Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Η Μεγάλη Εβδομάδα.

Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ
ΚΑΤΑΚΟΠΟΣ από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις πρωινές ώρες να κοιμηθώ.

Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας την προσωπίδα του Ήλιου.

Μ. ΤΡΙΤΗ
ΜΟΛΙΣ ΣΗΜΕΡΑ βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο. Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.

Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να: η μητέρα μου, μ’ ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος.

Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.

Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω γιατί λιποθύμησα.

Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ
ΟΛΟΕΝΑ ΟΙ ΚΑΚΤΟΙ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ κι ολοένα οι άνθρωποι ονειρεύονται σα να ’ταν αιώνιοι. Όμως το μέσα μέρος του Ύπνου έχει όλο φαγωθεί και μπορείς τώρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο μαύρος όγκος που σαλεύει

Ο λίγες μέρες πριν ακόμη μόλις αναστεναγμός

Και τώρα μαύρος αιώνας.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ
ΜΕΡΑ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού

Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη

Τα χωμάτινα πόδια μου άλλοτε

(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει
να ήμουν)

Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε
Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.

Μ. ΠΕΜΠΤΗ, β
ΣΩΣΤΟΣ ΘΕΟΣ. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
έως ότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.

Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας

Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.

Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
ΣΑΝ ΝΑ ΜΟΝΟΛΟΓΩ, σωπαίνω.

Ίσως και να ’μαι σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής

Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά
με τ’ αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, βΑντίς για Όνειρο

ΠΕΝΘΙΜΟΣ ΠΡΑΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ μες στο λιβάνι
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.

Σαν να ’μαι, λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ’
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».

Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ
ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΗ ΧΘΕΣΙΝΗ αϋπνία μου
λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
που από παιδάκι μου κυκλοφοράει τα μυστικά
Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
να πάει ν’ αδειάσει τον κουβά με τ’ απορρίματά μου
- της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια -
εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
και αγέρωχο το πέλαγος.
Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, βΠΑΛΙ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ της θάλασσας το μαύρο
εκείνο σύννεφο που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο

Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ’ Άπιαστα

Όπως εγώ προχθές του Αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήα να παραβγώ μ’ αλόγατα όρθια
και θωρακοφόρους
και μου χύθηκε όλη, όξω απ’ τη γης, η ερωτοπαθής
ψυχή μου.


(Από την ποιητική συλλογή «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», εκδόσεις «ύψιλον / βιβλία», 1984).


Η Μεγάλη Εβδομάδα στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

«Η Κυριακή»

Σίγουρο πράμα η Κυριακή φαντάζει
κι όπως τρανός πατριαρχικός αφέντης
φτάνει στους κάμπους μας.
Την καθημερινή ησυχία διαδέχτηκε
σήμερα μια ησυχία μεγαλειώδης.
Πιο γλύκα, πιο λιακάδα/ πιο ανορεξιά/ πιο μοναξιά.
Το καθισιό ειν’ αυτή τη μέρα απόλυτο:
σπάνιο το πηγαινέλα των πουλιών.
Κάθεται και λουφάζει ο κόσμος όλος.
Και της γης ο σφυγμός μάς δίνει κάτι
απ’ το σβήσιμο της αγνότητάς της/ της ζωτικότητάς της.
Πειρασμοί!/ Τι θα γινόμασταν αν η Κυριακή
δεν τους αράδιαζε όλους σαν νεράιδες
μπρος στους πόθους μας!/ Να κάθεσαι! Να κάθεσαι!
Μια ευωδιά σου πηγαίνει την ψυχή
πιο πέρα απ’ τη δουλειά.
Άλλοι κοιμούνται βαριά, άλλοι γυρνάνε
ξημερώματα . Ο σκύλος τους βιγλίζει/ σαν να ‘ταν ξένοι.
Όλα γίναν μπορετά μέσα σ’ ώρες:
πλήξη, ηδονή, αλλαγές απρόσμενες
και πάνω απ’ όλα τούτο:
το να νιώθεις πως όταν δε δουλεύεις
έχεις μιαν αναπόφευκτη υποχρέωση
που λιγοστοί εκπληρώνουν:
να είσαι ευτυχής για το ότι/ δεν κάνεις τίποτα.
(Χουάν Χιλ- Άλμπερτ, Σύγχρονη ισπανική ποίηση, εκδ. Γνώση)
Πηγή:itzikas.wordpress.com

