Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Η ράχη της φρίκης.

«Μπορείτε να επιστρέψετε στα σπίτια σας», υποσχέθηκαν οι κατακτητές με τις ντουντούκες, στους κατοίκους που έπαιρναν τα βουνά. «Μη φοβάστε, δεν θα σας πειράξει κανείς. Έχετε τον λόγο της τιμής του διοικητή Εμπερσμπέργκερ».
Η ράχη της φρίκης
Μερικές ώρες αργότερα, σύσσωμος ο πληθυσμός των Καλαβρύτων, άνθρωποι έντιμοι που πίστεψαν ότι ο κατακτητής είχε τιμή, διατάχθηκε με δυσοίωνες κωδωνοκρουσίες να συγκεντρωθεί στο δημοτικό σχολείο της κωμόπολης.
«Να έχετε μαζί σας κουβέρτες και τρόφιμα για μία ημέρα», ήταν η οδηγία. Όταν μαζεύτηκαν και οι τελευταίοι, η υπόσχεση ότι «δεν θα πειραχτεί κανείς» ρίχτηκε στη φωτιά του πολέμου.
Όλοι οι άνδρες, ηλικίας 12 ετών και πάνω, οδηγήθηκαν στην αμφιθεατρική τοποθεσία της Ράχης του Καππή, εκεί όπου δεσπόζει σήμερα ένας πελώριος, επιμνημόσυνος σταυρός.
«Κοιτάξτε τα σπίτια σας, πόσο ωραία καίγονται», φώναξε γελώντας κάποιος σαδιστής Γερμανός αξιωματικός. «Και το σχολείο», πρόσθεσε ένας άλλος.
Μέσα στους τέσσερις τοίχους του δημοτικού κλείστηκαν τα γυναικόπαιδα. Το τελευταίο πράγμα που είδαν οι μελλοθάνατοι της Ράχης ήταν οι φλόγες που ξεπηδούσαν από το κτίριο του σχολείου.
Έπειτα, άρχισε το κροτάλισμα των οπλοπολυβόλων. Όταν κόπασαν οι ριπές του μακελειού, το χωράφι ήταν διάσπαρτο από πτώματα αθώων ανθρώπων.
Εκτελέστηκαν, συνολικά, 499 άνδρες και έφηβα παιδιά. Διασώθηκαν μόλις 13, ενώ πυρπολήθηκαν περισσότερα από χίλια σπίτια.
Πίσω, στα Καλάβρυτα, οι γυναίκες έσπαγαν τα παράθυρα του σχολείου και πηδούσαν έξω για να σωθούν. ‘Ενας Αυστριακός φαντάρος τις λυπήθηκε και άνοιξε την εξώπορτα.
Γλίτωσαν σχεδόν όλες. Όταν πλησίασαν στον τόπο του μαρτυρίου, βρήκαν τους συζύγους, τους πατεράδες και τους γιους τους να κείτονται άψυχοι.
Η «επιχείρηση Καλάβρυτα», αντίποινο για την ήττα του λόχου του Χανς Σόμπερ στη μάχη της Κερπινής και την εκτέλεση 78 αιχμαλώτων Γερμανών στρατιωτών, ολοκληρώθηκε με μακάβρια επιτυχία.
Τα περισσότερα χωριά του Χελμού είχαν μετατραπεί, και αυτά, σε αποκαϊδια, όπως και το Μέγα Σπήλαιο και η Αγία Λαύρα. Η ορεινή Αιγιαλεία πλήρωσε τη γενναιότητά της με 677 θύματα.
Ήταν 13 Δεκεμβρίου 1943, όταν τα Καλάβρυτα ντύθηκαν στα μαύρα του πένθους και της βουβής οργής. Σαν σήμερα, πριν από 74 χρόνια. Σαν να ήταν μόλις προχθές.
Μερικές από τις χαροκαμένες κοπέλες των Καλαβρύτων ζουν ακόμη. Θυμούνται τη σφαγή και κλαίνε, σαν να ηχούν ακόμη στα αυτιά τους οι ομοβροντίες των αδίστακτων Ναζί. «Ποτέ ξανά πόλεμος, ποτέ πια φασισμός», υπόσχονται.
Κάποιοι φαιοχίτωνες νοσταλγοί με βρώμικα χέρια κρύβονται σε μία ρυπαρή γωνιά και ξεκαρδίζονται από τα γέλια. Η Ελλάδα του 21ου αιώνα βρήκε χώρο και για αυτούς. Χωρίς να ντρέπεται.
Ουδείς από τους φυσικούς αυτουργούς της εκατόμβης των Καλαβρύτων λογοδότησε στη δικαιοσύνη. Στο εδώλιο κάθισε μόνο o στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι, ο οποίος καταδικάστηκε συνολικά για εγκλήματα πολέμου που τέλεσε στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ο στρατηγός Καρλ φον Λε Σουίρ, που διέταξε τα αντίμετρα δίχως έλεος, παραδόθηκε στους Σοβιετικούς και έμεινε αιχμάλωτος μέχρι τον θάνατό του, εννέα χρόνια αργότερα.
Ο διοικητής που έδινε τον λόγο της ανύπαρκτης τιμής του, ο Εμπερσμπέργκερ, πέθανε στο ανατολικό μέτωπο. Άλλοι έζησαν μία ξέγνοιαστη ζωή και απεβίωσαν ως απόστρατοι πολίτες, στη δεκαετία του ’70.
Η μοναδική αποζημίωση που παραχωρήθηκε από το γερμανικό κράτος ήταν η θλίψη που εξέφρασε ο πρόεδρος Γιοχάνες Ράου, όταν επισκέφτηκε τον τόπο της ανθρωποθυσίας το έτος 2000.
Το «Ρέκβιεμ» του Μίκη Θεοδωράκη, γραμμένο στη μνήμη των σφαγιασθέντων στα Καλάβρυτα, θα μείνει παντοτινό σάουντρακ της θλιβερής επετείου.
Νίκος Παπαδογιάννης
Πηγή:gazzetta.gr

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Κι αν ο Οθωνας δεν είχε έρθει στην Ελλάδα;

Πάνε πάνω από τέσσερις δεκαετίες, αφότου (8 Δεκεμβρίου του 1974) ο ελληνικός λαός απαλλάχτηκε από τους βασιλιάδες που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, με πρώτο τον Όθωνα. Η βαυαροκρατία είναι μια από τις διόλου ευτυχισμένες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Και, βέβαια, για την επιδρομή της «βαυαρικής ακρίδας» στην Ελλάδα, φταίνε αποκλειστικά οι τρεις μεγάλες δυνάμεις της εποχής (Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία) που την επέβαλαν με το ζόρι και χωρίς καν να ερωτήσουν τον ελληνικό λαό.Τι άραγε θα είχε συμβεί, αν οι μεγάλες δυνάμεις δεν είχαν επιβάλει την κληρονομική μοναρχία ως πολίτευμα της ελεύθερης Ελλάδας και, ως εκ τούτου, δεν είχαν διορίσει τον Βαυαρό Όθωνα βασιλιά της; Ας προσπαθήσουμε να αναπλάσουμε τα γεγονότα.

Ήταν 3 Φεβρουαρίου του 1830, όταν εκδόθηκε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου:
«Η Ελλάς θέλει σχηματίσει εν κράτος ανεξάρτητον και θέλει χαίρει όλα τα δίκαια, πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά, τα προσφεφυκότα εις εντελή ανεξαρτησίαν», έγραφε το πρώτο και καίριο άρθρο του που αποτελεί την πεμπτουσία της συμφωνίας ανάμεσα στην Αγγλία, τη Ρωσία και τη Γαλλία για το μέλλον της Ελλάδας. Η χώρα μας αποκτούσε αυτό που ποθούσε: Την διεθνή αναγνώριση της ανεξαρτησίας της.Όμως, πέρα από το πρώτο άρθρο, όλα τα άλλα σημεία του Πρωτοκόλλου ήταν δυσμενή για την Ελλάδα. Εδαφικά (δεύτερο άρθρο), περιοριζόταν στην Πελοπόννησο, σ’ ένα μόνο κομμάτι της Στερεάς, στην Εύβοια, τη Σκύρο και τις Κυκλάδες. Ως πολίτευμα (τρίτο άρθρο), οριζόταν η κληρονομική μοναρχία, ενώ η αποδοχή του Πρωτοκόλλου προϋπέθετε και την αποδοχή της ειρήνης με την Τουρκία.
Ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας ήθελε το πρώτο άρθρο αλλ’ όχι και τα υπόλοιπα. Απάντησε πως η Ελλάδα υιοθετούσε την αναγνώριση της ανεξαρτησίας αλλά δυσκολευόταν να εφαρμόσει τα υπόλοιπα άρθρα.Οι καρποί της πολιτικής του ήρθαν μετά από δυο χρόνια, όταν ο ίδιος είχε πια δολοφονηθεί. Στα τρεισήμισι χρόνια, από τον Ιανουάριο του 1827 όταν ανέλαβε κυβερνήτης ως τον Σεπτέμβριο του 1831, ο Καποδίστριας κατάφερε να αναδιοργανώσει μαζί με τον Δημήτριο Υψηλάντη τον στρατό και να διώξει τους Τούρκους από τη Ρούμελη (εκτός από την Ακρόπολη της Αθήνας) και από την Πελοπόννησο. Πέτυχε να αναγνωριστεί η Ελλάδα ανεξάρτητο κράτος με διεύρυνση των συνόρων που οι δυνάμεις πρότειναν. Εξάλειψε την ληστοκρατία και την πειρατεία, ίδρυσε παντού δημοτικά σχολεία κι έφτιαξε διδασκαλείο. Οργάνωσε την γεωργία, δημιούργησε Τράπεζα, έκοψε ελληνικό νόμισμα, οργάνωσε την Δικαιοσύνη και τα οικονομικά του κράτους και ξόδεψε την προσωπική του περιουσία τσοντάροντας σε δημόσια έργα.

