Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Ελλάδα.

Όλο δόξα και πείνα είσαι, κακομοίρα Ελλάδα. Από την φτέρνα ως την κορφή όλο ψυχή. Δεν πρέπει να χαθείς, όχι, δε θα σε αφήσουμε εμείς να χαθείς, μάνα!

Νίκος Καζαντζάκης

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Η ιστορία των ελληνικών φύλλων.


Πελασγοί: Τό κοινό όνομα όλων τών προϊστορικών καί προκατακλυσμιαίων Ελληνικών φύλων. Σύγχρονοι ιστορικοί, αρχαιολόγοι και γλωσσολόγοι έχουν προσπαθήσει να συνδέσουν τους "Πελασγούς", έναν όρο με μάλλον ασαφές περιεχόμενο, με διάφορους υλικούς πολιτισμούς, γλωσσολογικές ομάδες κ.λ.π. αλλά πρόκειται περί άλυτου "προβλήματος". Οι συνεχείς επεξεργασίες των ελληνικών παραδόσεων και μύθων καθιστούν δύσκολο το διαχωρισμό σαφών "αναμνήσεων ιστορικών γεγονότων" και μυθοπλασίας όσον αφορά τις πληροφορίες που δίνουν οι αρχαίοι συγγραφείς για τους Πελασγούς. Περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Αττική θεωρούνταν παραδοσιακά ως περιοχές στις οποίες κατοικούσαν Πελασγοί. Γενάρχης των Πελασγών αναφέρεται ο Πελασγός. Με τ' όνομά του συνδέθηκαν πολυάριθμοι θρύλοι και παραδόσεις.
Ηρόδοτος, Ιστορίαι, Βιβλίο Ζ', 94 - Ἴωνες δὲ ὅσον μὲν χρόνον ἐν Πελοποννήσῳ οἴκεον τὴν νῦν καλεομένην Ἀχαιίην, καὶ πρὶν ἢ Δαναόν τε καὶ Ξοῦθον ἀπικέσθαι ἐς Πελοπόννησον, ὡς Ἕλληνες λέγουσι, ἐκαλέοντο Πελασγοὶ Αἰγιαλέες, ἐπὶ δὲ Ἴωνος τοῦ Ξούθου Ίωνες".

Αχαιοί: Ελληνικό φύλο πού ήλθε από τήν Ήπειρο. Τό όνομα προέρχεται απ' τόν Αχαιό γιό τού Ξούθου, εγγονό τού Έλληνα καί δισέγγονο τού Δευκαλίωνος. Στήν εκστρατεία κατά τής Τροίας περί τό 1200 π.Χ κατά τήν συμβατική ιστορία έλαβαν μέρος 44 ηγεμόνες, από τήν Ήπειρο καί Θεσσαλία μέχρι τήν Κρήτη, αυτόνομοι μέν αλλά στά μάτια τών ξένων φάνταζαν ως έν έθνος, όπως άλλωστε ήταν αφού ίσχυε τό όμαιμον, τό ομόγλωσσον τό ομόθρησκον καί κυρίως η κοινή συνείδησις. Τούς απέδιδαν δέ διάφορα ονόματα, όπως Αργείοι, Δαναοί, Αχαιοί μέ κυρίαρχο τό Αχαιοί.

