε πρόδωσε; Καλύτερα έτσι. Θα ‘χεις κουράγιο να ξαναδοκιμάσεις. Αν έμενε, κι ανακάλυπτες τι ψεύτικο μικροπραγματάκι ήταν, θα πληγωνόσουν για πάντα.
Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε.
Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες.
Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις.
Καν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Καν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις το δρόμο να ξανάρθει.
Κοίταξέ με προσεχτικά και θα καταλάβεις. Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ… Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο.
Ήταν τρελλή; Ήταν άρρωστη;… Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω: πως μ’ έκανε δυστυχισμένο.
Κείνοι που είναι για να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο.
Γιατί τώρα στα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω.
Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δε στα δίνουν.
Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς;




Μενέλαος Λουντέμης.

Πηγή:thessalonikiartsandculture.gr

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Τα Χέρια.

Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει.
Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν,
ώσπου ξεράθηκαν. Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα
χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ
με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια
του, καρφί στην καρδιά της «πού τα ’μαθες αυτά μωρέ γυναίκα;»
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται,
έτσι που κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια.
Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.
Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη
φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και τα σκατά. Πέντε χρόνια
κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.
Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την
ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που
κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε
ο γιος της μόλις του ’πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η
μοίρα της: Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να
πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα
κοιτάει, την κοιτάνε αυτά. Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά
κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που
κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει. Δεν θα τους
κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.
Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπειμια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται
και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα
πλένει, τα ξαναπλένει, δε λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που
γλιστρούν απαλά το ένα μέσα στο άλλο, «κοίτα, λέει, που μ’ έβαλαν να τα
χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα» και γελάει από μέσα της και δεν την
κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να
’χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα

 Μιχάλης Γκανάς
 Πηγή:giannena-e.gr

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Πρωταπριλία.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία, το έθιμο της πρωταπριλιάς ξεκίνησε από τη Γαλλία το 1564, όταν ο βασιλιάς Κάρολος ο 9ος διέταξε να μεταφερθεί η μέρα της Πρωτοχρονιάς από την 1η Απριλίου στην 1η Ιανουαρίου. Μέχρι τότε, η αλλαγή του χρόνου ξεκινούσε την 25η Μαρτίου, λίγο μετά την εαρινή ισημερία, και όταν κορυφωνόταν το οκταήμερο των εορταστικών εκδηλώσεων, δηλαδή την 1η Απριλίου, γινόταν η μετάβαση στο νέο έτος.
Με την υιοθέτηση λοιπόν του Γρηγοριανού ημερολογίου - το οποίο ο Πάπας Γρηγόριος ο 13ος λίγο αργότερα, το 1582, διέταξε με παπική βούλα να αντικαταστήσει το Ιουλιανό, ακολουθώντας τις οδηγίες της Συνόδου του Τρέντο (1545-1563) - η έναρξη του έτους μεταφέρθηκε στην 1η Ιανουαρίου. Ωστόσο, είτε επειδή τα νέα άργησαν να φτάσουν σε όλα τα μέρη της Γαλλίας, είτε επειδή ορισμένοι δύστροποι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τις προσταγές του βασιλιά, η 1η Απριλίου εξακολούθησε να αποτελεί γι' αυτούς την ημέρα αλλαγής του έτους. Το αποτέλεσμα ήταν οι άλλοι να τους κοροϊδεύουν, αποκαλώντας τους "ψάρια του Απρίλη", επειδή αυτή την εποχή του χρόνου γίνεται η μετάβαση από τον ζωδιακό κύκλο των Ιχθύων. Τους έστελναν λοιπόν ψεύτικα δώρα, προσκλήσεις σε ανύπαρκτες γιορτές, κλπ.
Από τη Γαλλία το έθιμο ταξίδεψε στην Αγγλία τον 18ο αιώνα και από κει στην Αμερική και τον υπόλοιπο κόσμο. Στη Σκωτία, το έθιμο διαρκεί δύο ημέρες, από τις οποίες η δεύτερη - η "μέρα της ουράς" - είναι αφιερωμένη σε φάρσες που σχετίζονται με το πίσω μέρος του σώματός μας. Έτσι, για παράδειγμα, κολλούν σημειώματα στα οπίσθια κάποιου, με την ένδειξη "Κλώτσα με", κλπ. Στο Μεξικό, η "Ημέρα των Αθώων", όπως ονομάζεται - κάτι αντίστοιχο του εθίμου της πρωταπριλιάς - γιορτάζεται την 28η Δεκεμβρίου. Η αποφράδα αυτή μέρα είχε καθιερωθεί ως μνημόσυνο για τη σφαγή των μικρών παιδιών από τον βασιλιά Ηρώδη. Ωστόσο, με το πέρασμα των χρόνων, η επέτειος απέκτησε έναν πιο ανάλαφρο χαρακτήρα, με αθώες φάρσες και ψέματα.
Το έθιμο της πρωταπριλιάς καθιερώθηκε σ' όλο τον κόσμο ως μια ανεπίσημη γιορτή γεμάτη φάρσες και, κατά κάποιο τρόπο, "δικαιολογημένα" ψέματα. Κάποτε σε ένα πρόγραμμα της βρετανικής τηλεόρασης υπήρχε εκτενής αναφορά στον τρόπο με τον οποίο οι παραγωγοί μακαρονιού συλλέγουν τη σοδειά τους από τα "μακαρονόδεντρα"!
Βέβαια, δεν περιμένει κανείς την 1η Απριλίου για να διαπιστώσει ότι το ψέμα κυριαρχεί στη ζωή μας. Το αθώο, "κατά συνθήκη" ψεύδος, από τη μια, το λέμε αναγκαστικά και ελαφρά τη καρδία αν, για παράδειγμα, μια φίλη μας επιζητά μανιωδώς την επιβράβευσή μας για την κόμη της, άρτι αφιχθείσα από το κομμωτήριο. Από την άλλη πλευρά όμως, το ψέμα που στόχο έχει να εξαπατήσει και να βλάψει είναι επικίνδυνο. Ίσως η πρωταπριλιά να μας το θυμίζει αυτό. Σε κάθε περίπτωση πάντως, όπως γράφει η αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλυ Ντίκινσον, και "την αλήθεια πρέπει να τη λες με τρόπο, όπως στα μικρά παιδιά, γιατί πληγώνει."
 Πηγή:plasteldeco

