Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

«Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή...»

... «Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ. Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι' αυτό που αξίζουν, αλλά γι' αυτό που σημαίνουν. Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόνταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου. Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ' ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ' αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους... Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα. Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ' αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.
Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ' αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να βγαίνεις απ' την πόρτα, θα σ' αγκάλιαζα και θα σού 'δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ' έβλεπα, θα έλεγα "σ' αγαπώ" και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη. Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ΄θελα να σου πω πόσο σ' αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.
Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι' αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν' το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις "συγνώμη", "συγχώρεσέ με", "σε παρακαλώ", "ευχαριστώ" κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις. Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ' τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα».
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Πηγή: iefimerida.gr

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Οι παππούδες μας δεν έφυγαν ποτέ...

Όσα χρόνια και να περάσουν πάντα θα σε θυμάμαι. Κοτσανάτος ήσουν για την ηλικία σου και πιο παιδί από παιδί, όπως έλεγε η γιαγιά. Ένας παππούς, παιδί. Ο καλύτερος φίλος και ο καλύτερος σύμμαχος σε ό,τι βάζει ο νους σου. «Έλα να πειράξουμε τη γιαγιά» μου ψιθύριζες σκανταλιάρικα και με σκουντούσες για να γίνουμε συνένοχοι στο έγκλημα.
Όλοι οι παππούδες θυμίζουν κάτι δικό σου. Είναι εκείνοι που τα χειμωνιάτικα βράδια που μένεις σπίτι τους, θα σου φέρουν μια έξτρα κουβέρτα και δυο λιχουδιές και θα σε κάνουν να κρέμεσαι απ’ τα χείλη τους με τις ιστορίες που έχουν να πουν. Πόσα να έχουν δει αυτά τα μάτια!
Θα σου πουν από ιστορίες πολέμου, μέχρι ζαβολιές και το πώς γνώρισαν τη γιαγιά σου. Και ξαφνικά μεταφέρεσαι σε μιαν άλλη εποχή και παρελαύνουν μπροστά στα μάτια σου άνθρωποι που δε γνώρισες ποτέ, χαζεύεις αλάνες που τρέχουν σχολιαρόπαιδα και βλέπεις τον παππού σου νέο, χωρίς ίχνος ρυτίδας ή κούρασης, αλλά το ίδιο παιδί.
Είναι αυτός που θα σε μάθει χαρτιά και μετά θα χαίρεται πιο πολύ από σένα, όταν τον κερδίζεις. Θα κάνει τάχα τον πειραγμένο, αλλά τα μάτια του θα γυαλίζουν κρυφά από περηφάνια. Θα σε μάθει να ποντάρεις με στραγάλια, φουντούκια, αμύγδαλα κι όποιο άλλο ξηροκάρπι θες και πάντα όταν τελειώνουν οι δικοί σου «πόντοι», θα σε εφοδιάζει κρυφά ή φανερά με τους δικούς τους. Πού και πού θα κάνετε κι ένα διάλειμμα να χλαπακιάζετε τους πόντους μαζί κι ας φωνάζει η γιαγιά πού πήγε όλο το σακουλάκι με τ’ αμύγδαλα.
Θα σου βάζει πάντα στην τσέπη έξτρα χαρτζιλίκι τόσο κρυφά, που θα αναρωτιέσαι αν έκανε κάποτε μυστικές συναλλαγές για τη μαφία. Κι όταν δήθεν παραπονιέσαι, σου κλείνει το μάτι και σου λέει «για να πιεις έναν καφέ ρε παιδί μου», κι ας φτάνουν τα λεφτά για λουκούλλειο γεύμα κι όχι μόνο. Θα φωνάζουν οι γονείς πως «το κακομαθαίνεις το παιδί», αλλά δεν τον νοιάζει ιδιαίτερα, είναι το δικό σας μυστικό και οι άλλοι ας λένε ό,τι θέλουν.
Είναι αυτός που θα σου μάθει να τρως φέτα μαζί με το καρπούζι το καλοκαίρι και μετά θα σε κοροϊδεύει που δεν ήξερες πριν από κείνον. «Έλα να σου δείξω πώς τρώνε», σου λέει κι εσύ αναρωτιέσαι τι κάνεις λάθος τόσο καιρό. Κι από την ώρα που στο μαθαίνει, τα απογεύματά σου είναι πια προκαθορισμένα και μετά τη μεσημεριανή θάλασσα έχετε ραντεβού στο μπαλκόνι του για καρπούζι με φέτα ή χωρίς.
Σου βάζει πάντα τη μεγαλύτερη μερίδα παγωτό και είναι πολύ πιθανό η αγαπημένη σου γεύση να είναι και δική του. Σου μαθαίνει πώς να κάνεις «βατραχάκια» στη θάλασσα πετώντας βοτσαλάκια και είναι αυτός που σου έμαθε να κάνεις ποδήλατο, χωρίς βοηθητικές. Πάντα σε υποστήριζε όταν ήθελες λίγη παραπάνω ώρα για παιχνίδι στη θάλασσα, κι ας φώναζε η μάνα σου ότι το φαγητό θα κρυώσει, ότι βράδιασε πια, ότι αύριο δε θα ξυπνάς. «Ασ’ το το παιδί να παίξει!» λέει με στόμφο και την ίδια ώρα ελπίζει να μπορούσε να κατέβει κι αυτός στην αλάνα, όπως παλιά.
Είναι εκείνος που όσα χρόνια κι αν περάσουν θα μείνει χαραγμένος ανεξίτηλα στη μνήμη σου και θα ζει μέσα από τις γνώσεις που σου έδωσε. Δεν είναι μόνο τα υλικά που σου χάρισε. Είναι που σου έμαθε να είσαι σύμμαχος, φίλος και προστάτης. Στη σκέψη του θα σου έρχεται πάντα μια μυρωδιά από καρπούζι κι ένα μικρό βούρκωμα, κι αυτά είναι που σου δείχνουν πως ουσιαστικά δε θα φύγει ποτέ.