Ίωνες: Ελληνικό φύλο πού ήλθε κι αυτό από τήν Ήπειρο καί τά παράκτια νησιά τού Ιονίου. Τό όνομα έλκει τήν καταγωγή του από τόν Ίωνα, αδελφό τού Αχαιού, γιό τού Ξούθου, εγγονό τού Έλληνα καί δισέγγονο τού Δευκαλίωνος. Εγκαταστάθηκαν περί τό 1900 π.Χ. κατά τήν συμβατική πάντα ιστορία στήν Αττική. Ήλθαν σέ επαφή μέ τούς ανατολικούς λαούς καί γι αυτό τόν λόγο οι τελευταίοι αποκαλούσαν όλους τούς Έλληνες Ίωνες (Γιουνάν ), πράγμα πού εξακολουθεί νά ισχύει καί σήμερα καί μάλιστα καί η ίδια η Ελλάδα αποκαλείται Γιουνανιστάν. Οι Ίωνες κατά την εποχή του Χαλκού ήταν εξαπλωμένοι μεταξύ της Εύβοιας, της Αττικής και της βορειοανατολικής Πελοποννήσου. Το 1100 π.Χ. περίπου κατά την αρχή της γεωμετρικής περιόδου, που σηματοδοτήθηκε από την κάθοδο των Δωριέων, οι ανακατατάξεις στο εσωτερικό της Ελληνικής χερσονήσου τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν μεγάλο μέρος της περιοχής στην οποία ζούσαν. Οι μετακινήσεις αυτές των αρχαίων ελληνικών φύλων ονομάζονται Α' Ελληνικός αποικισμός. Οι Ίωνες λοιπόν μετακινήθηκαν προς τα ανατολικά δημιουργώντας αποικίες στα νησιά του Αιγαίου (Χίος, Σάμος κ.α.) καθώς και στην κεντρική Μικρά Ασία, στην περιοχή γνωστή ως Ιωνία. Το μεγαλύτερο μέρος των νησιών του Αιγαίου, με εξαίρεση τη Λέσβο, την Τένεδο και τη Ρόδο αποικήθηκε από τους Ίωνες, ενώ οι σημαντικότερες αποικίες στην Ιωνία ήταν η Μίλητος και η Έφεσος.
Η δημιουργία αποικιών στη Μικρά Ασία ήταν μια προοπτική που χρόνια απασχολούσε τα αρχαία ελληνικά φύλα και κυρίως τους Αχαιούς, δεδομένου ότι ήταν πολύ πιο εύπορα από την ορεινή και σχετικά άγονη ελληνική χερσόνησο. Οι Ίωνες μιλούσαν την ιωνική διάλεκτο. Η διάλεκτος αυτή αποτελεί τη γλώσσα της επικής ποίησης, καθώς το ομηρικό ιδίωμα έχει ως βάση του την ιωνική εμπλουτισμένη με στοιχεία από την αιολική και την αρκαδοκυπριακή. Οι λυρικοί ποιητές όπως ο Τυρταίος, ο Αρχίλοχος και άλλοι, χρησιμοποιούσαν την ιωνική διάλεκτο για τις ελεγείες τους. Επίσης ιστορικοί όπως ο Ηρόδοτος έγραφαν στην ιωνική. Χαρακτηριστικά τα α και ε μακρά γράφονται η και η εξάλειψη του συμφώνου F (δίγαμμα). Επίσης ο σχηματισμός των απαρεμφάτων σε -ναι είναι ιωνικό στοιχείο.Κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. η Μίλητος και η Έφεσος έγιναν κέντρα όσον αφορά τη σκέψη πάνω στο φυσικό κόσμο. Με βάση αυτή τη σκέψη δημιουργούνταν υποθέσεις που εξηγούσαν τα φυσικά φαινόμενα χωρίς να αποδίδεται το αίτιό τους στο θείο, όπως γινόταν μέχρι τότε. Οι υποθέσεις αυτές διαχέονταν από την έρευνα και από προσωπικές εμπειρίες. Οι εκπρόσωποι αυτού του κινήματος λέγονταν «Φυσικοί» ή «Φυσιολόγοι». Κύριος εκπρόσωπος ήταν ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο οποίος ήταν κι ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας. Και ο λεγόμενος "σκοτεινός" φιλόσοφος Ηρακλειτος από την Έφεσο.

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Αυτές είναι οι 200 τουρκικές λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά και δε το ξέρουμε!

Καθημερινά χρησιμοποιούμε πολλές δεκάδες λέξεις οι οποίες είναι Τουρκικές και έχουν παρεισφρύσει στη γλώσσα μας χωρίς να μην γνωρίζουμε την προέλευση τους και την αντίστοιχη Ελληνική έννοια.
Βέβαια μπορούμε να συνεχίσουμε να παρακολουθούμε τουρκικά σήριαλ που παίζονται καθημερινά από τα κανάλια μας, και με τον καιρό να κάνουμε περισσότερες αυτές τις λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά στην ζωή μας.
Σε αλφαβητική σειρά, μερικές από τις τουρκικές λέξεις που χρησιμοποιούμε συχνότερα:
ΑΛΑΝΙ (αλήτης),
ΑΛΑΝΑ (ανοιχτός χώρος),
ΑΓΑΣ (δεσποτικός-αυταρχικός),
ΑΓΙΑΖΙ (πρωινό ή νυχτερινό κρύο), ΓΙΑΟΥΡΤΙ (πηγμένο γάλα),
ΤΣΕΠΗ (θυλάκιο),
ΤΑΒΑΝΙ (οροφή),
ΤΖΑΚΙ (παραγώνι),
ΚΑΙΚΙ (βάρκα),

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Τριώδιο.

"ο άνθρωπος έχει πολλά προσωπεία, αλλά ένα πρόσωπο"
Νίκος Καζαντζάκης

Τι είναι το Τριώδιο;

Τριώδιο είναι το βιβλίο της Εκκλησιαστικής Ακολουθίας των ύμνων που ψάλλονται από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, μέχρι και του Μ. Σαββάτου.
Με την εμφάνιση και τον βαθμιαίο καταρτισμό του σαρανταήμερου της νηστείας προ του Πάσχα, ακολούθησε και η ανάγκη της δημιουργίας σχετικής ασματικής ποίησης και της συλλογής της σε ένα βιβλίο.
Έτσι δημιουργήθηκε το εκκλησιαστικό βιβλίο Τριώδιο,
το οποίο αρχικά περιείχε τρεις ωδές.
Περιλαμβάνει ιερά ποιήματα από τον 5ο ως τον 15ο αιώνα.
Το πρώτο έντυπο του Τριωδίου εξεδόθη στην ελληνική γλώσσα το 1522 μ.Χ.