Η δολοφονία του Καποδίστρια από τους Μαυρομιχαλαίους στο Ναύπλιο

Όμως, τα τριάντα χρόνια στην υπηρεσία του τσάρου δεν του επέτρεπαν να τα πηγαίνει και τόσο καλά με τις δημοκρατικές διαδικασίες. Κυβερνούσε συγκεντρωτικά με συγκαλυμμένη απολυταρχία. Παραμέρισε και δυσαρέστησε τον Μαυροκορδάτο, τους Μαυρομιχαλαίους, τον Μιαούλη κι όλους τους άλλους που μοιράζονταν την εξουσία, πριν να έρθει. Η επιμονή του να θέλει διεύρυνση των συνόρων σε βάρος της Τουρκίας, δυσαρεστούσε μόνιμα την Γαλλία, που παρουσιαζόταν εκείνο τον καιρό ως ο μόνιμος προστάτης του σουλτάνου. Ξένοι πράκτορες ανέλαβαν δράση: Με ενέργειες του Ανδρέα Μιαούλη, η Ύδρα και η Σύρος αποστάτησαν, ενώ οι Μαυρομιχαλαίοι υποκίνησαν στάση στην Μάνη. Ο Καποδίστριας απάντησε φυλακίζοντας τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ο αδερφός του, Κωνσταντίνος, κι ο ανιψιός του, Γεώργιος, μπήκαν κάτω από αστυνομική παρακολούθηση. Μόνο που οι επιτηρούμενοι προσεταιρίστηκαν τους δύο χωροφύλακες συνοδούς τους.
Την Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου του 1831, οι Μαυρομιχαλαίοι και οι δύο χωροφύλακες πρόλαβαν τον Καποδίστρια στα σκαλιά του Αγίου Σπυρίδωνος. Πυροβόλησαν και οι τέσσερις. Ο κυβερνήτης έπεσε νεκρός. Νεκρός έπεσε κι ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, καθώς το πλήθος τον λιντσάρισε. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης εκτελέστηκε αργότερα. Οι χωροφύλακες αμνηστεύτηκαν.
Η συνέχεια είναι γνωστή: Με την δολοφονία του Καποδίστρια, ενεργοποιήθηκε το άρθρο του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου που όριζε πως η Ελλάδα θα είχε κληρονομική μοναρχία. Ο ‘Όθων έφτασε στο Ναύπλιο στις 25 Ιανουαρίου του 1833. Νωρίτερα, στις 30 Αυγούστου του 1832, η διάσκεψη του Λονδίνου αποδεχόταν την αξίωση του νεκρού κυβερνήτη να γίνει ελληνοτουρκικό σύνορο η γραμμή Άρτας – Βόλου.

Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, του Πέτερ φον Ες, 1835

Ας δούμε, την εξέλιξη των γεγονότων, θεωρώντας ότι το τρίτο άρθρο του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου, δεν υπήρχε: Δεν είχε προβλεφθεί πολίτευμα, δεν είχε επιλεγεί ο Όθων ως βασιλιάς της χώρας. Ας υποθέσουμε ότι οι μεγάλες δυνάμεις άφησαν τους Έλληνες να ρυθμίσουν μόνοι τους τα του οίκου τους. Ξαναγυρνάμε στην Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου του 1931.
Η είδηση για τη δολοφονία του κυβερνήτη προκάλεσε την άμεση αντίδραση των διοικητών του ελληνικού τακτικού στρατού που έβγαλαν περιπόλους στους δρόμους και κατάφεραν να διατηρήσουν την τάξη. Την ίδια ώρα, ο αδελφός του δολοφονημένου, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας, μη έχοντας άλλο στήριγμα, έστελνε στη Μάνη να ειδοποιήσουν τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και συγκαλούσε την Γερουσία σε έκτακτη συνεδρίαση.
Μόλις έξι ώρες μετά τη δολοφονία, ο Γέρος του Μοριά έμπαινε στο Ναύπλιο καλπάζοντας, επικεφαλής 150 καβαλάρηδων. Η παρουσία του προκάλεσε ανακούφιση σε λαό και Γερουσία. Με ψήφισμά τους, οι γερουσιαστές εξέλεξαν τριμελή «Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος» με τον Αυγουστίνο Καποδίστρια πρόεδρο και μέλη τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον έμπειρο πολιτικό Ιωάννη Κωλέττη, που όμως είχε τις δικές του φιλοδοξίες. Εναντίον τους συνασπίστηκαν οι αντιπολιτευόμενοι τον νεκρό Καποδίστρια «συνταγματικοί» (αυτοί που ζητούσαν την ψήφιση συντάγματος). Οι Έλληνες χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα:
Κυβερνητικοί, οι οπαδοί της Επιτροπής, συνταγματικοί οι αντίθετοι που υποστήριζαν (και μάλλον είχαν δίκιο) ότι η Γερουσία είχε παρανομήσει, ως αναρμόδια να εκλέξει κυβέρνηση, καθώς το έργο αυτό ανήκε στην υπό αναστολή εργασιών διατελούσα Δ’ Εθνοσυνέλευση.
Προκηρύχθηκαν εκλογές για την ανάδειξη νέων εκπροσώπων σε μια ανανεωμένη Εθνοσυνέλευση (την είπαν Ε’). Ο Κωλέττης προωθούσε τους δικούς του, ο Αυγουστίνος κυβερνητικούς, οι συνταγματικοί τρίτους κι ο Κολοκοτρώνης στην μέση προσπαθούσε να κρατά ισορροπίες. Η βία και η νοθεία βασίλευαν και στο Ναύπλιο κατέπλευσαν διπλάσιοι από τον κανονικό αριθμό πληρεξούσιοι, ενώ ήδη ο Κωλέττης είχε διαφωνήσει δημόσια, είχε προχωρήσει στην προβολή δικού του κόμματος και είχε προσεταιριστεί τους συνταγματικούς. Τελικά, μια εξελεγκτική επιτροπή ανέλαβε να ξεσκαρτάρει τα πληρεξούσια, απορρίπτοντας τα πλαστά. Βρέθηκαν ενενήντα έγκυρα.

Στην πρώτη τακτική συνεδρίαση, 7 Δεκεμβρίου του 1831, η τριμελής Επιτροπή υπέβαλε τις παραιτήσεις της. Στη δεύτερη, 8 του μήνα, ο Αυγουστίνος Καποδίστριας εκλέχτηκε προσωρινός (μέχρι την οριστική ψήφιση συντάγματος) «πρόεδρος της κυβερνήσεως», προκαλώντας οριστική διάσπαση της εθνοσυνέλευσης. Οι μάχες κυβερνητικών και συνταγματικών ξεκίνησαν την επομένη, 9 Δεκεμβρίου, με τους κυβερνητικούς να έχουν μαζί τους και τον τακτικό στρατό και να στριμώχνουν άσχημα τους αντιπάλους τους. Την επομένη, οι συνταγματικοί ζήτησαν να τους επιτραπεί ειρηνική αποχώρηση. Έφυγαν στις 12 του μήνα και μαζί τους πήγε και ο Κωλέττης. Στην Κόρινθο, έστησαν νέα συνέλευση.
Αυτόματα, στην Ελλάδα λειτουργούσαν δύο εθνοσυνελεύσεις και δύο κυβερνήσεις: Του Αυγουστίνου Καποδίστρια και των συνταγματικών με ουσιαστικό «πρωθυπουργό» τον Κωλέττη, καθώς οι δυο άλλοι εκλεγέντες (Κουντουριώτης και Ζαΐμης) έμεναν στην Ύδρα. Ο εμφύλιος ήταν πια γεγονός. Με την εκλογή του ανώτατου άρχοντα να εκκρεμεί. Και με τους συνταγματικούς να ενισχύονται από τους παλιούς καπεταναίους του απελευθερωτικού αγώνα.