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Λείπεις κι αυτή την άνοιξη…

Λείπεις κι αυτή την άνοιξη
μαγεμένος των άστρων ταξιδευτής
τώρα που χαράζουν στο άφαντο σώμα σου
τα μπολιασμένα κλωνάρια των δέντρων σου
και μυρίζει το Διάσελο πικρά αρώματα
μέταλλα και λιασμένο σχιστόλιθο
κι αυτή η κατηφόρα στην Καμαρίτσα
πόση ζωή αθάνατη σου έταξε στη θέα του κάμπου
μα σε ξεγέλασε το ύψος του βουνού
θαρραλέε ταξιδευτή
Κοιτάζω τις φωτογραφίες σου
στον σιωπηλό μπουφέ
που πάνω τους κέντησες με πείσμα παιδικό
το παράπονο βλέμμα σου
για τις προδομένες ελπίδες μας
βλέπω τα ρούχα σου
να καίγονται αργά
στα κλειστά παράθυρα μπροστά
και το τουφέκι σου να σημαδεύει ουρανό
Τώρα πια τα κοτσύφια ξεθαρρεμένα
κελαηδούν τόσο γλυκά τις νύχτες
μαζεύοντας τους καρπούς στα περιβόλια
που μπόλιαζες από παιδί
Σε βλέπω συχνά στον ύπνο μου μπαμπά
με το καρό σου μπουφάν που πάντα αγαπούσες
το φοράω κι εγώ τώρα σαν χάδι
όταν κρυώνω στην καρδιά

οι τσέπες του έχουν γίνει φωλιά των τρυφερών σου στίχων
να ντύνουν την κόκκινη νοσταλγία των ματιών μου.

Ηλίας Μάρκος, «Η απουσία της άνοιξης»
Πηγή:newagemama.com

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Η Προσευχή του Διάκου την παραμονή της μάχης της Αλαμάνας.