Αποκριά: ετυμολογία, διάρκεια, προέλευση

Αποκριά ετυμολογικά σημαίνει μακριά από το κρέας (εκκλησιαστικά).

Είναι η περίοδος προετοιμασίας του ανθρώπου, ψυχικής και σωματικής,
για να βιώσει το Θείο Πάθος και την ανάσταση του Σωτήρα Χριστού.

H αποκριά διαρκεί τρεις εβδομάδες και ξεκινάει 60 μέρες πριν το Πάσχα.
Ονομάζεται Τριώδιο. Η λέξη προέρχεται από το «τρεις ωδές» που σημαίνει
οι τρεις ύμνοι που συνηθίζουμε να λέγε στην εκκλησία.

Ξεκινά την πρώτη Κυριακή, που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του
«Τελώνη και Φαρισαίου».

Τη δεύτερη Κυριακή, που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του «Ασώτου Υιού».
Η τρίτη είναι της «Απόκρεω».

Η τελευταία Κυριακή της αποκριάς είναι η «Τυρινή» (τυροφάγου).

Το τέλος της αποκριάς είναι την αυγή της επόμενης μέρας:
η πρώτη μέρα της Σαρακοστής, που ονομάζεται Καθαρά ∆ευτέρα.
Η λέξη αποκριά γενικά δηλώνει ολόκληρο το χρονικό διάστημα των τριών εβδομάδων του Τριωδίου, πριν αρχίσει η περίοδος νηστείας που οδηγεί στη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα.
Όταν λέμε "ανοίγει το τριώδιο", εννοούμε ότι αρχίζουν οι αποκριές.

Η πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου λέγεται και Προφωνή ή Προφωνέσιμη, επειδή παλιά προφωνούσαν, δηλαδή διαλαλούσαν ότι άρχιζαν οι αποκριές. Η εβδομάδα αυτή λέγεται και αμόλυτη ή απόλυτη, επειδή τότε οι ψυχές των πεθαμένων βγαίνουν στον Πάνω Κόσμο.
Η πρώτη εβδομάδα τελειώνει την Κυριακή του Ασώτου.

Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται Κρεατινή ή της Κρεοφάγου ή Ολόκριγια, επειδή έτρωγαν κρέας και δεν νηστεύουν Τετάρτη και Παρασκευή.
Η εβδομάδα αυτή γιορτάζεται με γλέντια και φαγοπότια χωρίς κανένα θρησκευτικό περιορισμό. Η Κυριακή της εβδομάδας αυτής, η Κυριακή της Απόκρεω, ονομάστηκε έτσι γιατί ήταν η τελευταία μέρα της κρεοφαγίας (από + κρέας) όλης της περιόδου του Τριωδίου.

Η τρίτη εβδομάδα λέγεται Τυρινή ή της Τυροφάγου, επειδή έτρωγαν γαλακτοκομικά προϊόντα. Από τη Δευτέρα, μια εβδομάδα πριν την Καθαρή Δευτέρα, άρχιζε η αποχή από το κρέας και επιβαλλόταν η χρήση τυριού και γαλακτερών σαν ενδιάμεση άσκηση μεταξύ κρεοφαγίας και νηστείας.

Από την Καθαρή Δευτέρα, αμέσως μετά την Κυριακή της Τυρινής, όλοι οι κανονισμοί της νηστείας επανέρχονται σε ισχύ. Ωστόσο η ελεύθερη χρήση του κρασιού μετατρέπει αυτή τη Δευτέρα σε αποκορύφωμα της αποκριάς.

Από την προτελευταία Κυριακή, την Κυριακή της Απόκρεω, πήρε την ονομασία της ολόκληρη η περίοδος των τριών εβδομάδων (από Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι Τυροφάγου) πριν από την Καθαρή Δευτέρα, πρώτη μέρα της Σαρακοστής.
Όλη αυτή η περίοδος ονομάζεται λαϊκά και χωρίς μεγάλη συνέπεια "αποκριά" ή "αποκριές" ή "απόκριες", δηλαδή μέρες αποχής από το κρέας, σε αντίθεση με τη "Σαρακοστή", δηλαδή τις σαράντα μέρες νηστείας.


Αποκριά (λαογραφικά)

Η περίοδος αυτή συνδυάζεται με το έθιμο του «Καρνάβαλου» που είναι η θεότητα της Αποκριάς. Είναι έθιμο του γλεντιού, της ψυχαγωγίας, του «μασκαρέματος».