Ο Όθων στη Βαυαρία τα τελευταία χρόνια της ζωής του

Τον Φεβρουάριο του 1832 ξεκίνησαν οι διαδικασίες των τριών δυνάμεων για την εκλογή του Όθωνα. Τον Μάρτιο, η Εθνοσυνέλευση του Ναυπλίου ανακήρυξε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια «κυβερνήτη της Ελλάδος» με προφανή σκοπό να αναγνωριστεί πρωθυπουργός από τον νέο βασιλιά, όποτε αυτός ερχόταν. Σε καθοριστικές μάχες, οι κυβερνητικοί νικήθηκαν από τους συνταγματικούς, επήλθε ένα είδος συμβιβασμού, ο Αυγουστίνος παραιτήθηκε κι έφυγε στην Κέρκυρα.
Είπαμε όμως ότι παρακολουθούμε τα πράγματα, χωρίς να υπάρχει θέμα βασιλιά Όθωνα. Το λογικό είναι στην περίπτωση αυτή τόσο ο Αυγουστίνος όσο και ο Κωλέττης, παράλληλα με την προώθηση των προσωπικών τους συμφερόντων, να έψαχναν για λύση στο θέμα της ύπαρξης ανωτάτου άρχοντος.
Την εποχή εκείνη, στην Ευρώπη υπήρχαν 250 εστεμμένοι (αυτοκράτορες, βασιλιάδες, ηγεμόνες κ.λπ.) και κανένας αναγνωρισμένος πρόεδρος Δημοκρατίας. Ούτε σκέψη μπορούσε να υπάρξει ότι η Ελλάδα δεν θα γινόταν βασίλειο. Άλλωστε, οι τρεις «μεγάλοι» δεν θα επέτρεπαν διαφορετική λύση. Στην Ελλάδα όμως, οι γαλαζοαίματοι πρίγκιπες δεν περίσσευαν.
Ένας υποψήφιος βασιλιάς θα μπορούσε να είναι ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, γόνος βυζαντινής αριστοκρατικής οικογένειας. Με τίποτα όμως δεν επρόκειτο να τον δεχτούν οι κυβερνητικοί και ίσως ούτε οι συνταγματικοί. Ένας δεύτερος ήταν ο ίδιος ο Αυγουστίνος. Οι συνταγματικοί όμως ούτε για πρωθυπουργό δεν τον ήθελαν. Μια τρίτη λύση ήταν οι Υψηλάντηδες, πατενταρισμένοι πρίγκιπες από κούνια. Ο Αλέξανδρος όμως είχε πεθάνει από το 1828 κι ο Δημήτριος τον ακολούθησε στον τάφο την ίδια αυτή κρίσιμη χρονιά των γεγονότων, το 1832. Οι λοιποί δεν πολυμετρούσαν (ένας τους μάλιστα εκλέχτηκε βουλευτής, χωρίς ποτέ να πατήσει στη Βουλή ούτε καν για να ορκιστεί). Μαυρογένηδες, εκτός από τη Μαντώ, δεν κυκλοφορούσαν στην χώρα. Για να βρεθεί εστεμμένος κοινής αποδοχής, μάλλον στην ευρωπαϊκή αγορά έπρεπε να ψάξουν. Το είχαν άλλωστε κάνει στα 1830, όταν πρόσφεραν το στέμμα στον Βέλγο Λεοπόλδο που το αρνήθηκε.
Αν έτσι είχαν τα πράγματα, ένας καλός μεσολαβητής μπορούσε να είναι ο Στράτφορντ Κάνιγγ, ξάδερφος του φιλέλληνα Άγγλου πρωθυπουργού Γεώργιου Κάνιγγ, επίσης φλογερός φιλέλληνας, διπλωμάτης καριέρας και, το σπουδαιότερο, περαστικός από το Ναύπλιο τη μέρα που άρχισαν οι σφαγές μεταξύ κυβερνητικών και συνταγματικών. Τότε, είχε προειδοποιήσει ότι η Ελλάδα κινδύνευε να αποδειχθεί ανίκανη να αυτοδιοικηθεί, οπότε οι «μεγάλοι» μπορεί και να την ξαναγύριζαν στην οθωμανική σκέπη. Αν το καθεστωτικό δεν το είχαν αναλάβει οι μεγάλες δυνάμεις, η παρουσία του Κάνιγγ στην Ελλάδα θα ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για τους αντιμαχόμενους να τα βρουν, καθώς ποτέ δεν έλειψαν οι προσπάθειες συμβιβασμού. Απλά αποτύγχαναν.
Μια καλή ημερομηνία για συνάντηση των αντιπάλων είναι η 28η Δεκεμβρίου του 1831, μέρα που ο Κάνιγγ, έχοντας ήδη συσκεφθεί με τους πρεσβευτές των τριών δυνάμεων, κοινοποίησε υπόμνημα με παραινέσεις για κατευνασμό των παθών. Ας αναπαραστήσουμε τη συνάντηση:
Πρέπει να έγινε στην κατοικία του πρεσβευτή της Αγγλίας με παρόντες τον ίδιο, τους άλλους δύο πρεσβευτές, τον Κάνιγγ, τον Αυγουστίνο Καποδίστρια και τον Ιωάννη Κωλέττη. Για να τα βρουν, κυριότερο θα ήταν να συμφωνήσουν στο πρόσωπο του ανώτατου άρχοντα. Εξηγήσαμε γιατί οι Έλληνες αποκλείστηκαν. Ξέρουμε, ότι οι «μεγάλοι» θα συμφωνούσαν μόνο σε ξένο κοινής εμπιστοσύνης. Και ξαφνικά, ο Στράτφορντ Κάνιγγ έριξε την ιδέα:
«Τι γνώμη έχετε για τον Λουδοβίκο της Βαυαρίας;».
«Την καλύτερη», είπαν όλοι, καθώς τον ξέρανε για μεγάλο φιλέλληνα, αν και ο πρεσβευτής της Ρωσίας είχε κάποιες ψιλοαντιρρήσεις, επειδή ο Βαυαρός δεν ήταν ορθόδοξος. «Όμως», σημείωσαν, «ο Λουδοβίκος είναι ήδη βασιλιάς. Γιατί να θελήσει να έρθει στην Ελλάδα;».
Οπότε ο Κάνιγγ εξήγησε:
«Ο Λουδοβίκος, όχι. Ο γιος του, όμως; Να δείτε πως τον λένε…».
«Όθωνα», διευκρίνισε ο καλά πληροφορημένος της συντροφιάς. Συμφώνησαν απαξάπαντες. Οι πρεσβευτές ειδοποίησαν τις κυβερνήσεις τους. Μια σύσκεψη εκπροσώπων των τριών στο Λονδίνο, αποδέχτηκε την πρόταση. Οι διαδικασίες ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 1832.
Στις 25 Ιανουαρίου του 1833, ο Φρειδερίκος Λουδοβίκος Όθων αποβιβαζόταν στο Ναύπλιο, όχι επειδή τον επέβαλαν οι μεγάλοι, όπως έγινε, αλλά επειδή τον είχαν ζητήσει οι Έλληνες.
Κάρολος Μπρούσαλης
Πηγή:protagon.gr 

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Το δένδρο της φιλοδοξίας...

Είναι ανακουφιστικό να γεννιέσαι ατάλαντος, με τη βασική προϋπόθεση όμως να το ξέρεις, να το γνωρίζεις, τότε αρχίζει η ζωή να κυλάει ήσυχα κάτω από τα πόδια σου, ο δρόμος σου να στρίβει, να ανοίγεται, να ανεβαίνει, να κατεβαίνει σχεδόν από μόνος του, ο τόνος σου, ο φθόγγος σου να αποκτά κάτι από το τρυφερό χορτάρι δίπλα σε τρεχούμενα νερά, σιωπηλός, μοναχικός και φιλέρημος.
Τα βράδια στρώνεις το κρεβάτι σου και όλες οι φροντίδες υποχωρούν σε μια μόνο προαίρεση- χωρίς δεσμεύσεις και περιορισμούς- της Σοφίας. Μόλις εμφανιστεί όλοι και όλα αποχωρούν, τρομάζουν, φεύγουν φοβισμένα μακριά. Κρύβονται.
Ξυπνάς βαθιά χαράματα μόνος, ήσυχος με τον εαυτό σου, κοιτάζεις ολόγυρα το χώρο της αλήθειας, τανύζεσαι, ανοίγεις τα παράθυρά σου και ούτε σχέδια, ούτε εμπόδια, ματαιώσεις, καθυστερήσεις, δυσκολίες, τίποτα, τίποτα από όσα σου ταράζουν τη ψυχή, κάθε τι που σου προξενεί ανησυχία απομακρύνεται, δεν τολμά να πλησιάσει.
Κάτω στον κάμπο ανεβαίνει γαλάζιος ο καπνός και ο πετεινός της αυλής σου ανοίγει τόσο το φτερό του όσο χρειάζεται για ν’ ανέβει στο δέντρο που εσύ καθημερινά κλαδεύεις. Της φιλοδοξίας.
Ποτίζεις τις βραγές του κήπου σου και γελάς. Παίρνεις τη γνώση των λουλουδιών και του νερού, το άνθισμα μόνο και τη συνέχιση της ροής, αυτή είναι η μόνη σου αποστολή, αυτή, και να ξέρεις να το κάνεις δίχως να το σκέφτεσαι.

Θοδωρής Γκόνης

Πηγή:protagon.gr


Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Ο Γκρεμιστής.

      Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης, 
ο διαλεχτός της άρvησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάvυχτα τρέμει εvός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της vυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,
πάvτα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης.
του μακρεμένου αγvαvτευτής, κι ο κλέφτης κι ο
απελάτης
και με το καριoφίλι μου και με τ’ απελατίκι
την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.

Kάλλιo φυτρώστε, αγριαγκαθιές, και κάλλιo ουρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκώστε, ποταμοί και κάλλιο ανoίχτε, τάφοι,
και, δυvαμίτη, βρόvτηξε και σιγοστάλαξε, αίμα,
παρά σε πύργους άρχοvτας και σε vαούς το Ψέμα.
Τωv πρωτογέvvητωv καιρών η πλάση με τ΄αγρίμια
ξαvάρχεται. Καλώς να ‘ρθει. Γκρεμίζω την ασκήμια.

Ειμ’ ένα ανήμπορο παιδί που σκλαβωμένο το ‘χει
το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι
δεν του αποκρίvεται καvείς, και πάει κι όλο προσμέvει
το λόγο που δεν έρχετα, και μια vτροπή το δένει
Μα το τσεκούρι μοvαχά στο χέρι σαv κρατήσω,
και το τσεκούρι μου ψυχή μ’ ένα θυμό περίσσο.
Τάχα ποιός μάγος, ποιό στοιχειό του δούλεψε τ’ατσάλι
και vιώθω φλόγα την καρδιά και βράχο το κεφάλι,
και θέλω να τραβήξω εμπρός και πλατωσιές v’ αvοίξω,
και μ’ ενα Ναι να τιναχτώ  μ’ ένα Όχι να βροvτήξω;
Καβάλα στο νοητάκι μου, δεν τρέμω σας, όποιοι είστε.
Γρικάω, βγαίvει από μέσα του μια προσταγή:
                          Γκρεμίστε!

Κωστής Παλαμάς

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Μέγας Αλέξανδρος : Η πολιορκία και η κατάληψη του βράχου της Σογδιανής.

Οι πρώτοι αλπινιστές στην παγκόσμια ιστορία



Οι οχυρωμένοι Σογδιανοί στον βράχο – Οι ‘’φτερωτοί στρατιώτες’’ – Η κατάληψη του βράχου – Ο γάμος του Αλέξανδρου με τη ΡωξάνηΤον χειμώνα του 328 π.Χ. με τον θάνατο του Σπιταμένη , του πλέον ικανού από όλους τους αντιπάλους του , ο Μέγας Αλέξανδρος είχε να αντιμετωπίσει μεμονωμένες εστίες αντίδρασης   στη Σογδιανή , προκειμένου να κατακτήσει ολόκληρη την επαρχία.
Οι απώλειες που είχε στις μάχες που έδωσε εκεί, τον ανάγκασαν να στείλει στη Μακεδονία τον Μενίδα, τον Σώπολη και τον Επόκιλλο, προκειμένου να φέρουν ενισχύσεις έτσι ώστε να ανανεωθεί το εκστρατευτικό σώμα .
 