Ήτανε νύχτα. Τα βουνά, οι λαγκαδιές, τα δένδρα,οι βρύσες, τ' αγριολούλουδα, ο ουρανός, τ' αγέρι,στέκουν βουβά ν' ακούσουνε την προσευχή του Διάκου.

« Όταν η μαύρ' η μάνα μου, εμπρός σε μιαν εικόνα,Πλάστη μου, μ' εγονάτιζε με σταυρωτά τα χέρια καί μώλεγε να δεηθώ για κειούς, που το χειμώνα σα λύκοι ετρέχαν στα βουνά με χιόνια, μ' αγριοκαίρια, για να μη ζούνε στο ζυγό, ένιωθα τη φωνή μου να ξεψυχάη στα χείλη μου, εσπάραζε η καρδιά μου, μου ετρέμανε τα γόνατα, σα νά 'θελε η ψυχή μου να φύγη με τη δέηση από τα σωθικά μου.
Ύστερα μούλεγε κρυφά να Σου ζητώ τη χάρη και να μ'αξιώσης μια φορά ένα σπαθί να ζώσω και να μην έρθη ο θάνατος να μ'εύρη να με πάρη, πρίν πολεμήσω ελεύθερος, για Σέ πριν το ματώσω. Πατέρα παντοδύναμε, άκουσες την ευχή μου, μου φύτεψες μέσ' στην καρδιά αγάπη, πίστη, ελπίδα, έδωκες μια αχτίδα Σου αθέρα στο σπαθί μου και μού'πες: Τώρα πέθανε για Με, για την Πατρίδα.
Έτοιμος είμαι, Πλάστη μου! Λίγες στιγμές ακόμα και σβηώνται τ' άστρα Σου για με. Για με θα σκοτειδιάση τ' όμορφο γλυκοχάραμα. Θα μου κλειστή το στόμα, που εκελαηδούσε στα βουνά, στη ρεματιά, στη βρύση, θα μαραθούν τα πεύκα μου. Αραχνιασμέν' η λύρα,
που μου ήταν αδερφοποιητή κι όπου μ' εμέ στη φτέρη αγκαλιασμένη επλάγιαζε, τώρα θα μείνη στείρα καί στ' άψυχο κουφάρι της θα να βογγάη τ' αγέρι.
Όλα τ' αφήνω με χαρά, χωρίς ν' αναστενάξω. Και τό'χω περηφάνεια μου, που εδιάλεξες εμένα αυτήν την έρμη την ποριά με το κορμί να φράξω. Ευχαριστώ Σε, Πλάστη μου! Δε θα χαθούν σπαρμένα και δε θα μείνουν άκαρπα τ' άχαρα κόκκαλά μου.  Ευλόγησέ τηνε τη γη, οπού θα μ' αγκαλιάση και στοίχειωσε κάθε σπειρί από τα χώματα μου, να γένη αδιάβατο βουνό το μνήμα του Θανάση. Θέ μου! ξημέρωσέ τηνε την αυριανή τη μέρα! Θα μας θυμάτ' η Αρβανιτιά και θα την τρώ' η ζήλεια. Θα χλιμιντράνε τ' άλογα, θα καίνε τον αγέρα
με τ' άγρια τα χνώτα τους γκέκικα καριοφίλια, θα γίνουν πάλι τα Θερμιά λαίμαργη καταβόθρα.
Χιλιάδες ήρθαν θερισταί και Χάρος οργοτόμος, μουγκρίζουν, φοβερίζουνε, πως δε θα μείνη λώθρα σ' αυτήν τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος. Κι εμείς θα πάμε με χαρά σ' αυτόν τον καταρράχτη. Επάνωθέ μας θά'σαι Σύ, και τα πατήματα μας θα νά'χουνε για στήριγμα τη φοβερή τη στάχτη, πώμεινε σπίθ'ακοίμητη βαθιά στα σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Για ν' ακουστή στη Δύση, πως δεν απονεκρώθηκε και πως θ' ανθοβολήση τώρα με τα Μαγιάπριλα ή δουλωμένη χώρα. Ευλογημέν' η ώρα!»

