Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

«Πάνω από τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;»

Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων, Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, - πως μεγαλώνει το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;
17 Νοεμβρίου
Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς, 
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι- 
ποιος θα πει : περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια 
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω 
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς 
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;
Γιάννης Ρίτσος - 16 και 17 Νοέμβρη 1973
Πηγή:koutipandoras.gr

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Εγώ νίκησα τη ζωή.

Εχεις σκεφτεί ποτέ τι μπορεί να συμβαίνει στον κόσμο αυτή τη στιγμή; Τώρα, που μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή σου διαβάζεις αυτό το άσκοπο κείμενο.
Κάποιο παιδί γεννιέται, άλλο παιδί πεθαίνει. Μια μητέρα αγκαλιάζει για πρώτη φορά τον θησαυρό της ζωής της και μια άλλη θρηνεί πάνω από το άψυχο σώμα του αγγέλου της, αρνούμενη να δεχτεί πως δεν θα ξαναδεί ποτέ το χαμόγελό του, πως δεν θα ξανακούσει ποτέ από τα χείλη του να βγαίνει η λέξη «μαμά».
Πιθανότατα αυτή τη στιγμή δυο σώματα να ενώνονται, να παίρνουν φωτιά και να μοιράζονται στο σκοτάδι τα πιο κρυμμένα μυστικά τους και τα πιο τρελά πάθη τους, ενώ δυο άλλα να σκορπούν επιπόλαιες φράσεις και βλέμματα μίσους και απογοήτευσης.
Κάποιος άστεγος εκλιπαρεί για τη βοήθεια των περαστικών, μετανιωμένος για τα λάθη και τις «αμαρτίες» του, και σκεπτόμενος πως θα ήταν καλύτερο να δώσει τέλος στη ζωή του, ενώ ένας μεγαλοεπιχειρηματίας σκορπάει τα λεφτά του ξαπλωμένος στην πισίνα ενός πεντάστερου πολυτελούς ξενοδοχείου, σχεδιάζοντας το επόμενο μεγάλο του επενδυτικό βήμα.
Άλλος κλαίει γοερά, άλλος γελάει με την καρδιά του, άλλος μετανιώνει για κάθε λεπτό της ζωής του. Κάποιος νιώθει περήφανος, άλλος απογοητευμένος, άλλος νευριασμένος, άλλος ερωτευμένος και άλλος ξενερωμένος. Μα όλοι έχουν ένα κοινό, τώρα, αυτή τη στιγμή που διαβάζεις αυτό το κείμενο, μα και σε όλη τη διάρκεια της ανθρωπότητας. Όλοι είναι άνθρωποι.
Όλοι έχουν καρδιά, νόηση, όλοι νιώθουν οικτρά και άλλοτε ακαταμάχητα συναισθήματα. Αυτή τη στιγμή που εσύ βαριέσαι να βγεις έξω και να δεις τον κόσμο, αυτή τη στιγμή που είσαι λυπημένος επειδή δε σε δέχτηκαν σε κάποια δουλειά ή επειδή κόπηκες σε κάποιο μάθημα στο Πανεπιστήμιο, ο κόσμος αλλάζει. Αλλάζει συνεχώς.
Αυτή η αντικρουόμενη ενέργεια των ατόμων και των φαινομένων που κατακλύζει τον κόσμο είναι η μαγεία της ζωής και η αφορμή να συνειδητοποιήσεις πως εδώ είμαστε περαστικοί, πως όσα χρόνια και αν ζήσεις πρέπει να τα ζεις μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός σου, να τα ρουφάς με απόλαυση όπως ένα γλυκό κοκτέιλ κατά τη διάρκεια μιας ξάστερης καλοκαιρινής νύχτας.
Δεν θα σου πω να ζεις την κάθε σου στιγμή σα να είναι η τελευταία, γιατί παραείναι mainstream και εντελώς απαισιόδοξο. Θα σου πω να κάνεις focus στη ζωή, στο τώρα, χωρίς να σκέφτεσαι τον θάνατο. Μην ανησυχείς, αυτός αργά ή γρήγορα θα έρθει. Κι εσύ έχεις το χρέος τότε να του χαμογελάσεις με το πιο ειρωνικό και γεμάτο ικανοποίηση χαμόγελό σου και να του πεις με την πιο βροντερή φωνή σου:
«Δε σε φοβάμαι καθόλου. Εγώ νίκησα τη ζωή!».
Και έτσι, ολοκληρώνοντας αυτή τη φράση να αφήσεις την τελευταία σου ανάσα, ανάσα ζωής σε έναν κόσμο που συνεχώς ασθμαίνει.

Αλεξάνδρα Κουτουδάκη.Πηγή:protagon.gr

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

Η Ελιά.

Οι κορμοί των δέντρων είναι βασανισμένοι από μια αγωνιώδη προσπάθεια. Συστρέφονται, γονατίζουν να προσευχηθούν, υψώνουν σκληρά μπράτσα, μέλη τυραγνισμένα από την κίνηση, όλο αγκώνες και γόνατα. Οι στριφτές ρίζες βυζαίνουν από την καρδιά της γης το χρυσό λάδι, για το καντήλι των Αγίων και για τη σαλάτα του φτωχού.

(Απ’ την Ελλάδα)
Στρατής Μυριβήλης