Ο Βράχος της Σογδιανής

Το πρώτο εμπόδιο για τον Μακεδόνα στρατηλάτη ,ήταν «ο Βράχος (ή η Πέτρα) της Σογδιανής», ‘’Sogdian Rock’’ , όπως αναφέρεται στα αγγλικά. Επρόκειτο για ένα ορεινό φρούριο , από την κατάληψη του οποίου εξαρτιόταν η τύχη των έτοιμων για επανάσταση ξανά Σογδιανών.  Στο ‘’ανάλωτον’’ αυτό καταφύγιο την άμυνα είχε οργανώσει ο Οξυάρτης  (ή ο  Αριαμάζης  κατά τον Κούρτιο και τον Πολύαινο ) και είχαν συγκεντρωθεί πολλοί επαναστάτες Σογδιανοί με τις οικογένειές τους . Οι απόκρημνοι βράχοι και το πυκνό χιόνι που κάλυπτε τα πάντα ( βρισκόμαστε στον  χειμώνα του 328/327 π.Χ. ), έκαναν το οχυρό απροσπέλαστο. Οι Σογδιανοί είχαν αρκετές προμήθειες για να αντέξουν την πολιορκία , ενώ από το χιόνι εξασφάλιζαν και άφθονο νερό. Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος τους πρότεινε να παραδοθούν , εκείνοι του απάντησαν προκλητικά πως θα έπρεπε να βρει «φτερωτούς στρατιώτες»  για να καταλάβει το οχυρό…( Αρριανός , IV , ιβ, 4-7 )


Οι πρώτοι αλπινιστές της παγκόσμιας ιστορίας

Μετά την άρνηση των Σογδιανών , ο Αλέξανδρος αποφάσισε να επιτεθεί εναντίον του φρουρίου . Διάλεξε 300 μαχητές , τους πλέον ικανούς  κι εξασκημένους στην ανάβαση των βράχων και τους ζήτησε να ανέβουν στο βράχο , δίνοντας σε όποιον ανέβαινε πρώτος  12 τάλαντα, στους επόμενους μικρότερα ποσά , ακόμα όμως και σε όποιους ανέβαιναν τελευταίοι , υποσχέθηκε 300 δαρεικούς.

Κατά τον Κούρτιο, μιλώντας στους στρατιώτες αυτούς , είπε : «Η φύση δεν έχει τοποθετήσει τίποτα τόσο ψηλά , ώστε το θάρρος να μην  μπορεί να το ξεπεράσει .Με το να προσπαθούμε να πετύχουμε αυτά που οι άλλοι δεν τόλμησαν , έχουμε την Ασία υπό την εξουσία μας».
Οι στρατιώτες αυτοί , αφού προμηθεύτηκαν  σιδερένιους πασσάλους και σχοινιά από λινάρι, περίμεναν να νυχτώσει και όταν έφτασαν στο πιο απόκρημνο και αφύλαχτο σημείο , ξεκίνησαν την ανάβαση . Το εγχείρημά τους ήταν πάρα πολύ δύσκολο . Καθώς βούλιαζαν στο παχύ χιόνι, ορισμένοι έπεφταν από τις απότομες πλαγιές. Τριάντα ( ή τριάντα δύο κατά τον Κούρτιο) γκρεμίστηκαν κατά την ανάβαση. Τα πτώματά  τους δεν βρέθηκαν ποτέ… Οι υπόλοιποι όμως ,έφτασαν ως την αυγή στην κορυφή και μάλιστα ψηλότερα από τους Σογδιανούς . Άρχισαν να κουνούν λευκά κομμάτια υφάσματος για να τους δουν από το μακεδονικό στρατόπεδο και να καταλάβουν πως εκτέλεσαν την αποστολή τους. Ο Μέγας Αλέξανδρος , ο οποίος  κατά τον Κούρτιο είχε μείνει ξάγρυπνος αγωνιώντας για την έκβαση της επιχείρησης , έδωσε εντολή σ’ ένα κήρυκα να φωνάξει στους εχθρούς «πως βρέθηκαν οι φτερωτοί άνθρωποι και κατέλαβαν την κορυφή του βουνού».
Έκπληκτοι οι Σογδιανοί από την εξέλιξη αυτή , δεν αντιλήφθηκαν πως οι ‘’φτερωτοί άνθρωποι’’ ήταν περίπου 270 μαχητές και παραδόθηκαν. Αιχμαλωτίστηκαν πολλά γυναικόπαιδα και η οικογένεια του άρχοντα Οξυάρτη που ήταν ο επικεφαλής της άμυνας του βράχου.
Ο Κούρτιος , παρουσιάζει μια κάπως διαφορετική εκδοχή από αυτή του Αρριανού. Αναφέρει ότι ο Αριμάζος (και όχι ο Οξυάρτης ), ήταν επικεφαλής της άμυνας της Σογδιανής. Για τον βράχο γράφει ότι είχε ύψος 30 στάδια ( 1 στάδιο=184,8 μ. , δηλαδή ο βράχος είχε ύψος , περίπου, 5.546 μέτρα! ). Μαζί με τον Αριμάζο βρισκόταν 30.000 άνδρες . Ο Αλέξανδρος, μέσω του Κόφα, γιού του Αρτάβαζου, κάλεσε τους Σογδιανούς να παραδοθούν, εκείνοι όμως δεν δέχθηκαν. Μετά την ανάβαση στο βράχο των … ‘’φτερωτών στρατιωτών’’ όμως, ο Αριμάζος συνθηκολόγησε . Τους επικεφαλής των Σογδιανών ο Αλέξανδρος διέταξε να τους σταυρώσουν στα ριζά του βράχου , ενώ οι υπόλοιποι αιχμαλωτίστηκαν. 


Ο Αλέξανδρος και η Ρωξάνη

Σύμφωνα με τον Αρριανό , όταν ο Μέγας Αλέξανδρος είδε την κόρη του Οξυάρτη , τη Ρωξάνη που φημιζόταν για την ομορφιά της  και λεγόταν πως ήταν η πιο όμορφη γυναίκα σε όλη την Ασία , θέλησε να την παντρευτεί. Ο Οξυάρτης ακούγοντας πως ο Μακεδόνας βασιλιάς ερωτεύτηκε την κόρη του, εμφανίστηκε μπροστά στον Μέγα Αλέξανδρο και τον υποδέχθηκε με τις τιμές που του ταίριαζαν (Αρριανός ,IV,19,4-6 20,4).
Ο Στράβων , αναφέρει ότι η Ρωξάνη ζούσε στον ‘’βράχο Σισιμίτρα’’ στη Βακτριανή . Ο Πλούταρχος και ο Κούρτιος , δεν συνδέουν τον γάμο του Μακεδόνα στρατηλάτη με την Ρωξάνη , με την κατάληψη κάποιου ορεινού φρουρίου.
Η κατάληψη του  βράχου  της Σογδιανής , μπορεί να είναι ήσσονος σημασίας γεγονός μπροστά στις άλλες λαμπρές νίκες του Μεγάλου Αλεξάνδρου , όμως αποτελεί την πρώτη επιχείρηση  (επιτυχημένη μάλιστα) κατάληψης οχυρού με αλπινιστικές μεθόδους στην παγκόσμια ιστορία.


Μιχάλης Στούκας

Πηγή:protothema

Πηγές : ‘’ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ’’, τόμος Δ΄ , Εκδοτική Αθηνών.
Β.Γκαφούροφ- Δ.Τσιμπουκίδης , ‘’ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΜΑΚΕΔΩΝ ΚΑΙ Η ΑΝΑΤΟΛΗ’’, Εκδόσεις Παπαδήμα,2003
J.F.C.FULLER, ‘’Η ΙΔΙΟΦΥΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ’’, Εκδόσεις ΠΟΙΟΤΗΤΑ, Δωδέκατη Έκδοση 2005.


Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Μάνα μου μην ξεχνάς.

Μη με παραχαϊδεύεις. Ξέρω καλά πως δεν πρέπει να μου δίνεις πάντα ό,τι ζητώ. Σε δοκιμάζω μονάχα για να δω. Μη διστάζεις να είσαι σταθερή μαζί μου. Το προτιμώ. Με κάνεις να νιώθω περισσότερη σιγουριά. Μη με κάνεις να νιώθω μικρότερος απ’ ό,τι είμαι. Αυτό με σπρώχνει να παριστάνω καμιά φορά το «σπουδαίο». Μη μου κάνεις παρατηρήσεις μπροστά στον κόσμο αν μπορείς. Θα προσέξω περισσότερο αυτά που θα μου πεις, αν μου μιλήσεις ήρεμα μια στιγμή που θα είμαστε οι δυο μας. Μη μου δημιουργείς το συναίσθημα πως τα λάθη μου είναι αμαρτήματα. Μπερδεύονται έτσι μέσα όλες οι αξίες που έχω μάθει να αναγνωρίζω. Μη με προστατεύεις πάντα από τις συνέπειες. Χρειάζεται καμιά φορά να πάθω για να μάθω. Μη δίνεις σημασία στις μικροαδιαθεσίες μου. Καμιά φορά δημιουργούνται ίσα-ίσα για να κερδίσω την προσοχή που ζητούσα. Μη μου δίνεις επιπόλαιες υποσχέσεις. Νιώθω πολύ περιφρονημένα όταν δεν τις κρατάς. Μην υπερτιμάς την τιμιότητά μου. Συχνά οι απειλές σου με σπρώχνουν στην ψευτιά. Μην πέφτεις σε αντιφάσεις. Με μπερδεύεις έτσι αφάνταστα και με κάνεις να χάνω την πίστη μου σε σένα. Μη με αγνοείς όταν σου κάνω ερωτήσεις. Αν κάνεις κάτι τέτοιο θα ανακαλύψεις πως θα αρχίσω να παίρνω τις πληροφορίες μου από άλλες πηγές. Μη με κάνεις να πιστέψω ότι είσαι τέλεια και αλάνθαστη. Είναι σοκ για μένα όταν ανακαλύπτω πως δεν είσαι ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Μη διανοηθείς ποτέ πως θα πέσει η υπόληψή σου αν μου ζητήσεις συγνώμη. Μια τίμια αναγνώριση ενός λάθους, μου δημιουργεί πολύ θερμά αισθήματα απέναντί σου. Μην ξεχνάς πόσο γρήγορα μεγαλώνω. Θα πρέπει να σου είναι δύσκολο να κρατήσεις το ίδιο βήμα με μένα, αλλά προσπάθησε σε παρακαλώ. Μην ξεχνάς πως δε θα μπορέσω ν’ αναπτυχθώ χωρίς πολλή κατανόηση και αγάπη. Αυτό όμως δε χρειάζεται να στο πω, έτσι δεν είναι;

Πηγή:lovepeople.gr

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Ηλεία...Η Αναρχία Ξεκίνησε από Εδώ!