Έσκυψ' ο Διάκος ως τη γη, έσφιξε με τα χείλη κι εφίλησε γλυκά γλυκά το πατρικό του χώμα. Έβραζε μέσα του η καρδιά και στα ματόκλαδά του καθάριο, φωτοστόλουστο, ξεφύτρωσ' ένα δάκρυ...
Χαρά στο χόρτο πώλαχε να πιη σε τέτοια βρύση. Πλαγιάζει ο λεονταρόψυχος! Τα νιάτα, η θωριά του, τ' αστέρια βλέπουν με χαρά και κάπου κάπου αφήνουν κρυφά το θόλο τ' ουρανού για να διαβούν σιμά του. Μοσχοβολάει τριγύρω του και τον σφιχταγκαλιάζει
στον κόρφο της η άνοιξη, σα νά'τανε παιδί της. Χαρούμενα τα λούλουδα φιλούν το μέτωπο του, χάνει με μιας την ασχημιά και την ταπεινοσύνη ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή η λαψάνα, γλυκαίνει το χαμαίδρυο, στου χαμαιλειού τη ρίζα αποκοιμιέται ο θάνατος και το περιπλοκάδι, που πάντα κρύβεται δειλό και τ' άπλερο κορμί του αλλού στυλώνει το φτωχό, δυναμωμένο τώρα τρελλό, περηφανεύεται και θέλει να κλαρώση στ'ανδρειωμένο μέτωπο για ν' ακουστή πως ήταν στη φοβερή παραμονή μια τρίχ' απ' τα μαλλιά του.

Πλαγιάζει ο λιονταρόψυχος! Του ύπνου του οι ώραις όσο κι'αν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θα γένουν ν'αποστομώσουν το θολό, τ' αγριωμένο κύμα του χρόνου που μας έπνιξε. Μ' εκείνην την ρανίδα πώσταξ' από τα μάτια του θα ξεπλυθή η μαυράδα, που ελέρωνε της μοίρας μας το νεκρικό δεφτέρι. Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη, σαν αητός μες στη φωλιά, ολάκερο ένα γένος
έκλωθ' εκείνην την βραδιά. Όταν προβάλ'η μέρα, θα νάβγουν τ' αητόπουλα με τροχισμένα νύχια, με θεριεμμένα τα φτερά, ν'αρχίσουν το κυνήγι...
Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσέ μας όλους, πριν μας σκεπάση η μαύρη γη, στα δουλωμένα πλάγια να κοιμηθούμε μια νυχτιά τον ύπνο του Θανάση!
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης.
Πηγή:agiotatos.gr

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Ηλεία:Τουρκοκρατία - Ενετοκρατία