Προέλευση αποκριάς

Η ελληνική αποκριά έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα.
Συνδέεται µε την λατρεία του Διονύσου, θεού του κρασιού και των εορτασμών.

Ετυμολογία της λέξης: καρναβάλιΗ λέξη καρναβάλι ετυμολογικά προήλθε από τις λατινικές λέξεις:
κάρνε (κρέας) και λεβάρε (αίρω, σηκώνω):
carnem levare που σημαίνει διακοπή της βρώσης κρέατος.Στα ελληνικά η λέξη αποκριά σημαίνει αποχή από το κρέας, παύση της κρεοφαγίας.
Η ετυμολογία από το carrus navalis= αμαξίδιο ναυτικό, καρότσι ναυτικό, λόγω του ιερού πλοίου του Διόνυσου, θεωρείται αβάσιμη από τους Έλληνες λαογράφους.

Εκδοχές για την προέλευση του Καρναβαλιού:
Προέρχεται από τις παγανιστικές τελετουργίες των αρχαίων Ελλήνων και τις γιορτές προς τιμή του ∆ιονύσου, θεού του κρασιού και της ευθυμίας.
Από τα Σατουρνάλια ή τα Λουπερκάλια των Ρωμαίων.
Από την μεταφορά των Καλανδώντων Ρωμαίων από την αρχή του έτους στην αρχή της Άνοιξης.
Από τη συγχώνευση εθίμων που υφίστανται από την αρχαιότητα και έχουν σχέση με την αναγέννηση της φύσης.
Γιορτάζονταν και βιώνονταν δυναμικά από το λαό μας. Οι άνθρωποι μεταμφιέζονταν σε σατύρους ή φορούσαν μάσκες και ξεχύνονταν στους δρόμους και στις γειτονιές με τολμηρές φράσεις και πράξεις.
Η παράδοση του καρναβαλιού εξαπλώθηκε και σε άλλα μέρη του κόσμου μέσω της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου.

Οι παγανιστικές πρακτικές ήταν τόσο βαθιά ριζωμένες που δεν καταργήθηκαν τελείως . Όταν εμφανίστηκε ο χριστιανισμός, αν και οι άνθρωποι σταμάτησαν να λατρεύουν τους θεούς του Ολύμπου, οι συνήθειες των Ελλήνων να μεταμφιέζονται και να γιορτάζουν στους δρόμους παρέμειναν.

Σε όλες σχεδόν τις περιοχές της πατρίδας μας γιορτάζονταν οι Αποκριές με τον ίδιο τρόπο, με μικρές διαφορές ή παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή.                                                                    πηγή:.paidika.gr

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

Η μάχη των Λεύκτρων.

Τώρα ίσως και να μπορώ να το πω, τώρα που χάθηκε εκείνος ο αξιοθρήνητος φόβος  μου μη και δεν αρέσω, μπορώ να πω πως πέρασα την πρώτη τη μικρή και είμαι μαθητής της πρώτης της μεγάλης.
Μαθητής Πρώτης Τάξεως. Έμαθα επιτέλους το άλφα, έχω μπροστά μου άλλα 23 γράμματα.                                          Έχω οράματα για τη γούνα μου.
Και είναι λοιπόν καιρός να το καυχηθώ γιατί όποιος τον καιρό της καυχήσεως ταπεινοφρονεί, υποκρίνεται τον ταπεινόφρονα.
Πέρασα λοιπόν με άριστα δέκα την πρώτη τη μικρή και τρέχω να δείξω τον έλεγχο στους γονείς μου, τρέχω και ο δρόμος είναι χωματένιος και κακοτράχαλος αλλά αυτό ούτε που με νοιάζει, απεναντίας μου αρέσει και μου ταιριάζει, σκοντάφτω πού και πού αλλά κι αυτό το έμαθα στην πρώτη τη μικρή, αν πέφτω να σηκώνομαι με το δικό μου χέρι, τρέχω λοιπόν γιατί αυτό θέλω πιο πολύ, να δείξω τον έλεγχο στον πατέρα μου, στη μητέρα μου. Σε αυτούς θέλω.
Περνώ τον Ισθμό, αδειάζω τις τσέπες μου στη θάλασσα, φτάνω στον τόπο μου όσο πιο γρήγορα μπορώ. Στο σπίτι μας. Είναι όλα σβηστά και κλειδωμένα, κάθομαι έξω στο πέτρινο πεζούλι και τους περιμένω, σηκώνω την πέτρα, κάτω της βρίσκω την ιστορία του προγόνου μου που κέρδισε στα Λεύκτρα και απαρηγόρητος θρηνεί που είναι νεκροί οι γονείς του για να τους το πει, τον έπαινό τους να ακούσει.
 θοδωρής Γκόνης.
Πηγή:protagon.gr 

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Ένας μεγάλος έρωτας.