1834. Η κυβέρνηση του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους έχει μόλις αρχίσει το αναγεννητικό της έργο ψηφίζοντας διάφορους ιδρυτικούς νόμους. Την ίδια στιγμή, η ζωή των κατοίκων εξαθλιώνεται από την πείνα και τη δυστυχία. Οι νόμοι και τα διατάγματα του κράτους έχουν ως σκοπό να ρυθμίσουν την κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου και να απομακρύνουν τις συνήθειες των κατοίκων που είχαν αποκτήσει από την οθωμανική κυριαρχία. Η ζωή τους όφειλε να είναι ειρηνική, πρώτα από όλα!
       Και κάπου εδώ σημειώνεται το πρώτο αναρχικό περιστατικό. Και λέγοντας αναρχία, εννοούμε την κυριολεξία της λέξης, δηλαδή την άρνηση των πολιτών να δεχτούν την υφιστάμενη πολιτική εξουσία, η οποία πιστεύουν πως τους καταπιέζει και τους αφαιρεί ελευθερίες και δικαιώματα. Με αυτή την έννοια, ναι, λοιπόν, η πρώτη νεοελληνική αναρχία σημειώθηκε στη μετεπαναστατική Ηλεία και συγκεκριμένα στο χωριό Επιτάλιο (τότε Αγουλινίτσα), όταν πολλοί κάτοικοι εκείνης της περιοχής ξεσηκώθηκαν και αρνούνταν να υπακούσουν στην κυβέρνηση, παρακινούμενοι από πολιτικούς και στρατιωτικούς προς την αναρχία. Οι άτακτοι εκείνοι ονομάστηκαν “Αποστάται”.
       Στις 9 Αυγούστου 1834, “οι αποστάται ούτοι κατά τινάς μεν 350 τον αριθμόν, κατά τινας δ’ άλλους 280, ελθόντες εις Αγουλινίτσαν την 3ην του πνέοντος Αυγούστου εξεστράτευσαν την 9ην τού αυτού περί την μεσημβρίαν με σκοπόν να εισέλθουν εις Πύργον…”. Όταν οι αποστάτες έφτασαν στον Αλφειό, ειδοποιήθηκε η φυλακή που στάθμευε έξω από τον Πύργο. Ο στρατηγός Γεώργιος Μήτζου και ο υπομοίραρχος Βρινικόφσκι έφτασαν στην οικία του Έπαρχου και έκαναν σύσκεψη για την αντιμετώπιση των αποστατών. Ο υπομοίραρχος διατύπωσε την άποψη οι υπερασπιστές της πόλης να οχυρωθούν στα πιο ισχυρά αρχοντικά της πόλης. Ο δε στρατηγός υποστήριξε πως έπρεπε να καταλάβουν θέσεις έξω από τον Πύργο για να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο οχύρωσης και των αντιπάλων σε σπίτια, κάτι που έκανε δύσκολη την εκδίωξή τους.
        Το πεδίο της μάχης μεταφέρθηκε. Αφού σχημάτισαν στρατιωτικό σώμα, αποτελούμενο και από ιδιώτες, εξήλθαν της πόλης και συνάντησαν τους αποστάτες στη θέση Κολιρέικο Παλαιογέφυρο. Οι αποστάτες με σκοπό να ξεγελάσουν τους ηγέτες των “φιλονόμων εθνικών στρατευμάτων” ζήτησαν να συζητήσουν μαζί τους. Ωστόσο, ο έπαρχος αρνήθηκε και ξεκίνησε πρώτος το πυρ. Οι αντίπαλοι απάντησαν αμέσως.
       Ακολούθησε μεγάλη μάχη. Οι αποστάτες διαλύθηκαν και τράπηκαν σε φυγή. Επιτέθηκαν τότε εναντίον τους και μερικοί κάτοικοι των χωριών “της Γούβας”, οι οποίοι κατέλαβαν τους λόφους γύρω από τα χωριά Βαρβάσαινα και Σαλμώνη. Οι αποστάτες για να σωθούν έπεσαν στον Αλφειό ποταμό. Ο έπαρχος της Ολυμπίας, ο οποίος είχε νωρίτερα πάρει μέρος στη μάχη κατά των αποστατών, τους κατεδίωξε και έφτασε στο Επιτάλιο. Πολλοί από τους αποστάτες κρύφτηκαν σε οικίες στην Αλφειούσα και κατά τη διάρκεια της νύχτας διαλύθηκαν.  Και κάπως έτσι έληξε άδοξα το πρώτο νεοελληνικό περιστατικό αναρχίας, σύμφωνα με τον Βύρωνα Δάββο και τις μελέτες του.
Πηγή:dionisisfrance.wordpress.com

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Ξύδι και χολή.

Είναι ένα ζευγάρι τόσο αγαπημένο, τόσο δεμένο, που δεν μπορεί ούτε λεπτό ο ένας μακριά από τον άλλον, κανείς, ποτέ δεν τους συνάντησε χώρια, κυκλοφορεί κάθε μέρα, κάθε στιγμή αγκαλιά, πίσω τους τρέχει γαβγίζοντας, κλαψουρίζοντας το μικρό τους σκυλάκι, αδύνατο και διαρκώς πεινασμένο.Πρωί-πρωί βάζουν τα καλά τους, πίνουν τον καφέ τους, κάνουν τον σταυρό τους και παίρνουν τους δρόμους. Οπου υπάρχουν άνθρωποι που ξεκινούν να κάνουν κάτι, που αρχίζουν κάτι, όπου πάει ν’ ανθίσει μια σκέψη, μια φιλοδοξία, ένα όνειρο, ένα τραγούδι, ένας δρόμος διαφορετικός, εμφανίζονται εκεί πρώτοι και καλύτεροι, αυτοβούλως και οικειοθελώς, αρχάγγελοι με τη ρομφαία, στρατιώτες και νοσοκόμοι του ελέους, εθελοντές αιμοδότες με μοναδικό τους κίνητρο το συναίσθημα της κοινωνικής αλληλεγγύης και του αλτρουισμού.Θα τρέξουν να πουν, χωρίς να ερωτηθούν, πρώτοι και καλύτεροι τον λόγο τους, τη συμβουλή τους, θα κάνουν τη διάγνωση, θα ανοίξουν το ιώδιο και το οξυζενέ, θα στάξουν με τη γλώσσα τους τα φάρμακα και το φαρμάκι, θα καυτηριάσουν την πληγή και την πηγή, θα δέσουνε το τραύμα με τη μαύρη γάζα, το πουκάμισο της συμβουλής, μέχρι που να την κλείσουνε, να την πνίξουνε.Θα ανοίξουνε τις τσάντες, τα σακίδιά τους, θα βγάλουνε το μαύρο γάλα και το μαύρο μέλι, θα φτιάξουνε το ξύδι, τη χολή, γνωρίζουνε από παλιά τις δόσεις, τις ποσότητες και τις αναλογίες.Είναι ο φόβος, η δυσκολία και το σκυλάκι τους η ντροπή. Δεν χρειάζεται να τους φωνάξεις με τ’ όνομά τους, αρκεί να τους σκεφτείς μια και μόνη στιγμή, εμφανίζονται αμέσως.
Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Σώπα δάσκαλε...

Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε:

-Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας ανθρώποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε.

Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο.

Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:

-Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!

Νίκος Καζαντζάκης: Αναφορά στον Γρέκο (απόσπασμα)  

Πηγή:gym-anthias.evr.sch.gr
Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε: – Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας άνθρωποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε. Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο. Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο: -Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί! Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr
sopa-daskale Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε: – Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας άνθρωποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε. Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο. Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο: -Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί! Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr
sopa-daskale Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε: – Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας άνθρωποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε. Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο. Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο: -Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί! Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

Διαβάστε περισσότερα στο: www.ithaque.gr

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Στην Παναγιά...

Παρθένα Μάνα, που σαν πνεύμα ο σπόρος έπεσε
στο ανέγγιχτο κορμί σου και σαρκώθη ο Λόγος,
το απάρθενο τρυγώντας σπλάχνο σου, σα βρέφος!
Ω, Δέσποινά μου Υποταγή, τον πόνο δέξου τον
και Συ, σαν το σταυρό, και γείρε το κεφάλι
με υπομονή, κατά γης, χαμογελώντας –
να μην πνιγεί, Κυρά, στα κλάματά Σου ο κόσμος!
Εσύ ’σαι η κιβωτός, που σαν αυγό στην άβυσσο
λαμποκοπάς και πλες στου Θεού τα σκοτεινά
νερά, τα σπέρματα όλα μέσα σου φρουρώντας.
Το πράσινο δρεπανωτό πατάς φεγγάρι
κι όλες στα χέρια σου κρατώντας τις ελπίδες μας,
στον άγριο ουρανό τρεμάμενη ανεβαίνεις
κι αχνογελώντας στέκεσαι πλάι στο γυιό Σου.
Εσύ ’σαι το ανθισμένο το κλαρί στην άβυσσο
της δύναμής Του· εσύ ’σαι ο στοχασμός ο πράος
μέσ’ στο φλεγόμενο καμίνι της οργής Του.

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ

Τυπικάρης
(Απόσπασμα)

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Του αδελφού μου...

Είσαι άντρας. Όμως ο ίδιος πάντα μένω· τα χρόνια που περάσανε με αφήσαν παράξενο παιδάκι γερασμένο.  
Και δεν ποθώ πια τίποτε, αδελφέ μου· τα ονείρατα στα χέρια μου εσκορπίσαν και τα ’δωκα, ροδόφυλλα, του ανέμου.  
Ω, πότε θα μπορέσεις να ξεχάσεις τις έγνοιες της ζωής που σ’ εκερδίσαν νά ’ρθείς αποκεί πέρα, να περάσεις τριγύρω μου το χέρι και σκυμμένος ν’ ακούσεις όσα πάθη εγονατίσαν αυτόν που τόσο σου ’ναι αγαπημένος;
Καλέ μου, σιγανά θα σου μιλούσα, θα σου ’λεγα πως όλοι μ’ εμισήσαν, πως ρεύοντας το δρόμο μου ετραβούσα, διωγμένος κάθε μέρα απ’ τους ανθρώπους, μη ξέροντας ποιοί τόποι μ’ εκρατήσαν, μη ξέροντας σε ποιούς πηγαίνω τόπους.  
Κι ως είσαι ο λατρεμένος αδελφός μου, τα μάτια σου κοιτώντας που εδακρύσαν, θα ξεχνούσα τα βάσανα του κόσμου, και βλέποντας μακριά, κατά τη δύση, τα συννεφάκια που θαμπά εχρυσίσαν φιλώντας ιλαρά το κυπαρίσσι, για μια μικρήν ηλιολουσμένη πόλη, για ένα μεγάλο σπίτι που εκυλήσαν τα πρώτα πρώτα χρόνια μας και οι βόλοι, για τις χαρές που ακόμα με κρατούνε ικέτη, θε να σου ’λεγα, μα εσβήσαν, για τους καιρούς που δε θα ξαναρθούνε…

Κώστας Καρυωτάκης

 

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Συλλογιέμαι τους ναυτικούς...

