Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Δεν με αφήνουν οι γονείς μου.

Δεν θα έρθω, δεν με αφήνουν οι γονείς μου.
Να πάρω νερό και ψωμί μου είπαν και να πάω στον ελαιώνα, στη μεγάλη την πέτρα, εκεί μέσα, στην καρδιά της υπάρχει κρυμμένο το μυστικό που ζητώ και ψάχνω, αρκεί να είμαι προσεχτικός, να αγαπάω πραγματικά και να έχω αρκετή υπομονή.
Θα μου μιλήσει  με παραβολές και μεταφορές γιατί αυτή είναι  η γλώσσα μας. Αυτήν έφεραν από τα βουνά και τις θάλασσες οι δικοί μας.
Τώρα που θεωρείται, επιβεβαίωση του εαυτού σου ν’ απαρνιέσαι τις ρίζες σου, ένα μονάχα μπορούμε να πούμε, δεν είμαστε όλοι ίδιοι, ίσοι ναι.
Δεν θα έρθω, δεν με αφήνουν οι γονείς μου.
Δεν είμαστε τέτοιοι άνθρωποι εμείς μου είπαν, να βάλεις άλλα παπούτσια, σιδέρωσε άλλο πουκάμισο. Να βρεις το παλιό μαχαίρι για τα μολύβια και να γυρίσεις στα γράμματα, να φτιάξεις την ψυχή σου.
Να πάτε στη ευχή του Θεού να γίνετε φημισμένοι, δοξασμένοι, διάσημοι, πλούσιοι, εμείς έχουμε άλλες δουλειές και αυτό μονάχα μπορούμε να πούμε σήμερα, τώρα, δεν μας αφήνουν οι γονείς μας.

Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Στο παιδί μου.

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο
Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Oνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.
Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Πλειάς

Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Μαρμαρωμένε Βασιλιά -- 29 Μαΐου 1453.

Καὶ ρίχτηκε μὲ τ᾿ ἄτι του μὲς στῶν ἐχθρῶν τὰ πλήθια,
τὸ πύρινο τὸ βλέμμα του σκορποῦσε τὴν τρομάρα,
καὶ τὸ σπαθί του τὴ θανή. Στὰ χάλκινά του στήθια,
ἐξέσπασε ἡ ὄργητα σὲ βροντερὴ κατάρα.
Ἐθόλωσαν τὰ μάτια του. Τ᾿ ἁγνὸ τὸ μέτωπό του,
θαρρεῖς ὁ φωτοστέφανος τῆς Δόξας τ᾿ ἀγκαλιάζει.
Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Θρηνῆστε τὸ χαμό του.
Μά, μή! Σὲ τέτοιο θάνατο ὁ θρῆνος δὲν ταιριάζει.
Κι ἔπεσε χάμου ὁ Τρανός! Κυλίστηκε στὸ χῶμα,
ἕνας Τιτᾶν π᾿ ἀκόμα χτὲς ἐστόλιζ᾿ ἕνα θρόνο,
κι ἐσφάλισε - ὀϊμένανε! - γιὰ πάντ᾿ αὐτὸ τὸ στόμα,
ποὺ κάθε πίκρα ρούφαγε κι ἔχυν᾿ ἐλπίδες μόνο,
Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολὺ δὲ θὰ προσμένεις.
Ἕνα πρωὶ ἀπ᾿ τὰ νερὰ τοῦ Βόσπορου κεῖ πέρα
θὲ νὰ προβάλει λαμπερός, μιᾶς Λευτεριᾶς χαμένης,
ὁ ἀσημένιος ἥλιος. Ὤ, δοξασμένη μέρα!

Καρυωτάκης Κωνσταντίνος

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Αγρυπνάει και φέγγει.

Έβγαινε, ερχόταν από τα βιβλία του οπλισμένος, φορτωμένος με ερωτήματα, αμφιβολίες, όνειρα και σχέδια που έκαναν τον κόσμο αλλιώτικο και το περπάτημα του διαφορετικό. Ορμητικό σαν σκέψη.
Έφερνε λόγια, λέξεις καινούργιες και η γλώσσα του ήταν μια τσέπη γεμάτη φως και μαλάματα.
Επέστρεφε  από τα περιβόλια, από τον κάμπο της αγαπημένης του και στα παγωμένα του χέρια κρατούσε άνθη  και καρπούς.
Κατέβαινε στην αγορά να βρει τον πάγκο του, τη γωνιά και τη θέση του δίπλα στους άλλους, το μέρος που του αναλογούσε, να διαλαλήσει, να πουλήσει τον κόπο του.
Δεν έλεγε πολλά, δε μιλούσε καν, έγραφε πάνω σε ένα  χαρτόνι  το όνομα του τόπου του  με το μολύβι  και περίμενε χαμογελώντας.
Πρώτα κατέβαιναν τα πουλιά, μετά τα παιδιά και στο τέλος ο κουτσός, ανάπηρος άγγελος, δεν έμενε τίποτα στο καλάθι του εκτός από το χρυσό κέρμα που ποτέ κανείς δεν είδε ποιος το άφηνε.
Αυτό έσπαγε για να ψωνίσει τα απαραίτητα και να γυρίσει  στο σπίτι του, πίσω  από το παράθυρο της εργασίας του.
Εκεί νύχτα και μέρα, αγρυπνάει και φέγγει.
Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr

Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

Το θέμα.

Το θέμα είναι να μην σε φωνάξουν, γιατί άμα σε φωνάξουν θα πας. Θα πρέπει να έχεις εργαστεί σκληρά πάνω σ΄ αυτό, να έχεις προετοιμαστεί, να  έχεις κάνει τα πάντα ώστε να ακουστεί καθαρά, όχι αυτός, ποτέ αυτός, αν κάποιος παρ΄ ελπίδα αναφέρει το όνομά σου.
Ακόμα καλύτερα θα είναι να είσαι κρυμμένος, εξαφανισμένος, να μη σε βλέπουν, να μη σε σκέφτονται ποτέ, να μην περνάει η περίπτωσή σου καν από το μυαλό τους. Να είσαι μακριά, τόσο μακριά που να μην προλαβαίνεις να φτάσεις ποτέ την ώρα που σε χρειάζονται αυτοί. Να είσαι σε άγονη γραμμή. Ναι, τότε θα είναι όλα καλά, θα είσαι σε πολύ καλό δρόμο. Θα είσαι στον δρόμο σου. Θα είσαι στον κόσμο σου, στους ανθρώπους τους δικούς σου, στη γη και στο αγρόκτημά σου. Στην πέτρα σου. Θα σκάβεις. «Τα περισσότερα σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις».
Το θέμα είναι να μην σε φωνάξουν, γιατί άμα σε φωνάξουν θα πας. Πάει να πει τότε πως κάτι έκανες, τους κουνήθηκες και σε είδαν, ανέμισες μαντίλι, έστειλες μήνυμα με το κοράκι, ακούστηκε το κρα, άναψες φωτιά, ανέβηκε καπνός, κατάλαβαν πως θέλεις, πως είσαι έτοιμος να τρέξεις και να πας, να παρουσιαστείς, να πεις τα λόγια που σου έχουν γράψει, να βάλεις το κουστούμι που σου έχουν ράψει.
Το θέμα είναι να μην σε φωνάξουν, γιατί άμα σε φωνάξουν θα πας. Γι’ αυτό μακριά, μην αγοράζεις καινούργια παπούτσια, όλα τα βλέπουν, όλα τα γνωρίζουν, ένα μόνο δε γνωρίζουν, ότι  μπορεί  και κάποιος να μη θέλει να σβήσει τη φωτιά του, ότι μπορεί με αυτήν να κρατά το νερό της δεξαμενής ζεστό για την ώρα που θα κατέβει αυτός που θα ταράξει τα νερά.
Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

Χρόνια πολλά Μάνα...

“Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου” – Οδυσσέας Ελύτης

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Μέτρα και σταθμά.