Αγάπη.

Κι ήμουν στο σκοτάδι.
Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα.

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

Κώστας Καρυωτάκης

Γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη. Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη “μένα η ζωή πληρώθη. Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα. Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες έζησα, να πληθαίνω τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες κι έτσι γλυκά πεθαίνω. Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες Μαρία Πολυδούρη...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/kostas-kariotakis-maria-polidouri-o-anekplirotos-erotas-pou-tous-skotose-ke-tous-dio/
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη. Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη “μένα η ζωή πληρώθη. Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα. Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες έζησα, να πληθαίνω τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες κι έτσι γλυκά πεθαίνω. Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες Μαρία Πολυδούρη...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/kostas-kariotakis-maria-polidouri-o-anekplirotos-erotas-pou-tous-skotose-ke-tous-dio/
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη. Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη “μένα η ζωή πληρώθη. Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα. Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες έζησα, να πληθαίνω τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες κι έτσι γλυκά πεθαίνω. Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες Μαρία Πολυδούρη...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/kostas-kariotakis-maria-polidouri-o-anekplirotos-erotas-pou-tous-skotose-ke-tous-dio/
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη. Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη “μένα η ζωή πληρώθη. Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα. Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες έζησα, να πληθαίνω τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες κι έτσι γλυκά πεθαίνω. Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες Μαρία Πολυδούρη...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/kostas-kariotakis-maria-polidouri-o-anekplirotos-erotas-pou-tous-skotose-ke-tous-dio/
Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.

Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

Μαρία Πολυδούρη

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους.

—Ναι! Κι εγώ μια τέτοια αγαπούσα. Κι η δική μου μαύρα φορούσε. Κι η δική μου καθόταν σε κάποιο φωτισμένο παράθυρο. Κι η δική μου είχε στραμμένη όλη της την ύπαρξη από μένα. Τώρα είναι κάπου άνοιαστη και ομορφαίνει τον εαυτό της γι' άλλον.
Και βαδίζει στο δρόμο σαν να χορεύει,σαν να καλεί — μα όχι εμένα. Τον άλλον. Μα τώρα πια εγώ δεν την αγαπώ. Την κάλεσα για ν'ακούσω τη φωνή της και δεν ήρθε. Δε θέλησε να κάνει ούτε δυο βήματα.
Καιγόμουν όλος και δε θέλησε να σβήσει τη φωτιά μου ούτε και φτύνοντας πάνω της. Κι εγώ τώρα πια δεν την αγαπώ! Θα κοιτάξω να κάνω αλλιώτικα τη ζωή μου, χωρίς την αγάπη της. Κι ύστερα γιατί την κάναμε την αγάπη σκοπό της ζωής μας; Δεν είναι χοντροκομμένος εγωκεντρισμός αυτός; Καλά, η αγάπη... είναι η ευτυχία μας. Και η ευτυχία των άλλων τι γίνεται. Κι ύστερα μόνο η αγάπη είναι ευτυχία; Όταν πεινούν, όταν ιδρώνουν, όταν στενάζουνε οι άνθρωποι... μπορεί η αγάπη να τους θρέψει, να τους ντύσει, να τους λυτρώσει;
Ναι, αν έχεις ένα σκοπό και θέλεις να τον φτάσεις, χεροπιασμένος με την αγάπη, θα τον φτάσεις ευκολότερα. Μα αν η ευτυχία σου είναι όλο όλο αυτό, το χεροκράτημα, τότε είσαι ένας πελαγωμένος άνθρωπος που έκανε σκοπό το μέσον — κι είσαι μονάδα μισερή και άχρηστη.
— Ω τι μου λες...πώς μου τα λες έτσι; Ποιος σου μπέρδεψε έτσι τα Ευαγγέλια... Και όμως πρέπει να 'χεις δίκιο! Ναι, έτσι είναι. Έχεις δίκιο. Μα αυτή πεθαίνει. Εσύ μπορεί να μην το καταλάβεις, μα εγώ το ξέρω, το είδα τώρα δα∙ πεθαίνει. Φεύγει απ' τη ζωή, κι ούτε μ' αποχαιρετά.
—Τι σε νοιάζει αν δε σε αποχαιρετούν άνθρωποι που δε σε ξέρουν; Άσ' τη να φύγει.

Μενέλαος Λουντέμης

Πηγή:klasikilogotexnia.blogspot.gr

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχυα.