Συλλογιέμαι τους ναυτικούς...

Εκείνους που, αυτή την ώρα γυρνούν στους μεγάλους δρόμους του Αμβούργου ή του Μοντεβίδεο, ντυμένοι με τα καλά τους ρούχα, χαρούμενοι σα μαθητές λυκείου που έχουν έξοδο και που κοιτάν με την ίδια μαγεμένη περιέργεια τις βιτρίνες των καταστημάτων και τις γυναίκες που περνούν.
Εκείνους που κάνουν μακρυνά ταξίδια με γέρικα κι αργοκίνητα φορτηγά και που, καθισμένοι στο κατάστρωμα, διηγούνται μεταξύ τους ιστορίες της ζωής τους ή καπνίζουν σιωπηλοί — κοιτάζοντας να κατεβαίνει η ωκεάνια νύχτα.
Εκείνους που 'χουν μείνει χωρίς δουλειά και περνάν τις ώρες τους στα μικροκαφενεία των λιμανιών παίζοντας χαρτιά, λιπαρά από την πολλή μεταχείριση, ή μετρώντας και ξαναμετρώντας, σκεφτικοί, τα λεφτά που τους απομένουν και που τα 'χουν βγάλει προσεχτικά από τα βάθη του κόρφου τους.
Εκείνους που, σε ξενικά λιμάνια, ακολουθάν την πρώτη γυναίκα του δρόμου που τους έγνεψε και παζαρεύουν μαζί της, με τα δάχτυλα ή με λέξεις από διάφορες γλώσσες, την τιμή του κορμιού της.
Εκείνους που τις μεγάλες μονότονες ώρες του πλου, καθισμένοι στις κουκέτες τους, βγάζουν από τα βάθη των σάκκων τους τις αναμνήσεις τους: ξεθωριασμένες φωτογραφίες, κιτρινιασμένα γράμματα με καμπουριασμένους χαρακτήρες, καρτ-ποστάλ με λουλούδια ή ωραίες, σαν κούκλες, γυναίκες, ξενικές δεκάρες, σουγιάδες και μεταξωτά μαντήλια· και που, με το πρόσχημα να τα ταχτοποιήσουν, ξεχνιούνται —ώρα— κοιτάζοντάς τα...
Συλλογιέμαι τους ναυτικούς που έχουν αφήσει και με ερωμένη σε κάθε λιμάνι, εκείνους που κάνουν οικονομίες για να στέλνουν επιταγές στο σπίτι τους, εκείνους που αγοράζουν φτηνά μυρωδικά ή έξι πήχες μεταξωτό για τις αρραβωνιαστικές τους — και κείνους που δεν έχουν κανένα στον κόσμο κι έχουν αφοσιωθεί σ' έναν παπαγάλο ή έναν πίθηκο, που λυώνουν από νοσταλγία για τα δάση τους...
Συλλογιέμαι τους ναυτικούς που αρρωσταίνουν και τους κατεβάζουν σε διάμεσα λιμάνια για να τους αφήσουν, μόνους και ξένους, σε πένθιμα δημόσια νοσοκομεία και που η ανάρρωσή τους, ανάμεσα σ' άλλα ανθρώπινα ναυάγια, είναι πιο πένθιμη κι από την αδιαφορία γιατρών και νοσοκόμων τις μέρες του πυρετού και του αγκομαχητού τους...
Συλλογιέμαι τους ναυτικούς που πεθαίνουν στο ταξίδι και τους πετούν στην απέραντη κι αδιάφορη θάλασσα κι ύστερα παραδίνουν το φτωχό σάκκο τους, με τα παλιά τους τα ρούχα, το μεγάλο νικέλινο ρολόι τους, τα ξεθωριασμένα γράμματα, τους σουγιάδες, τις ξενικές δεκάρες και το πήλινο αγαλματάκι που παριστάνει την Ελευθερία του λιμανιού της Νέας Υόρκης, σ' ένα Προξενείο — απ' όπου κανένας, κανένας ποτέ δε θα τον ζητήσει...

[πηγή: Κώστας Ουράνης, Αποχρώσεις, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, χ.χ., σ. 88-89]

homouniversalisgr.blogspot.gr

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Να σέβεσαι, γιε μου, τη γυναίκα.

Μεγαλώνοντας, γιε μου, θα διαπιστώσεις ότι οι γυναίκες είναι δύσκολα πλάσματα. Θέλουν χρόνο για να τις καταλάβεις, για να νιώσεις τις ανάγκες τους, για να αποδεχτείς το πολύπλοκο μυαλό τους.
Θα σε πληγώσουν, γιε μου, όπως πληγώνεται κάθε άνθρωπος στη ζωή του. Όπως κι εσύ θα πληγώσεις κάποια στιγμή, χωρίς ίσως να το θες, μια αθώα ψυχή.
Θα ακούσεις πολλές ιστορίες από τους φίλους σου για τη σκληράδα της γυναίκας. Θα διαβάσεις πολλές αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα για την κάλπικη καρδιά της.
Μην παρασυρθείς, γιε μου, από τις γενικεύσεις των αλλονών. Οι άνθρωποι δεν μπαίνουν στο ίδιο καλούπι. Ο καθένας κουβαλάει μέσα του τον δικό του κόσμο.
Μην πέσεις στην παγίδα που θέλει μια λάθος στιγμή αγάπης να γίνει πίκρα και χολή για κάθε θηλυκό πλάσμα που θα βρεθεί στον δρόμο σου. Δεν είναι ούτε οι γυναίκες ούτε οι άντρες, γιε μου, που πληγώνουν. Είναι οι άνθρωποι που προκαλούν τον πόνο.
Να σέβεσαι πάντα τη γυναίκα. Γιατί είναι η μήτρα που σε γέννησε. Είναι η αγκαλιά που σε μεγάλωσε. Σε κάθε γυναίκα που θα γνωρίσεις στη ζωή σου, θα συναντάς κι ένα κομμάτι από τα όνειρα που έκανε κάποτε και η δική σου μάνα. Κι ας μην τα έμαθες ποτέ.
Κανένας δεν είναι τέλειος, παιδί μου. Μη διεκδικήσεις καμιά τελειότητα στην αγάπη, γιατί δε θα τη βρεις. Αλλά και μη χρεώσεις σε όλες τις γυναίκες τα όνειρα που σου στέρησε μια άλλη. Θα ήταν άδικο για την επόμενη γυναίκα που πραγματικά θα σε αγαπήσει, αλλά και άδικο για τη δική σου την καρδιά να μην της επιτρέψεις να αγαπηθεί.
Να είσαι, γιε μου, ακριβοδίκαιος στην αγάπη. Γιατί μόνο τότε θα γευτείς το βάλσαμο των στιγμών που μόνο αυτή μπορεί να σου χαρίσει στη ζωή σου.

Της Γεωργίας Ανδριώτου.

Πηγή:anapnoes.gr

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Το ΚΕΕΛΠΝΟ προειδοποιεί: Υπαρκτός ο κίνδυνος ελονοσίας.

Ήδη 49 περιοχές της ελληνικής επικράτειας βρίσκονται στο κόκκινο, έχοντας χαρακτηριστεί «περιοχές επηρεαζόμενες από την ελονοσία»

Υπαρκτός είναι ο κίνδυνος επανεμφάνισης της ελονοσίας στη χώρα μας, σύμφωνα με τους ειδικούς του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ).

Δύο είναι οι κρίσιμοι παράγοντες που ενδέχεται να πυροδοτήσουν επιδημία ελονοσίας στην Ελλάδα: η παρουσία ικανού πληθυσμού του κουνουπιού - διαβιβαστή (πρόκειται για το ανωφελές κουνούπι) σε ορισμένες περιοχές της επικράτειας και η αυξητική πορεία των «εγχώριων κρουσμάτων» ελονοσίας, δηλαδή των κρουσμάτων που δηλώνονται με την ένδειξη ότι η «εισβολή» του παράσιτου «πλασμώδιο» που προκαλεί την ελονοσία έγινε στον ασθενή επί ελληνικού εδάφους.

Μέχρι και το τέλος Ιουνίου στο ΚΕΕΛΠΝΟ είχαν αναφερθεί δύο κρούσματα εγχώριας μετάδοσης στην Αχαϊα και την Ηλεία, γεγονός που κατέταξε τις συγκεκριμένες περιοχές σε εκείνες που επηρεάζονται από την ελονοσία και συνεπώς αποκλείονται από την αιμοδοσία όπως ορίζουν οι κανόνες ασφαλείας του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας (ΕΚΕΑ).

Σύμφωνα με την εφετινή έκθεση του ΚΕΕΛΠΝΟ, ήδη 49 περιοχές της ελληνικής επικράτειας βρίσκονται στο κόκκινο, έχοντας χαρακτηριστεί «περιοχές επηρεαζόμενες από την ελονοσία».

Κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους έχουν δηλωθεί στο ΚΕΕΛΠΝΟ  περίπου 25 «εισαγόμενα» κρούσματα ελονοσίας, αριθμός που προσώρας δεν προκαλεί ανησυχία στους ειδικούς, δεδομένου ότι σε ετήσια βάση τα «εισαγόμενα» κρούσματα κυμαίνονται από 20 έως 110.

Ως «εισαγόμενα» κρούσματα ελονοσίας ορίζονται εκείνα που αφορούν κυρίως μετανάστες, που ζουν στην Ελλάδα και έχουν ταξιδέψει σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας όπου η ελονοσία βρίσκεται σε έξαρση, προσβάλλονται από τον ιό και νοσούν μετά την επιστροφή τους στη χώρα μας ή αφορούν Έλληνες τουρίστες και ναυτικούς που επίσης νοσούν μετά την επίσκεψή τους στις επίμαχες χώρες.