Το 1453, η άλωση της Κωνσταντινούπολης φέρνει τους Τούρκους στον ελληνικό χώρο. Η Ηλεία υφίσταται για τέσσερις περίπου αιώνες τον Τούρκο κατακτητή, με δύο μόνο διαλείμματα Ενετοκρατίας, από το 1463 έως το 1479 και από το 1685 έως το 1715.
Φτώχεια, ανασφάλεια, λεηλασίες, παιδομάζωμα είναι όροι που χαρακτηρίζουν αυτήν τη μαύρη περίοδο.
Διοικητικό κέντρο του βιλαετιού της Ηλείας είναι αρχικά η Γαστούνη.
Το 1685 οι Ενετοί με αρχηγό το Μοροζίνι ανακαταλαμβάνουν το Μοριά. Ο Βενετός αρχιστράτηγος αναζητά εδάφη, που θα προσπόριζαν στην πατρίδα του οικονομικά οφέλη, από την αναβίωση του παλαιού αποικιακού της κράτους. Οι συνθήκες δεν αλλάζουν ιδιαίτερα για τον πληθυσμό, ο οποίος εξακολουθεί να καταπιέζεται.
Το 1715 η Ενετοκρατία καταλύεται ξανά από τους Τούρκους και αυτή τη φορά οι κατακτητές είναι λίγο πιο ελαστικοί απέναντι στον ντόπιο πληθυσμό, επιτρέποντας μεγαλύτερη δραστηριότητα στο εμπόριο, τη βιοτεχνία και την εκμετάλλευση της γης.
Κατά την περίοδο αυτή εγκαθίστανται στη Γαστούνη ως αρχηγοί οι Ottomans, τουρκική πλούσια οικογένεια, με διασύνδεση τον ίδιο το Σουλτάνο. Προωθούν το εμπόριο και συνάπτουν φιλικές σχέσεις με τους Τουρκαλβανούς του Λάλα, οι οποίοι εντέλει λυμαίνονται τις περιουσίες των ντόπιων με την αποχώρηση των Ottomans για την Πόλη.
Το 1768 η αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄, ούσα σε εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία, υπόσχεται βοήθεια στους Έλληνες, σε πιθανή εξέγερσή τους κατά των Τούρκων, προσπαθώντας να εξεγείρει τους υπόδουλους χριστιανικούς λαούς της Βαλκανικής, των οποίων εμφανιζόταν ως προστάτιδα, δίνοντας στον πόλεμο μορφή σταυροφορίας της Ορθοδοξίας κατά του Μουσουλμανισμού.
Συνέπεια αυτής της πολιτικής ήταν η αποστολή το 1770, των αδελφών Ορλώφ με ρωσικό στόλο στη Μάνη, για να ξεκινήσουν την επανάσταση.
Ο ντόπιος πληθυσμός ξεσηκώνεται, το ίδιο και η Ηλεία και η Αχαϊα. Επαναστάτες αποβιβάζονται στην Κυλλήνη και φτάνουν μέχρι την Γαστούνη. Εκεί κατασφάζονται από στίφη Αλβανών. Η ρωσική ηγεσία κατανοεί τη ματαιότητα του εγχειρήματος και οι Ορλώφ αναχωρούν για την Ρωσία αφήνοντας τον πληθυσμό στη μήνη Τούρκων και Αλβανών, οι οποίοι βάφουν τον Μοριά στο αίμα.
Αληθινή μάστιγα για την Ελλάδα υπήρξαν οι Αλβανοί, τους οποίους είχε κυρίως χρησιμοποιήσει η Πύλη για την καταστολή της επανάστασης.
Οι μεγαλύτερες καταστροφές έγιναν στην Πελοπόννησο, όπου, όπως μας πληροφορούν ξένοι περιηγητές, μπορούσε να δει κανείς σε μεγάλη έκταση ερείπια, κατάσταση που οδήγησε και σε δημογραφική μεταβολή, αφού σημειώθηκαν ομαδικές μετακινήσεις κατοίκων σε ασφαλέστερες περιοχές.
Το 1790 επιδημία πανούκλας ενσκήπτει στην περιοχή, ολοκληρώνοντας τον αφανισμό και την εξαθλίωση.
Μετά τα Ορλωφικά, ακολουθεί περίοδος ανασυγκρότησης για τους Έλληνες.
Ιδρύεται η Φιλική Εταιρεία, στην οποία μετέχουν σπουδαίοι Ηλείοι άνδρες, όπως ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος από την Ανδρίτσαινα, ο Γεώργιος Σισίνης από την Γαστούνη και ο Χαράλαμπος Βιλαέτης από τον Πύργο.
Η Φιλική Εταιρεία ήταν μία από τις πολλές μυστικές επαναστατικές οργανώσεις που παρουσιάστηκαν σε ολόκληρη τη νότια και ανατολική Ευρώπη κατά το πρώτο τέταρτο του 19 ου αι. Στόχος της : η απελευθέρωση της πατρίδας.
