Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Χριστουγεννιάτικο όνειρο.

Στην τράπεζα πρωί-πρωί πρώτος στη γραμμή, στην ουρά στην Αγροτική, σε αυτήν που πήγαινα με τον πατέρα μου παιδί.
 Γυρνώ την κεφαλή μου πίσω και βλέπω τη μητέρα μου, τον παππού μου να στέκονται υπομονετικά κι αυτοί στην ίδια τη γραμμή, στο χέρι να κρατούν νόμισμα παλιό. Περιμένουν να στείλουν τις εκατό δραχμές σε μένα, που κι εγώ το ίδιο περιμένω, για να διαβιβάσω με άλλο νόμισμα στο γιο μου. Το ελάχιστο των εορτών.
Παρατηρώ τον παππού ανήσυχο, κοιτάζει διαρκώς έξω από την πόρτα εκεί όπου έχει ακουμπήσει τα τσουβάλια με τις ελιές, τα πορτοκάλια, τις βροχές, τις μπόρες και τις παγωνιές, τα  χιόνια, το μουσκεμένο του σουρτούκο, τη χαμαλίκα του. Τρέχω να τα πάρω να τα φορτωθώ εγώ στις πλάτες τις δικές μου. Έρχεται. Με προλαβαίνει όπως πάντα. Τα σηκώνει σαν βαμβάκι, σαν πούπουλο και φεύγει πάνω, πέρα στα  βουνά, στις  μαύρες  πέτρες..
Η Μάνα μου, με το φόρεμα του γάμου της, τα μαύρα της μαλλιά πλεγμένα σε κοτσίδες, μιλάει με τον ταμία, του υπαγορεύει το ποσό και τ' όνομά μου κλαίγοντας και τραγουδώντας. Του δίνει αριθμούς, δρόμους, διευθύνσεις, τόπους, σπίτια βουλιαγμένα, χαμένα, βγάζει χαρτί, φύλλο ακέραιο, κόλλα αναφοράς  από το κόρφο της και συλλαβίζει τ' όνομά σου, για σένα επί πλέον διατάζει "διακόσιες οι  δραχμές για δαχτυλίδι". Υπογράφει με σταυρό και χάνεται. 
Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Σ'ακούω πατέρα ...

''.....ο πατέρας μου πεθαμένος εδώ και τόσα χρόνια έρχεται κάθε βράδυ και με συμβουλεύει στον ύπνο μου… μα πατέρα του λέω, ξεχνάς ότι τώρα είμαστε συνομήλικοι;...''

Τα μοναχικά βήματα, Τάσος Λειβαδίτης

22 Δεκέμβρη 1999.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Τα πορτοκάλια των Χριστουγέννων.

Μπορεί το σπίτι μας να καταρρέει, να μπάζει και να στάζει από παντού, να το έχουν πνίξει αγριοσυκιές, το φίδι του να έχει φύγει για αλλού, ο πετεινός και η όρνιθα να έχουν πετάξει απ’ την αυλή, παράθυρα και πόρτες στον άνεμο, στο χιόνι, στη βροχή να έχουνε παραδοθεί, όμως αυτές τις μέρες τις μεγάλες και τις γιορτινές θυμάται, πουλάκι γίνεται, πουλάκι ντύνεται, βγάζει φτερό, στη ξενιτιά μου έρχεται, στις φυλλωσιές μου κρύβεται, γυρεύει ζεστασιά και προστασία. 
Ανοίγω και το υποδέχομαι, βρεγμένο το στεγνώνω, κλαμένο το παρηγορώ το απαρηγόρητο, φέρνει παράπονα μεγάλα, λογαριασμούς απλήρωτους, γραμμάτια παλιά, λόγια σκληρά και πώς να τα σηκώσει το ραγισμένο κεραμίδι του, φέρνει το τζάκι το σβηστό, τη στάχτη τη βρεγμένη. Τον άνθρωπο που δεν τον χόρτασα ποτέ. 
Έρχεται με αυτή τη μυρουδιά που βγάζουνε οι πέτρες, όταν πέφτει πάνω τους βροχή, πέτρες που είναι δεμένες με πηλό, που ζύμωσε με ιδρώτα και με αίμα μια κατάρα που ακόμα περιμένει να γυρίσει σε ευχή.
Έρχεται με το φως, με τις βαθιές γαλήνιες σκιές, με τα ματόκλαδά του, τα πορτόφυλλα κλειστά και περιμένει.
Έρχεται, ανοίγουν κεφαλάρια, ανοίγουνε νερά και ουρανοί και είναι όλοι και όλα  όπως τότε. Εκεί. Άνθρωποι, ζωντανά, στη φάτνη, στην καλύβα, στο τραπέζι.
Καπνός, βιβλία, πορτοκάλια, κάστανα, τσάι, το γέλιο, λόγια, τραγούδια. Τραγούδια.
Χέρια που ξέρουν ν’ ανάβουν τη φωτιά, να φέρνουν ζεστασιά, χάδι, φιλί, την ιστορία και πώς να την αφηγηθούν με τον πολύ βραδύ ρυθμό, με την καθάρια και γλυκιά φωνή σαν του πουλιού, το μέσα έξω να γυρίσουν, το δάκρυ να το στρίβουν, να φυτρώνει στη χαρά, ν’ ανθίζει, να χαμογελά.
Έρχεται με το πουκάμισό του το λευκό, με το μονόγραμμά του κεντημένο αριστερά, πλησίστιο, γεμάτο, με την αρματωσιά του, με τον ήλιο, με τον άνεμο, φέρνει τα Πορτοκάλια τα χρυσά των Χριστουγέννων.
Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Γιὰ τὴν κόρη μου...

Κοριτσάκι μου,
μὲς στὸ βουβὸ πηγάδι τοῦ φεγγαριοῦ
σοῦ ῾πέσε ἀπόψε τὸ πρῶτο δαχτυλίδι σου.
Δὲν πειράζει.
Ἀργότερα θὰ φτιάξεις ἄλλο
νὰ παντρευτεῖς τὸν κόσμο μὲς στὸν ἥλιο.
Γιατὶ δὲν εἶναι κοριτσάκι
νὰ μάθεις μόνο ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει,
εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου.
Ἄλλη χαρὰ
δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις
Νὰ τὸ θυμᾶσαι κοριτσάκι.

(Γιάννης Ρίτσος -Κοριτσάκι μου)

Χρόνια πολλά και ευτυχισμένα, Κοριτσάκι μου.
Να ζήσεις μια ζωή όπως την θέλεις, ελεύθερη.
Ο πατέρας σου.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Ποια 'ναι η πιο αντρίκια χαρά;

«Και ποια είναι η πιο αψηλή εντολή; 
Ν' αρνηθείς όλες τις παρηγοριές - θεούς, πατρίδες, ηθικές, αλήθειες - ν' απομείνεις μόνος και ν' αρχίσεις να πλάθεις εσύ, με μοναχά τη δύναμή σου, έναν κόσμο που να μην ντροπιάζει την καρδιά σου. 
Ποια 'ναι η πιο αντρίκια χαρά; Ν' αναλαβαίνεις την πάσα ευθύνη».

Νίκος Καζαντζάκης