Ποιες περιοχές επηρεάζονται από την ελονοσία

Με βάση τα κρούσματα ελονοσίας με ενδείξεις εγχώριας μετάδοσης που διαγνώστηκαν το 2017 αλλά και όσα είχαν καταγραφεί το προηγούμενο έτος, το ΚΕΕΛΠΝΟ έχει χαρακτηρίσει ως επηρεαζόμενες από την ελονοσία περιοχές δεκάδες περιοχές σε πέντε νομούς της χώρας. Πρόκειται για τις εξής περιοχές:

-Από τη Δημοτική Ενότητα Βουπρασίας, Δήμου Ανδραβίδας-Κυλλήνης, στο νομό Ηλείας: Θανασουλαίικα, Μανωλάδα, Μεγάλο Πεύκο, Μπρίνια

-Από τη Δημοτική Ενότητα Λαρισσού (ή Λαρίσου), Δήμου Δυτικής Αχαΐας, στο νομό Αχαϊας: Άραξος, συμπεριλαμβανομένου του οικισμού Ταξιάρχες, Καλόγρια, Βουπράσιο, Λάπας, Μετόχι, Νέο Βουπράσιο, Απιδεώνας, Καγκάδι, Ριόλος, Μαζαίικα, Πέττας, Ματαράγκα, Τσαμαίικα, Κεφαλαίικα, Άγιος Κωνσταντίνος

-Από τη Δημοτική Ενότητα Μόβρης, Δήμου Δυτικής Αχαΐας, στο νομό Αχαϊας: Γερουσαίικα, Μπουταίικα, Σαγαίικα, Σταθμός

-Από τη Δημοτική Ενότητα Βουπρασίας, Δήμου Ανδραβίδας-Κυλλήνης, στο νομό Ηλείας: Λουτρά Υρμίνης, Σαμαραίικα, Βάρδα, Κουγαίικα, Κώμη, Συμπάνιο, Καρβουναίικα, Νέα Μανωλάδα, Ψάρι, Νεάπολη, Καπελέτο, Νησί,
Καραβουλαίικα, συμπεριλαμβανομένου του οικισμού Άγιος Αθανάσιος


-Από τη Δημοτική Ενότητα Κορώνειας, Δήμου Λαγκαδά, στο νομό Θεσσαλονίκης: Άγιος Βασίλειος

-Από τη Δημοτική Ενότητα Χορτιάτη, Δήμου Πυλαίας- Χορτιάτη, στο νομό Θεσσαλονίκης: Χορτιάτης

- Όλοι οι οικισμοί και κοινότητες του Δήμου Σκιάθου

-Από τη Δημοτική Ενότητα Μακρυχωρίου, Δήμου Τεμπών, στο νομό Λάρισας: Ευαγγελισμός, Μακρυχώρι, Παραπόταμος, Ελάτεια

-Από τη Δημοτική Ενότητα Αμπελακίων, Δήμου Τεμπών, στο νομό Λάρισας: Αμπελάκια, Τέμπη

-Από τη Δημοτική Ενότητα Γόννων, Δήμου Τεμπών, στο νομό Λάρισας: Γόννοι, Ιτέα.

Σε όλες τις περιοχές εφαρμόζονται μέτρα αιμοεπαγρύπνησης, σε συνεργασία του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας και του ΚΕΕΛΠΝΟ. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι κάτοικοι αυτών των περιοχών δεν μπορούν να δώσουν αίμα.

Η ελονοσία

Η ελονοσία (malaria) είναι λοιμώδης νόσος που προκαλείται από το παράσιτο «πλασμώδιο» και μεταδίδεται μέσω τσιμπήματος από μολυσμένο κουνούπι, και ειδικότερα από το Anopheles sacharovi, που θεωρείται ο κύριος διαβιβαστής της ελονοσίας στη χώρα μας.

Η ασθένεια ενδημεί, βρίσκεται σε συνεχή έξαρση, σε 91 χώρες του πλανήτη, κυρίως στην υποσαχάρια Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική.
Στην Ελλάδα η ελονοσία εκριζώθηκε όπως είναι ο όρος των λοιμοξιολόγων του ΚΕΕΛΠΝΟ, το 1974, έπειτα από εντατικό πρόγραμμα καταπολέμησης (1946-1960).

Τα τελευταία έτη, από το 2009 και μετά, καταγράφονται σε διάφορες περιοχές της χώρας κρούσματα ελονοσίας με ενδείξεις εγχώριας μετάδοσης, δηλαδή σε ασθενείς που δεν είχαν ιστορικό ταξιδιού σε ενδημικές χώρες.

Παρά την εξάλειψη της ελονοσίας στην Ελλάδα, οι ειδικοί του ΚΕΕΛΠΝΟ, επισημαίνουν το ενδεχόμενο επανεγκατάστασης της νόσου σε ορισμένες περιοχές όπου συνδυάζεται η παρουσία των κουνουπιών- διαβιβαστών με την παρουσία ασθενών που έρχονται από ενδημικές χώρες.

Η έγκαιρη ανίχνευση και η θεραπεία των κρουσμάτων ελονοσίας σε συνδυασμό με την έγκαιρη εφαρμογή προγραμμάτων καταπολέμησης κουνουπιών και τη λήψη μέτρων ατομικής προστασίας από τα κουνούπια είναι οι βασικοί πυλώνες για την αντιμετώπιση της ελονοσίας.

 Πηγή:protothema.gr

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Τα χρήματά μου, το συνάλλαγμά μου.....

Ο βράχος μου, τα πατρικά μου χτήματα, η μητρική μου γλώσσα.   
Με τα μάτια κλειστά, με το κερί των συντρόφων του Οδυσσέα στ’ αυτιά, τη δεξιά παλάμη να μετρά τον πυρετό στο μέτωπό μου, θα καθίσω πάνω στον βράχο μου.
Θα βάλω τη γλώσσα στο αλάτι το χοντρό, σαν το αγριοκάτσικο το καλοκαιρινό, να ξεδιψάσω. Θα βυζάξω τις φλέβες, τις κατεβασιές, τα νερά του, θα πάρω τους εφτά τους δρόμους του.
Ο βράχος μου, τα χρήματά μου, το συνάλλαγμά μου.
Με τη διχάλα του ποδιού μου καρφωμένη πάνω του, θα προχωρήσω, θ’ ανέβω σκαλί- σκαλί τη σκάλα του μέχρι την κορυφή, θα πάρω τις παλίνδρομες διαδρομές του, θα σταθώ στα σταυροδρόμια του να λύσω το αίνιγμα, θα περπατήσω, θα κρεμαστώ στους γκρεμούς του, θα μαζέψω το μέλι του, μελισσοκόμος και μέλισσα.
Ο βράχος μου κι αυτό που κρύβει κάτω του. 
Τον κήπο με τα τριαντάφυλλα τα εξηντάφυλλα και την πηγή με το νερό το δροσερό. 
Ο βράχος μου, ο Πακτωλός και το χρυσάφι μου. 
Αυτόν που κληρονόμησα απ' τους δικούς μου, η τύχη μου κι ο τοίχος μου, σ’ αυτόν επάνω σκάβω-γράφω το τραγούδι μου. Πέφτω μέσα του, μπαίνω μέσα του και αναδύομαι με το χρυσό το νόμισμα στο στόμα.         
Ο βράχος μου, οι νεκροί μου και η γλώσσα μου, αυτοί που μ’ έφεραν ως εδώ, αυτοί ήρθαν και μου στάθηκαν, γιατί ο κόσμος ο παλιός της πέτρας, σηκώνεται, βγάζει φτερό και έρχεται, είναι το σπίτι σου κι αυτό ποτέ δεν σε εγκαταλείπει.

  
Θοδωρής Γκόνης

Πηγή:protagon.gr

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Εμείς δεν είμαστε απελπισμένοι.

Και να τους πεις ακόμη
πως ζούμε φρυγμένοι, πεινασμένοι
μα όχι απελπισμένοι.
Οι απελπισμένοι πες ζούνε μπρούμυτα.
Με φοβισμένα μάτια.
Με σκεπασμένα λόγια.
Με δαρμένη φωνή.
Όχι, δεν είμαστε απελπισμένοι.
Οι απελπισμένοι μόνο τρέμουν.
Μόνο σκύβουν.
Μόνο συμφωνούν.
Όχι πες! Εμείς δεν είμαστε απελπισμένοι.
Εμάς τα μάτια μας
πηδούν πάνω απ’ τις κορυφογραμμές.
Εμάς η φωνή μας ξεπερνά πες τα σύννεφα.
Εμείς είμαστε περήφανοι.
Και δεν καλοπιάνουμε.
Δε θυμιατίζουμε.
Δεν προσκυνάμε.
Αυτή είν’ η Χάρτα μας εμάς.
Αυτό το Σύνταγμά μας.
Να, τι να τους πεις, προξενητή.
Και τώρα: Ώρα σου καλή.
Και κοίταξε μην ξαναβρείς το δρόμο.

Μενέλαος Λουντέμης
(Από το Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί)
 
 

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Η ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ «ΕΠΕΣΕ» Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ 29 Μαϊου 1453: Όταν «η Πόλις εάλω....»