Τις μέρες αυτές τις Μεγάλες έχεις τη μέθοδό σου, έχεις το μέτρο το δικό σου να μετράς τον χρόνο και τις αποστάσεις, το προσωπικό σου σύστημα, τη δική σου μονάδα μέτρησης. Το δικό σου πολλαπλάσιο. Είναι το 12. Οσοι οι μαθητές του Κυρίου, τόση η απόσταση Αργους –Ναυπλίου. Ολα τα μετράς και τα διαιρείς με το 12, με αυτό τα υπολογίζεις, όπου κι αν πας, όπου και να ταξιδέψεις κοντά ή μακριά, πάντα από εκεί θα ξεκινάς, από εκεί θα περνάς και εκεί θα καταλήγεις. Αργος  Ναύπλιον 12 χιλιόμετρα. Αυτό  είναι  το μέτρο σου  και η σταθερά σου, τα σταθμά και η ζυγαριά σου.
Το 12. Ό,τι προσθέτεις κι ό,τι διαιρείς θα βγαίνει πάντα 12 χιλιόμετρα, με τα πόδια, το ποδήλατο, το μηχανάκι, το λεωφορείο, το τρένο, το ΙΧ, το γάιδαρο, 12 χιλιόμετρα. Με τον ήλιο, τη  βροχή, τις  πορτοκαλιές 12 χιλιόμετρα. Μόνος ή μαζί 12 χιλιόμετρα.
Τις μέρες αυτές τις Αγιες όταν δεν μπορείς για χίλιους δυο λόγους -αλλά κυρίως για έναν και μόνο και τον γνωρίζεις πολύ καλά και φαρμακώνεσαι- να κατέβεις στα μέρη σου, τότε είναι που είσαι εκεί παρών και ξάγρυπνος όσο ποτέ.
Παίρνεις τη διαδρομή με τα πόδια όπως την πρώτη φορά -«μικρούλης»- που έτρεχες στις πορτοκαλιές και πηδούσες μάντρες και συρματοπλέγματα για κάτι άλλα πορτοκάλια που ποθούσες και που ποτέ δεν αξιώθηκες να τα αποκτήσεις.
Τα ζουμερά εκείνα τα πρώτα, τα αλλιώτικα, τα διαφορετικά, που όσο και αν προσπάθησες, όσο και αν ίδρωσες και μάτωσες, όσες δωδεκάδες χιλιόμετρα κι αν έτρεξες δεν τα βρήκες πουθενά.
Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

Ξεπροβόδισμα.

—Αγάπη μου, ήσουνα παιδί· παιδί μου, είσαι άντρας τώρα·σύρε, ακριβέ μου, στο καλό, μη σε προφτάσει η μπόρα.
—Μάνα μου, κοίτα, ενύχτωσε· πώς να κινήσω; βρέχει·μάνα, μια θλίψη με κρατεί και μια τρομάρα μ’ έχει.
5—Παιδί μου, όλοι θα φύγουνε· κι αν μείνεις τελευταίος;σύρε· και πάντα να ’σαι ορθός και πάντα να ’σαι ωραίος.
—Μάνα, ο χειμώνας ρυάζεται κι η νύχτα αγκομαχάει·με δένει, μάνα, μια ντροπή, κι ένας καημός με πάει.
—Βλέπε, παιδί μου, πάντα ομπρός. Το χτες μη σε πικραίνει.10Τώρα η ζωή σαν άλογο στην πόρτα σε προσμένει.
—Μάνα, οι ανέμοι ρίξανε του δρόμου το πλατάνι·με τρώει, μανούλα, η θύμηση, κι ο πόνος με δαγκάνει.
—Παιδί μου, όλοι θα φύγουνε· κι αν μείνεις τελευταίος;σύρε· και πάντα να ’σαι ορθός και πάντα να ’σαι ωραίος.
15—Μάνα μου, κοίτα, ενύχτωσε· πώς να κινήσω; βρέχει·μάνα, μια θλίψη με κρατεί και μια τρομάρα μ’ έχει.

Κώστας Καρυωτάκης

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Στην μνήμη τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου.