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

…αυτή ‘ναι η αξία του ανθρώπου: να ζητάει και να ξέρει πως ζητάει το αδύνατο…

Πώς να πιστέψουν οι άπιστοι τι θάματα μπορεί να γεννήσει η πίστη; Ξεχνούν πως η ψυχή του ανθρώπου γίνεται παντοδύναμη, όταν συνεπαρθεί από μια μεγάλη ιδέα. Τρομάζεις όταν, ύστερα από πικρές δοκιμασίες, καταλαβαίνεις πως μέσα μας υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να ξεπεράσει τη δύναμη του ανθρώπου, τρομάζεις… γιατί δεν μπορείς πια να βρεις δικαιολογίες για τις ασήμαντες ή άνανδρες πράξεις
σου, ρίχνοντας το φταίξιμο στους άλλους. Ξέρεις πως εσύ, όχι η μοίρα, όχι η
τύχη, μήτε οι άνθρωποι γύρω σου, εσύ μονάχα έχεις, ό,τι και αν κάμεις, ό,τι και
αν γίνεις ακέραιη την ευθύνη. Και ντρέπεσαι τότε να γελάς, ντρέπεσαι να
περγελάς αν μια φλεγόμενη ψυχή ζητάει το αδύνατο. Καλά πια καταλαβαίνεις πως
αυτή ‘ναι η αξία του ανθρώπου: να ζητάει και να ξέρει πως ζητάει το αδύνατο
και να ‘ναι σίγουρος πως θα το φτάσει, γιατί ξέρει πως αν δε λιποψυχήσει, αν
δεν ακούσει τι του κανοναρχάει η λογική, μα κρατάει με τα δόντια την ψυχή του
κι εξακολουθεί με πίστη, με πείσμα να κυνηγάει το αδύνατο, τότε γίνεται το θάμα,
που ποτέ ο αφτέρουγος κοινός νους δε μπορούσε να το μαντέψει:
το αδύνατο γίνεται δυνατό.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη «Ο Καπετάν Μιχάλης».

Πηγή:blogs.sch.gr/kondine

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

Ο πρωινός καφές.

Εδώ και λίγο καιρό ξαναγύρισα στον πρωινό καφέ, στα λόγια, στις ιστορίες και στις συμβουλές του, είχα φύγει χρόνια μακριά του, έτρεχα με τα τσάγια, τις κούπες και τα μεγάλα τα φλιτζάνια, κουράστηκα, δεν είναι ο τόπος μου.
Με δέχτηκε σαν πραγματικός φίλος, χωρίς παράπονα και ερωτήσεις, δε ζήτησε  εξηγήσεις.
Aρχισε να μου μιλά με τη γλυκιά την ήρεμη φωνή που μόνο ο πρωινός πικρός καφές γνωρίζει.
Με πήρε και με σήκωσε. Με έφερε ξανά κοντά σου, δίπλα σου, να πίνω το δικό σου, τον πικρό καφέ από τα χέρια σου, τα κάρβουνά σου, τη φωτιά σου.
Να λέω και ν’ ακούω τα όνειρά μου, τα όνειρά σου.
Ταξίδευα με το πρωινό λεωφορείο, ερχόμουνα σε σένα, νύχτα ακόμα, δεν είχε ξημερώσει, χειμώνας, χιόνιζε έξω, δεν είχα εισιτήριο, ούτε χρήματα στην τσέπη και δε ξέρω πώς μέσα στο πουθενά  του κόσμου,  βρέθηκε ο ελεγκτής να μου ζητά το εισιτήριο κι  εγώ να ψάχνομαι και να μην έχω και δίπλα μου κανείς – το λεωφορείο γεμάτο από γνωστούς και συγγενείς -να μη μου δίνει σημασία και βοήθεια και έξω να φυσά και να χιονίζει κι ο δρόμος κακοτράχαλος, να τρίζει, να αγκομαχά το μακρυμούρικο λεωφορείο, να μπάζει από παντού και ο ελεγκτής να επιμένει, να θέλει να με κατεβάσει κάτω, στις ερημιές, στους πέντε δρόμους.
Κι εκεί που όλα φαίνονταν τελειωμένα κι ετοιμαζόμουν με αναφιλητά και κλάματα να κατεβώ, μπαίνεις εσύ με τσάντες, με τραγούδια και με χρήματα και το μικρό ποτήρι του κρασιού που έπινα τον καφέ, γεμάτο.
-«Αγάπη μου ράγισες, έχεις χύσει πολλά δάκρυα για το σπίτι μας. Τώρα έγιναν κρασί».

θοδωρής Γκόνης.
Πηγή:protagon.gr