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχυα νὰ σοῦ στείλω λίγω ψωμί∙ μαζεύω
μὲ τὸ σπασμένο χέρι μου ὅ,τι ἔμεινε ἀπ᾿ τὸν ἥλιο
νὰ σοῦ τὸ στείλω νὰ ντυθεῖς. Ἔμαθα πὼς κρυώνεις.
Τὴν πράσινή σου φορεσιὰ νὰ τὴν φορέσεις τὴ Λαμπρή.
Θὰ τρέξουν μ᾿ ἄνθη τὰ παιδιά, θὰ βγοῦν τὰ περιστέρια,
κ᾿ ἡ μάνα σου μὲ μιὰ ποδιά, πλατιά, γεμάτη ἀγάπη.
Πάρε ὅποιο δρόμο, ὅποια κορφή, ρωτα ὅποιο δένδρο θέλεις
Μ᾿ ἀκοῦς; Οἱ δρόμοι ὅλης της γῆς βγαίνουνε στὴν καρδιά μου!
Μὴν ξεχαστεῖς κοιτάζοντας τὸ φῶς. Τ᾿ ἀκοῦς; Νὰ ’ρθεῖς!


Ν.Βρεττάκος.

Πηγή:poetry-in-greece.blogspot.gr

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Tα χέρια του πατέρα.

Μόλις έπεφτε ο ήλιος
μια κόκκινη σκόνη σκαρφάλωνε κι έβαφε τα φύλλα της καρυδιάς
καθώς το κάρο του πατέρα άφηνε δυο λεπτές γραμμές πάνω στο χώμα της αυλής
Τότε εμείς ακουμπούσαμε το ψωμί με το λάδι πάνω στο τραπέζι
και τρέχαμε γύρω του
Αυτός γελώντας άπλωνε τα χέρια του πάνω απ’ τα κεφάλια μας
Οι παλάμες του γεμάτες αυλάκια από το μόχθο και το χρόνο
ήταν για μας ολάκερος ο κόσμος
Μέσα τους έβλεπες τους κάμπους με τα στάχυα
την ευλογία της άνοιξης
τη θλίψη του φθινόπωρου
Άκουγες το τραγούδι των σπαρτών
για το πρωινό αντάμωμα με τον ήλιο
Το γέλιο και το θρήνο του σπορέα
Τη σταγόνα της βροχής να σπαρταράει
πάνω στην πέτρα
Ο πατέρας λες και διάβαζε τα έκπληκτα μάτια μας
γελούσε πιο δυνατά
μας σήκωνε στην αγκαλιά του
κι ύστερα χανόταν στο βάθος του σπιτιού
Γυρίζοντας πίσω στο μισοτελειωμένο ψωμί
βλέπαμε λυπημένοι τη μέρα που ήρεμα ξεψύχαγε
Σίγουρο για τη δύναμή του
έπεφτε αβίαστα το σκοτάδι
κάνοντας τις σκιές να μεγαλώνουν
Τίποτα δεν του αντιστεκόταν
ακόμα και τα λουλούδια στη γλάστρα
έσκυβαν το κεφάλι νικημένα κι έκλειναν
Αργά το βράδυ πίσω από το παράθυρο
βλέπαμε έξω στη αυλή το κάρο
που φάνταζε σαν ένα παράξενο ακίνητο ζώο
Ακούγαμε το πάλεμα της γέρικης καρυδιάς
με τον άνεμο
Κλείναμε τα μάτια
Κρύβαμε πεφταστέρια κάτω από το μαξιλάρι
για όνειρα
και κοιμόμασταν.
Διαδρομή ΙΙ, από τη συλλογή Μωβ σημαία (1981) του Γιάννη Τόλια
Πηγή:newagemama.com

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Λοιπόν, πού είχαμε μείνει;

Στις μέρες μας κανείς δεν σε ρωτάει πού γεμίζεις, πού βρίσκεις το κουράγιο να συνεχίσεις, περιμένουν να σε δουν αδειανό, ξεραμένο πηγάδι. Στόμα κλειστό, φιλιατρό χορταριασμένο.
Εσύ όμως το ξέρεις από πολύ παλιά, από τότε που πήρες το χωματένιο δρόμο και ξεκίνησες, ψάχνεις, επιζητάς τους ερημικούς και χωρίς περισπασμούς τόπους, εκεί τρέχεις, δεν σε τρομάζει το βούισμά τους, εκεί γονατίζεις, εκεί προσεύχεσαι, εκεί βρίσκεις τη λέξη την πεταμένη για να φωνάξεις τ' όνομά του, να καλέσεις αυτό που δε γνωρίζεις, αυτό που δεν καταλαβαίνεις και που πάντα βγαίνει και έρχεται.
Έρχεται με το τραγούδι, φέρνει τις λέξεις και τις αφήνει στα πόδια σου, σηκώνει βράχους, ξυπνάει το φίδι το καλό, φτάνει από πολύ μακριά, κρατάει στα χέρια του τα δώρα που σου στέλνουν οι δικοί σου, τη συμβουλή την παλιά.
«Μην παραιτείσαι, έχεις εμάς, υπάρχει ο τόπος σου, μην το βάζεις κάτω, μην παραδίνεσαι, έχεις εμάς, ξεκουράσου λίγο, όλα θα γίνουν, όταν τα πράγματα αγριεύουν, γύρνα σε μας».
«Μην χορτάσεις τα ξένα φαγητά για να μην τα επιθυμείς και σου έρθει πόθος για τα ξένα τραπέζια, δεν είσαι μόνος, έχεις εμάς.»
Σε αυτούς γυρνάς και τώρα, κάθονται στο ταρατσάκι το μικρό όπως πάντα, σου έχουν μαζέψει τα σύκα τα πρωινά, τα βασιλικά, και σε περιμένουν, θα σου μάθουν ξανά από την αρχή την αλφάβητο, την πειθαρχία, την υπομονή, την αφοσίωση, την αγάπη, θα σου φέρουν το νερό από το πηγάδι, να ξαναβρείς τη γεύση.
Θα σε καλοδεχτούν όπως πάντα, δεν θα ρωτήσουν τίποτα, ξέρουν, δεν θα παραπονεθούν, θα πιάσουν τις ιστορίες από εκεί που τις είχατε αφήσει.
«Λοιπόν, πού είχαμε μείνει;».
Καληώρα σαν κι εμάς. Καληώρα.