Λαλοῦν οἱ πέρδικαις γλυκὰ κι᾿ ὁ ἥλιος στὴ χαρά του
ἁπλώνει μίαν ἀχτίδα του καὶ ψηλαφίζει ὁ κλέφτης
τὰ παρδαλὰ τὰ στήθια τους κι᾿ αὐταὶς ἀναγαλλιάζουν.
Κατάκορφα στὸν οὐρανὸ πετιέται κι᾿ ὁ πετρίτης,
τ᾿ ἀητοὺ πρωτοπαλλήκαρο, νὰ βάψῃ τὰ φτερούγια
μὲς στὸν αἰθέρα τῆς αὐγῆς πρὶν ἔβγη στὴν παγάνα.
Πλένουν τὰ φύλλα στὴ δροσιὰ χαρούμενα τὰ ρείκη,
καὶ στὸ ἐλαφρὸ τὸ φύσημα τοῦ ἀγέρα, ποὺ διαβαίνει,
συναπαντοῦσε φιλικὰ μὲ τὸν ἀνασασμό του
τὸ θρούμπι τὴν ἀλιφασκιά, τὸ σφελαχτὸ ἡ μυρτούλα.
Δακρύζουνε τ᾿ ἀπάρθενα τὰ χιόνια στὸ λιοπύρι,
ἀκούοντ᾿ οἱ νεροσυρμαὶς ἀπὸ ἐγκρεμὸ σὲ βράχο
νὰ παραδέρνουνε γοργὰ καὶ λὲς μὲ τὴ γαργάρα
π᾿ ἀνάκραζαν τὴν κλεφτουριὰ καὶ τὴν ἀποζητοῦσαν.
Ἐκυματίζαν τὰ σπαρτά, χαρὰ τοῦ ζευγολάτη,
καὶ κάπου κάπου ἀνάμεσα ξεπρόβαιν᾿ ἕνα στάχυ
καὶ ἔγερν᾿ ἐδῶ, κ᾿ ἔγερν᾿ ἐκεῖ τὸ τρυφερὸ κεφάλι,
ὡσὰν νὰ παραμόνευε νὰ ἰδῇ κι᾿ αὐτὸ τὸ Διάκο.
Κι᾿ ὡστόσο ἀνθρώπινη φωνὴ μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο,
ποὺ φαίνεται ὁλοζώντανος, καμμιὰ δὲν ἀγροικιέται,
οὔτε φλογέρα πιστικοῦ, οὔτε χαρᾶς τραγοῦδι
οὔτ᾿ ἀγωγιάτη σάλαγος. Ἐφαίνετ᾿ ὅλη ἡ φύσις
λουλούδι χωρὶς μυρωδιά, κόρη γλυκειά, πανώρηα,
ὁποὺ ἐγεννήθηκε βουβὴ κι᾿ ὁποὺ τὴν παραστέκει
ἡ μαυρισμέν᾿ ἡ μάνα της νὰ ἰδῇ μὴν ξεχαράξῃ
μαζὶ μ᾿ ἕνα χαμόγελο στὰ χείλη κ᾿ ἡ λαλιά της.
Ἀστράφτουνε, λαμποβολοῦν τριγύρω στὴ Δαμάστα
ἄλλοι στρωμένοι κατὰ γῆς ἄλλοι στὸ διπλοπόδι
περήφανοι, σιωπηλοί, τρακόσιοι ἀνδρειωμένοι.
Ἐπάνωθέ τους κάτασπρο τὸ φλάμπουρο τοῦ Διάκου
ἀνέμιζε τρομαχτικό, καὶ στὸ ξεδίπλωμά του
λεβέντης ἀστραπόμορφος ἐπρόβαινε ὁ Ἅη Γιώργης
μὲ τ᾿ ἄγριό του τ᾿ ἄλογο κρατώντας καρφωμένο
τ᾿ ἄσπλαγχνο τὸ κοντάρι του στὸ διάπλατο λαρύγγι
τοῦ φοβεροῦ τοῦ δράκοντα, ποὺ δέρνεται στὸ χῶμα.
Ποιὸς ἐσυντύχαινε κρυφὰ μὲ τοῦ σπαθιοῦ τὴν κόψη
κ᾿ ἐπάνω της ἐξέσερνε γοργὰ τὸ δάχτυλό του,
ποιὸς ἐπελέκαε τεχνικὰ τὴ στουρναρόπετρά του
στὸ λύκο τοῦ καρυοφυλλιοῦ, ποιὸς τρίβει τὰ παφήλια
συγνεφιασμέν᾿ ἀπὸ νοτιὰ καὶ ποιὸς γιὰ νὰ ξεδώσῃ
ἐθόλωνε μὲ τὸν ἀχνὸ τοῦ μαχαιριοῦ τὴ λάμψη.
Κανένας δὲν ἀνάσαινε. Σ᾿ ἕνα κοντρὶ μονάχος
κυττάζει ὁ Διάκος σιωπηλὸς κατὰ τὸ Λιανοκλάδι.
Ἔξυπνος κι᾿ ὀνειρεύεται. Ἀπὸ τὸ ριζοβοῦνι,
ἀνέβηκε κ᾿ ἡ καταχνιά, ψιλὸς ἀφρὸς τοῦ ἀγέρα,
καὶ μία στιγμὴ τὸν ἔκρυψε στὴ δροσερὴ ἀγκαλιά της.


Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης

Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

Πάσχα.

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ)
ΚΑΘΑΡΗ ΔΙΑΦΑΝΗ ΜΕΡΑ. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.

Σου ’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.
ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), β
ΑΝΕΜΟΕΣΣΑ ΚΟΡΗ ενήλικη θάλασσα
πάρε το κίτρο που μου ’δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή μυρωδία

Μεθαύριο θα ’ρθουν τ’ άλλα πουλιά
θα ’ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
μα βαριά η δική μου καρδία.


(Από την ποιητική συλλογή «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», εκδόσεις «ύψιλον / βιβλία», 1984).

Οδυσσέας Ελύτης