Η φήμη του ξεσηκωμού διαρρέει και ο Χουρσίτ Καϊμακάμης διατάσσει από την Τρίπολη να μαζευτούν εκεί όλοι οι πρόκριτοι με το πρόσχημα της σύσκεψης, με απώτερο σκοπό την ομηρία τους. Όσοι πήγαν εντέλει φυλακίστηκαν.
Το γεγονός αυτό επισπεύδει την έναρξη της επανάστασης. Η επαναστατική σημαία υψώνεται από τον Σισίνη στη Γαστούνη και τον Βιλαέτη στον Πύργο.
Οι Τούρκοι κλείνονται στο Χλεμούτσι κι εκεί σπεύδουν σε βοήθειά τους οι φοβεροί Τουρκαλβανοί από το Λάλα. Στη θέα τους οι άπειροι τότε αγωνιστές σκορπούν και οι Λαλαίοι Τούρκοι λεηλατούν την περιοχή του κάμπου και τον Πύργο.
Ο ίδιος ο Χαράλαμπος Βιλαέτης προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τους θηριώδεις Λαλαίους Τούρκους στον τόπο τους, πέφτει ηρωικά στο χωριό Σμίλα, τον Μάιο του 1821.
Ελληνικές δυνάμεις συνασπίζονται γύρω από το Λάλα και παρ΄ότι υπερέχουν αριθμητικά έναντι των πολιορκούμενων, οι τελευταίοι απορρίπτουν κάθε πρόταση παράδοσης των όπλων.
Μετά από σκληρές μάχες οι Τούρκοι εγκαταλείπουν το Λάλα, καίγοντας όσα δεν μπορούσαν να μεταφέρουν.
Οι Ηλείοι απαλλάσσονται έτσι από την τουρκική παρουσία, χωρίς όμως να εφησυχάζουν, σπεύδοντας σε βοήθεια των συναγωνιστών τους στη Ρούμελη και το Μοριά, όποτε αυτοί το χρειάστηκαν. Έτσι, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, βάζει ως στόχο την κατάληψη του κάστρου των Πατρών, δείχνοντας εξαιρετική ανδρεία στην πολιορκία του τον Μάρτιο του 1822.
Βοήθεια προσέφεραν οι Ηλείοι και στην πολιορκία του Μεσολογγίου, καταφθάνοντας σε βοήθεια των πολιορκουμένων μαζί με άλλους Μοραϊτες.
Κατά την διάρκεια της πολιορκίας των Πατρών, οι Τούρκοι, λόγω χαλαρότητας των πολιορκητών, βγαίνουν σε συχνές επιδρομές εκτός του κάστρου, προς τη Μανωλάδα και τα Λεχαινά. Σώμα Σουλιωτών με αρχηγό τον Κώστα Μπότσαρη έρχεται σε βοήθεια των ντόπιων, απωθώντας τους Τούρκους. Αργότερα, οι Τούρκοι της Πάτρας κάνουν δύο ακόμη επιδρομές σε Ανδραβίδα και Γαστούνη.
Το 1823, πριν καλά καλά εδραιωθεί η επανάσταση, ξεσπά εμφύλιος σπαραγμός ανάμεσα στις τάξεις των στρατιωτικών και των πολιτικών, με σκοπό τον έλεγχο της εξουσίας.
Έτσι εξασθενημένη βρίσκει την Ελλάδα ο Ιμπραήμ, ο οποίος ανενόχλητος αποβιβάζεται με τον Αιγυπτιακό στόλο στη Μεθώνη και προχωρά για το Μεσολόγγι. Μπροστά στην κατακραυγή η κυβέρνηση αποφυλακίζει τον Κολοκοτρώνη.
Το Νοέμβριο του 1825 οι Αιγύπτιοι λεηλατούν τον Πύργο και προελαύνοντας φτάνουν στην Αμαλιάδα και τη Γαστούνη.
Οι Τουρκοαιγύπτιοι μπαίνουν στη Γαστούνη και ο ντόπιος πληθυσμός καταφεύγει στο Χλεμούτσι.
Αμέσως μετά, σε μάχη στο Βαρθολομιό, αποδεκατίζονται οι τάξεις των Ελλήνων.
Ο Ιμπραήμ φεύγοντας για το Μεσολόγγι αφήνει πίσω του τον Χουσεϊν Μπέη, με ισχυρή δύναμη. Αυτός συναντά αντίσταση από τους Έλληνες, στα δύο μοναστήρια, της Σκαφιδιάς και του Φραγκαπηδήματος.
Μετά την πτώση του Μεσολογγίου, ο Ιμπραήμ επιστρέφει στην Ηλεία σφάζοντας και λεηλατώντας. Πολιορκεί το Χλεμούτσι και από τη δίψα οι Έλληνες πωλούνται σε σκλαβοπάζαρο.
Στο μεταξύ όμως επεμβαίνουν οι Μεγάλες Δυνάμεις και καταστρέφουν ολοκληρωτικά τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στη ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβριος 1827).
Η ώρα της ελευθερίας είχε σημάνει …

Πηγή:pde.org.gr/ilia