Σοφία Καλπαζίδου.

Πηγή:pillowfights.gr


Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Τα τραγούδια των Αγίων...

Την αγαπούσε. Κανείς δε γνώριζε πόσο. Η ίδια δεν είχε ιδέα.
Το πρώτο που έκανε ήταν να δωροδοκήσει τον υπεύθυνο στα εκδοτήρια εισιτηρίων του Κ.Τ.Ε.Λ. Είχε τους λόγους του. Η κοπέλα που αγαπούσε, ταξίδευε μια φορά τουλάχιστον την εβδομάδα με το λεωφορείο της γραμμής για Αθήνα. Η θέση που θα της έδινε ο υπάλληλος, έπρεπε να είναι πάντα από την αριστερή πλευρά, παράθυρο και, ει δυνατόν, στο κέντρο, πράγμα που ευνοούσε τα σχέδιά του. Το διπλανό της κάθισμα φρόντιζε να μένει ελεύθερο και για το λόγο αυτό αγόραζε  ο ίδιος το εισιτήριο. Εκείνος νοίκιαζε ταξί κι ακολουθούσε.
Για ολόκληρη τη διαδρομή είχε τη στρατηγική του. Προπορευόταν, συνόδευε, ακολουθούσε. Ξεκινούσε πρώτος, προπομπός, σημαιοφόρος του πάθους του, υποχρεώνοντας τον οδηγό του ταξί -που προνοούσε να κλείνει από νωρίς- να χτυπάει το κλάξον δυνατά και παρατεταμένα τρεις φορές σα βαπόρι που σαλπάρει. Πίσω ακολουθούσε το λεωφορείο με το ακριβό του φορτίο. Στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής, έως τα στενά των Δερβενακίων, προπορευόταν, εκτός από τα ελάχιστα εκείνα σημεία, όπου τι χαρά, τι αγαλλίασις, φάρδαινε αίφνης ο δρόμος, επιτρέποντας να ταξιδεύουν παράλληλα. Τότε, ενεργοποιώντας το σχέδιό του, υποχρέωνε τον οδηγό του ταξί να κόβει ταχύτητα, έτσι ώστε να ταξιδεύουν, έστω και για λίγο, δίπλα – δίπλα. Κατέβαζε το τζάμι του, άπλωνε το χέρι και έπιανε, χάιδευε σχεδόν, τα πλευρά του λεωφορείου, ακριβώς κάτω απ’ το παράθυρο εκείνο, το πιο φωτεινό, στο οποίο η αγαπημένη του ακουμπούσε το μάγουλό της, ρεμβάζοντας ανυποψίαστη. Που και που κουνούσε το χέρι του σα μαντηλάκι λευκό. Δεν τον ένοιαζε που εκείνη ποτέ δεν τον είδε, ποτέ δεν του χαμογέλασε. Αντίθετα, αυτός της χαμογελούσε γλυκά, μπερδεύοντας τους χτύπους της καρδούλας του με το τικ – τακ του ταξίμετρου. Τότε ήταν που ξεκινούσε ένα