Άλωση της Κωνσταντινούπολης, Πόλη, αλωση 1453, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Μωάμεθ Καμία άλλη ημερομηνία δεν έχει εντυπωθεί στο συλλογικό υποσυνείδητο του Ελληνισμού όσο η 29 Μαϊου, η «αποφράς ημέρα» οπότε η Κωνσταντινούπολη, η «βασσιλίς των πόλεων» κυριεύθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους.
Η πολιορκία και η πτώση της Πόλης ήταν το επιστέγασμα μιας ολόκληρης περιόδου συρρίκνωσης οπότε και οι Τούρκοι (Σελτζούκοι και Οθωμανοί) έθεταν υπό την κυριαρχία τους τα εδάφη της πάλαι ποτέ κραταιάς αυτοκρατορίας.
Έτσι τις παραμονές της Άλωσης η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρχε μόνο κατ' όνομα. Η επικράτειά της αφορούσε μόνο την περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη και σε κάποιες περιοχές, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά.
Το 1451 αναρριχάται στον οθωμανικό θρόνο ο Μωάμεθ ο Β'. Ο νεαρός Σουλτάνος ονειρεύεται να καταλάβει την Βασιλεύουσα προκειμένου να δημιουργήσει μια κραταιά Αυτοκρατορία στη θέση της παλιάς Ρωμαϊκής. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η Πόλη τελούσε ήδη φόρου υποτελής, ο Μωάμεθ αποφασίζει να της δώσει το τελειωτικό χτύπημα.
Το Βυζάντιο σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή εναποθέτει τις ελπίδες του στη Ρώμη η οποία ζητά σαν αντάλλαγμα την ´Ενωση των Εκκλησιών με τους δικούς της όρους. Το 1451 η Σύνοδος Φεράρας-Φλωρεντίας επικύρωσε την πλήρη υποταγή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ρωμαιοκαθολική, όμως δεν έγινε ποτέ δεκτή από τους Βυζαντινούς οι οποίοι είχαν χωριστεί σε «Ενωτικούς» και «Ανθενωτικούς». Ο διχασμός ακύρωσε στην πράξη τη συμφωνία. Παραμονές της Άλωσης ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια, στέλνοντας πρεσβεία στον πάπα Νικόλαο Ε' για να ζητήσει βοήθεια. Ο Πάπας έβαλε και πάλι ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αποδέχθηκε το αίτημα του αυτοκράτορα να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ιερείς, προκειμένου να πείσουν τον λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης.
Οι απεσταλμένοι του Πάπα, καρδινάλιος Ισίδωρος και ο αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, λειτούργησαν στην Αγία Σοφία, προκαλώντας την αντίδραση του κόσμου, που ξεχύθηκε στους δρόμους και γέμισε τις εκκλησίες, όπου λειτουργούσαν οι ανθενωτικοί με επικεφαλής τον μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «Την γαρ Λατίνων ούτε βοήθειαν ούτε την ένωσιν χρήζομεν. Απέστω αφ' ημών η των αζύμων λατρεία».
Το μίσος για τους Λατίνους δεν ήταν μόνο θρησκευτικό αλλά και πολιτικό, αφού ο λαός δεν ξέχασε ποτέ τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, που στην ουσία προκάλεσε και την αρχή του τέλους για την Αυτοκρατορία.
Σε αντίθεση με τους Γενουάτες και τους Βενετσιάνους, οι Οθωμανοί συμπεριφέρονταν καλύτερα προς τους χριστιανούς. Πολλοί βλέποντας ότι οι χριστιανοί είχαν υψηλές θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, κυριαρχούσαν στο εμπόριο και πλήρωναν λιγότερους φόρους θεώρησαν καλύτερη την οθωμανική αντί της λατινικής κυριαρχίας.Την παράταξη αυτή εξέφραζε ο Λουκάς Νοταράς ο οποίος εκστόμισε και την περίφημη φράση «Καλύτερα να δω στην Πόλη τούρκικο φακιόλι παρά λατινική καλύπτρα».
Στις 7 Απριλίου, μπροστά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, ο Μωάμεθ στήνει τη σκηνή του, ξεκινώντας ουσιαστικά την πολιορκία της Πόλης. Με στρατό 150.000 ανδρών, ναυτικό 400 πλοίων αλλά και το πιο σύγχρονο πυροβολικό οι Τούρκοι βρέθηκαν απέναντι σε μόλις 7.000 άνδρες, οι 2000 από τους οποίους ήταν μισθοφόροι, κυρίως Ενετοί και Γενουάτες.
Τη στιγμή της πολιορκίας η Πόλη είναι σκιά του εαυτού της, έχοντας πληθυσμό μόλις 50.000 κάτοικων που αντιμετώπιζε προβλήματα επισιτισμού.Ο κλοιός γύρω από την Κωνσταντινούπολη κλείνει και τα τείχη της σφυροκοπούνται καθημερινά από τα κανόνια του Μωάμεθ.
Παρά τον ναυτικό αποκλεισμό, ένας στολίσκος με εφόδια υπό τον πλοίαρχο Φλαντανελλά κατορθώνει στις 20 Απριλίου 1453 να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό μετά από φοβερή ναυμαχία και να εισέλθει στον Κεράτιο, αναπτερώνοντας τις ελπίδες των πολιορκούμενων.
Η κίνηση αυτή προβλημάτισε τον Σουλτάνο ο οποίος αντιλήφθηκε πως δεν αρκούσαν μόνο οι χερσαίες δυνάμεις για την κατάληψη της Πόλης αλλά έπρεπε με κάποιο τρόπο το ναυτικό να βρεθεί στον Κεράτειο, ο οποίος ήταν φραγμένος από μια τεράστια αλυσίδα.
Με τη βοήθεια ενός Ιταλού μηχανικού κατασκεύασε δίολκο και τη νύχτα της 21ης προς την 22α Απριλίου, 70 περίπου πλοία σύρθηκαν από τον Βόσπορο προς τον Κεράτιο. Η κατάσταση για τους πολιορκούμενους έγινε πλέον απελπιστική, καθώς έπρεπε να αποσπάσουν δυνάμεις από τα τείχη για να προστατεύσουν την Πόλη από την πλευρά του Κεράτιου, όπου δεν υπήρχαν τείχη.
Στις 21 Μαΐου, ο σουλτάνος έστειλε πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Ζητούσε την παράδοση της πόλης με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους. Επίσης, θα αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου, ενώ θα εγγυόταν για την ασφάλεια του πληθυσμού που θα παρέμενε στην Πόλη.
Ο Παλαιολόγος απαντά με αποφασιστικότητα αλλά και αξιοπρέπεια: δέχονταν να πληρώσει υψηλότερους φόρους υποτέλειας και να παραμείνουν στα χέρια των Τούρκων όλα τα κάστρα και τα εδάφη που είχαν στο μεταξύ κατακτήσει.
Για την Κωνσταντινούπολη όμως δήλωσε:
«Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ' ἐμὸν ἐστίν οὔτ' ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν. (Το να σου (παρα)δώσω όμως την πόλη ούτε σε εμένα επαφίεται ούτε σε άλλον από τους κατοίκους της-διότι με κοινή απόφαση οι πάντες θα αποθάνουμε αυτοπροαίρετα και δεν θα υπολογίσουμε τη ζωή μας)
Το βράδυ της 28ης Μαϊου τελείται στην Αγία Σοφία η τελευταία Θεία Λειτουργία. Εκεί ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και υπερασπιστές της Πόλης μεταλαμβάνουν και ο αυτοκράτορας εμψυχώνει το λαό.
Κατά την πρώτη πρωϊνή ώρα της Τρίτης 29 Μαίου, εκδηλώνεται τουρκική επίθεση από τρεις πλευρές συγχρόνως. Οι Βυζαντινοί καταφέρνουν να αποκόψουν τις υπόγειες σήραγγες απ' όπου οι Τούρκοι προσπαθούν να περάσουν κάτω από τα τείχη.
Παρά την αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών οι Βυζαντινοί τους απωθούν και αποκρούουν με επιτυχία τις δύο επιθέσεις. Όμως ο Μωάμεθ Β' οργάνωσε πολύ προσεκτικά την τρίτη και τελευταία επίθεση. Επιτίθεται κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου πολεμά ο Παλαιολόγος. Ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης, ο Γενουάτης Ιουστινιάνης, τραυματίζεται και αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον αγώνα. Αυτή υπήρξε και η ανεπανόρθωτη απώλεια για τους αμυνόμενους.
Τελικώς η Πόλη πέφτει και τα στήφη των Οθωμανών εισέρχονται εντός των τειχών όπου και επιδίδονται σε τριήμερες λεηλασίες. Το βράδυ, ο Μωάμεθ ο επονομαζόμενος πλέον και Πορθητής εισήλθε πανηγυρικά στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε στον Αλλάχ «αναβάς επί της Αγίας Τραπέζης».
Αυτή ήταν και η τελευταία πράξη του δράματος που έμελλε να αλλάξει συνολικά την ανθρώπινη Ιστορία, όχι μόνο την ελληνική. Κι αυτό γιατί με την εγκατάσταση των Οθωμανών στην Ανατολική Μεσόγειο πλήθος λογίων Ελλήνων θα μετοικίσουν στην Δύση, μεταλαμπαδεύοντας έτσι τα κλασσικά και βυζαντινά χειρόγραφα. Επιπλέον, με την οθωμανική κυριαρχία στην περιοχή κλείνουν οι χερσαίοι εμπορικοί δρόμοι προς την Ανατολή ωθώντας έτσι τις μεγάλες ναυτικές δυνάμεις της Δύσης σε αναζήτηση ναυτικών οδών εγκαινιάζοντας την Εποχή των Μεγάλων Ανακαλύψεων.
Για εμάς, η Άλωση της Πόλης, η πτώση του Βυζαντίου θα καταγραφεί στη συλλογική μνήμη ως το τέλος μιας εποχής δόξας που θα δώσει τη θέση της στην Τουρκοκρατία για τους επόμενους τέσσερις με πέντε αιώνες. Πιο ουσιαστικά όμως, η Άλωση θα σηματοδοτήσει το πολιτικό τέλος του Ελληνισμού και την αποκοπή του από τα μεγάλα γεγονότα της Αναγέννησης που ακολοθούσαν.
Η λαϊκή παράδοση απέδωσε το γεγονός με τους περίφημος «λαϊκούς θρήνους» και από την πρώτη στιγμή φρόντισε να μυθοποιήσει τόσο το θάνατο του Παλαιολόγου όσο και την ίδια την πτώση της Πόλης. Έτσι, στη λαϊκή μυθολογία αποτυπώθηκε ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά, του μοναχού με τα μισοτηγανισμένα ψάρια αλλά και της Κερκόπορτας, η οποία έμεινε ανοιχτή επιτρέποντας στους Τούρκους να εισέλθουν στην Πόλη.
Αλλόκοτα περιστατικά, επενέργεια των στοιχείων της φύσης, ακόμη και οι ουράνιες δυνάμεις όλα επιστρατεύονται στη λαϊκή αντίληψη προκειμένου να μεταδώσουν το τραγικό γεγονός και μαζί μ' αυτό την ατέρμονα επαναλαμβανόμενη ευχή:
«Σώπασε κυρα-Δέσποινα και μη πολύ δακρύζεις
Πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας είναι»
Πηγή: 29 Μαϊου 1453: Όταν «η Πόλις εάλω....» | iefimerida.gr