θοδωρής Γκόνης.
Πηγή:protagon.gr

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Γιατί νὰ φύγῃς, ἀγόρι μου;..

-...Γιατί νὰ φύγῃς, ἀγόρι μου, γιατί νὰ φύγῃς; / Ἦταν ὅμορφα, γιόκα μου, γιόκα μου – γιατί νὰ φύγῃς; / Κι ἂς ἔλειπε τὸ ψωμί, κι ἂς ἔλειπε τὸ λάδι, κι ἂς ἔλειπε τὸ κάρβουνο – τὰ κουτσοπορεύαμε, / ἦταν ἥσυχα μέσα στὸ σπίτι, γιόκα μου, / καὶ τὸ παλιό κρεββάτι, μὲ τὰ μπρούντζινα πόμολα, ἦταν γερό καὶ σοβαρό σὰν Ἅγια Τράπεζα / ὅταν πλάγιαζες πάνω του φέγγαν τὰ μπρούντζινα πόμολα / σὰν τέσσερις ἥλιοι, ἀγόρι μου, ἔφεγγε ἡ κάμαρα / κι ἄκουγα τὴν ἀνάσα σου – γέμιζε ἡ κάμαρα / γέμιζε κ' ἡ καρδιά μου, ὅπως γεμίζει τὸ παλιό σταμνί στὴ βρύση, / καὶ τὸ τραπέζι ἦταν σίγουρο σάν τὰ δέντρα, / κ' οἱ καρέκλες ἦταν σίγουρες σά μικρές σκάλες που ἀνεβάζουνε σ' ἕνα μικρό-μικρό παράδεισο, / καὶ τὰ πιάτα γυάλιζαν φρεσκοπλυμένα στὴν πιατοθήκη / σά μιὰ σειρά καλοκαιριάτικα φεγγάρια... Γιατί νὰ φύγῃς;..[]
- - - -Γιέ μου, παιδί μου, ἀγόρι μου, [] / φεγγάρι μου! [] / Πές μου νὰ μάθω τὸν ἀγέρα ποὺ σὲ πῆρε, γιόκα μου, / μυρίζοντας τὸ χῶμα σάν τὴ σκύλα / χνάρι τὸ χνάρι νὰ σὲ βρῶ κάτου στὴ γῆ, πάνου ἀπ' τ' ἀστέρια! [] // Μήν εἴδατε, καλοί μου, ἕνα παιδί, τῆς πιὸ ξανθῆς ροδακινιᾶς τ' ἀνίψι / ἕνα παιδί ποὺ κοίταζε ἴσα στὴν καρδιά / ἕνα παιδί στὰ χρόνια τῆς καρδιᾶς μου / ἕνα παιδί στὸ μπόι τῆς καλωσύνης / ἕνα παιδί στὸ χρῶμα τοῦ φιλιοῦ / ἕνα παιδί ξαδέρφι τοῦ καλοκαιριοῦ / μ' ἕνα φεγγάρι θαλασσί σκουφάκι στὸ κεφάλι / μὲ δυό χιλιάδες παραθύρια ὁλάνοιχτα στὰ μάτια του;..[] // Ἄχ, ἡ ματιά του σταροχώραφο τὸ μεσημέρι / ἀνήξερα τὰ χωματένια χέρια του / σάν καὶ τὴ ζέστα τοῦ περιστεριοῦ τὸ ριζοφτέρουγο / ἔτσι ἥμερος ἀπὸ βουνίσιο ἀγέρα σὰν ὀρθό χαμόγελο / ἔρριχνε πικραμύγδαλα καὶ κουκκουνάρια στὰ ρηχά τῆς ἐρημιᾶς μας / καὶ κεῖνο τὸ παλιό μηδενικό στὰ χέρια του παλιά δεκάρα / τὴν ἔρριχνε ψηλά κορῶνα-γράμματα / ἐδῶ στὸ δρόμο, στὴν αὐλή μας, στὸ τραπέζι, / καὶ τὸ κουδούνισμά της ἦταν ἔρωτας!.. [] // Ἐγώ κ' ἡ γριά ἡ νυχτιά – χαροκαμμένο ἀντρόγυνο – / κάτσαμε καὶ τὸν κλάψαμε ὣς μές στὰ κόκκαλά μας, / ὕστερα γυά- λίσαμε τὰ παπούτσια του, / σιδερώσαμε τὰ ροῦχα του καὶ τὸν περιμένουμε... / Δέ μπορεῖ νὰ μήν ἔρθῃ – δέ μπορεῖ!.. / Εἴμαστε τόσο πικραμένοι, γιόκα μου, / ἐγώ κ' ἡ νύχτα ἡ μάνα σου / ἄλλη φωνή δέν ἔχουμε νὰ σὲ φωνάξουμε / ἄλλη φωνή δέν ἔχουμε νὰ κλάψουμε / – εἴμαστε τόσο κουρασμένοι, ἀγόρι μας, / μᾶς ἔπιασε βροχή ἀπ' τὸ χέρι καὶ μᾶς πάει...[]
- - - -Τὸ αἷμα ποὺ πίνει ἡ ἐρημιά, ἡ ζωή τὸ παίρνει πίσω / – μπουκώνω μ' ἕνα βράχο τὸ λαρύγγι μου μὴν ξεφωνίσω / φράζω τὰ δόντια μὲ βουνά κ' ἡ κραυγή πάλι βγαίνει! / Στὰ βράχια λυώνουνε τρακόσοι σκοτωμένοι / κι ὁ γιός μου, τὸ φεγγάρι μου, δέ φαίνεται στὸν κόσμο!.. [] / Δεῖξε μου τὰ χέρια σου νὰ πιστέψω ! Ξεκούμπωσε / τὸ πάνου κουμπί τῆς σιωπῆς, νὰ δῶ τὴ γραμμή τοῦ κόρφου σου..- / νὰ δῶ, νὰ καταλάβω πὼς κρατᾶς τὸ τσιγάρο σου / τ' ἀπόβραδα μπροστά στὸ κατώφλι τοῦ ἀποσπερίτη, / τὴν ὥρα ποὺ τὸ σπίτι μας ἔρχεται νὰ σὲ βρῇ, / μαζί κ' ἡ μικρὴ λεμονιά ἡ ξαδερφοῦλα σου, / μαζὶ κι ὁ κουβάς τοῦ πηγαδιοῦ σὰν τὸ καπέλλο τοῦ καλοκαιριοῦ, / μαζί καὶ τὸ περβόλι μας φτιάχνοντας σαπουνάδα τ' ἄσπρα του λουλούδια, / σάν ἀγαθός γερο-μπαρμπέρης τὸ περβόλι μας / νὰ σοῦ ξυρίσῃ ὅλη τὴν πίκρια ἀπὸ τὸ πρόσωπο μὲ τὸ ξυράφι τοῦ μισοφέγγαρου...[]
- - - -Ἀγόρι μας, νὰ τυλιχτῇς!.. Ἔχει ὑγρασία τὰ ξημερώματα. / Τὰ βράδυα πέφτει τὸ φεγγάρι μὲς στὰ βράχια ἀμίλητο..- / ἄ, τὸ φεγγάρι! παγωμένο τὸ φεγγάρι! / γαλάζιο τὸ φεγγάρι, κρούσταλλο, / ὁ παγωμένος καταρράχτης κρέμεται / μὲς στὸν ἀγέρα ἀγέρας κρούσταλλο – νὰ φυλαχτῇς, ἀγόρι μας!..[]
- - - -Κ' ἐγώ, παιδί μου, που ἔτρεχα μ' ἕνα ραβδί τὸν κόσμο / ἔχασα τὸ ραβδί μου, γιέ μου, τὸ χοντρό ραβδί μου / νὰν τὸ χτυπάω στὸ κούτελο, νὰν τὸ χτυπάω στὸν τοῖχο, / νὰ δίνω τὸ ρυθμό στὸ κῦμα ποὺ μὲ πνίγει, / νὰ σὲ κρατάω ἔξω ἀπ' τὸ κῦμα ποὺ μὲ πνίγει, / κι ὄξω τὸ καύκαλό μου ἀπὸ τὸ κῦμα νὰ σοῦ φέγγῃ, γιόκα μου, φεγγάρι!.

Γιάννης Ρίτσος

Πηγή:poetry-in-greece.blogspot.gr/