μουρμούρισμα, ένα σκοπό σαν προσευχή παρά τραγούδι, αλλά τόσο ψιθυριστά, τόσο βαθιά, τόσο από μέσα του, που ποτέ κανείς δεν μπόρεσε να ακούσει, να καταλάβει τα λόγια εκείνα. Λέξεις μικρές, κομματιασμένες, άγνωστες σε εμάς που δεν νοικιάσαμε  ποτέ ταξί για αυτές τις διαδρομές. Λέξεις παράξενες, ακατάληπτες, ανώνυμες, σαν τα τραγούδια των Αγίων.
Άρχιζαν οι στροφές, ο δρόμος στένευε, το ταξί έπρεπε να κόψει ταχύτητα και να ακολουθήσει. Μέχρι τον Ισθμό. Εκεί οπωσδήποτε έπρεπε να είναι στο πλάι της. Ήταν η καλύτερη στιγμή του. Την περίμενε πως και πως, στοιχημάτιζε αν θ’ ανέβαινε ή θα κατέβαινε βαπόρι. Αν ανέβαινε στον Κορινθιακό, αυτή θα του χαμογελούσε, αν κατέβαινε στο Σαρωνικό, θα αδιαφορούσε. Κορώνα – γράμματα. Πάντα κατέβαινε.
Μετά τον Ισθμό ο δρόμος φάρδαινε, μεγάλωνε, περνούσε ξανά μπροστά, οδηγούσε, άνοιγε το δρόμο, στις επικίνδυνες στροφές ειδοποιούσε. Κακιά Σκάλα είναι αυτή, τόσα και τόσα έχουν συμβεί. Στο κρεβάτι του Προκρούστη, στη χειρότερη στροφή, τη γεμάτη προσκυνητάρια, το ταξί σχεδόν μηδένιζε την ταχύτητά του, ώστε να αναγκάσει το λεωφορείο που ακολουθούσε να πηγαίνει αργά. Μέγαρα, Ελευσίνα, Ασπρόπυργος, έως το Δαφνί, δίπλα -δίπλα, λεωφορείο, ταξί χεράκι -χεράκι.
Στο Δαφνί, ήταν η τελευταία του ευκαιρία. Κατέβαζε πάλι το τζάμι και τη χάιδευε, τη χαιρετούσε για τελευταία φορά. Εκεί ήταν που κάποτε αυτή κοίταξε προς το μέρος του και σα να του χαμογέλασε, σα να τον είδε. Ίσως όμως και να του φάνηκε. Στον Ισθμό το βαπόρι κατέβαινε, ή μήπως έκανε λάθος;
Από το σημείο εκείνο μέχρι το τέλος της διαδρομής, ακολουθούσε μελαγχολικός. Στον Κηφισό, στα πρακτορεία, το ταξί στάθμευε διακριτικά, παράμερα, μέχρι να κατέβουν όλοι οι επιβάτες. Την έβλεπε να παίρνει τις αποσκευές της και να χάνεται μέσα στην πολυκοσμία. Τότε ο οδηγός του ταξί, χωρίς αυτός να του πει τίποτα, έβαζε μπρος και  έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής.
Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr