Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Καταιγίδα.

Τι πατούσα, τι μιλούσα, τι έλιωνα, τι έσταζα, τι έβλεπα, τι έπινα, τι τραγουδούσα, τι ρόδι έσπαζα, τι μέλι ρουφούσα.
Όλους αυτούς τους δρόμους τους περπάτησα χιλιάδες φορές, δεν μπορείς να φανταστείς, να σκεφτείς, πόσες φορές. Με την ομπρέλα, το αδιάβροχο, το φανελάκι.
Πάνω τους, με τη σκόνη, τον ήλιο, τη βροχή, τη λασπουριά, τις στροφές, τις ανοιχτωσιές, τις ανηφοριές, τις κατηφοριές, τις λακκούβες, τα πετάγματα, τα ξεπετάγματα.
Πάνω τους, σε πέτρα ασφαλή, Λαγκαδινή, σχεδίασα, προγραμμάτισα, έχτισα, γκρέμισα, ύψωσα.
Φορτωμένος, σκεφτικός, σταθερός, άκαμπτος, ακλόνητος, γελαστός, δακρυσμένος, απελπισμένος, αποφασιστικός, πάντα προς τα μέσα, η τύχη μου.
Το νύχι μου.
Σχέδια μάχες, στρατηγικές, νίκες, ήττες, αυτές.
Κυρίως αυτές, σοφές, τρυφερές, με το μπουκαλάκι το νερό, με το φτερό το τσακισμένο.
Καλάμι.
Καλαμιά. Καλαμιές. Φτερούγες. Ξέρω εγώ, ξέρω εγώ να φτιάχνω, να δένω, να συναρμολογώ, να ταιριάζω. Να πετώ. Με το κερί.
Κερήθρα.
Έτσι, λοιπόν. Με τις παγίδες, με το δίχτυ, με το σύρμα, με τις ξόβεργες. Πιασμένος, ήσυχος, με τον κανόνα, τον κανόνα μου.
Σιγά-σιγά, σιωπή. Υπομονή, σταγόνα, σταγόνα. Θα γεμίσει. Θα ξεχειλίσει, θα τραγουδήσει.
Υπάρχει κάτι καινούργιο, κάτι νέο, κάτι τρυφερό. Κάτι.
Το δαγκώνεις, το μασάς και στάζει σάλιο πράσινο. Είναι δίπλα, μέσα, κοντά, ακούς το βόμβο.
Πού το ξέχασες, πού είναι, κουδουνίζει, αναβλύζει, θα το βρω, δεν γίνεται, θα χτυπήσω το κεφάλι μου στον βράχο, θα σκάψω, θα το βρω.
Αυτό θέλω, αυτό που βγάζει η ζωή τώρα, αυτό που φυτρώνει, αυτό που κρύβει.
Δεν θέλω τίποτα απ’ τα παλιά.
Να πάτε να πείτε σ’ αυτούς που μεταποιούν, που κονταίνουν, που μακραίνουν, που κόβουν, ράβουν, στο τραπέζι του Προκρούστη, να πάτε να τους πείτε, να πνιγούν στη μαύρη θάλασσα. Δεν μπορώ τη φτώχεια, την γκρίνια, τη μιζέρια, τις άδειες τσέπες.
Υπάρχει ένας μεγάλος, καινούριος, ασφαλτωμένος, αστραφτερός, διάπλατος δρόμος. Διακόσια. Διακόσια πενήντα.
Δυο χιλιάδες δέκα τρία, το λεπτό.
Στο φτερό. Στην καταιγίδα.
Εκεί μεθώ, εκεί σε είδα.

θοδωρής Γκόνης.
Πηγή:protagon.gr

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Η φτερωτή γλώσσα.

Επειδή μεγάλωσα στο σκαλοπάτια σου -εκεί που κρυφά σου σφύριζα ν’ ανοίξεις και να μπω- γι’ αυτό νοικιάζω πάντα σε σκάλες, κάστρα και σκαλιά και σε γκρεμό 
Όπου κι αν πάω, όπου και αν βρεθώ, όποιο σκαλοπάτι και ν’ ανεβοκατεβώ, κάτω απ’ το παράθυρό σου, θα σφυρίζω και θα τραγουδώ
Όποια ομοιοκαταληξία και να ψάχνω και να ξεκινώ, όποιο φτάρνισμα και να μετρώ, σε ό,τι προσθέτω και σε ό,τι αφαιρώ, πάντα στ’ όνομά σου βγαίνω, στην πόρτα σου, και στο δικό σου αριθμό
Ό,τι ακούω, όποια λέξη σημειώνω και κρατώ, για σένα βγάζει γλώσσα και φτερό
Κι όταν φωνάζω τ’ όνομά σου, ανάγλυφο και σκαλιστό το φέρνουν και το σκάβουνε σε βράχο, με ολόχρυσο το Νι το τελικό
Ό,τι  συμβαίνει, αλλά και ό,τι έχω στ’ αλήθεια και στα ψέματα σκεφτεί και σκαρφιστεί, σε σένα πρώτα-πρώτα η ψυχή μου θέλει να τα μαρτυρήσει, να τα γράψει, να τα πει 
Όποιο λεωφορείο, τρένο, ουρανό, αεροπλάνο και να πάρω και να μπω, τη στάση σου χτυπάω για να κατεβώ, έχω πάντα στα χέρια μου φθινόπωρο και τα χρυσάνθεμα που σου χρωστώ
Κρατάω το ποτήρι το μεγάλο το ψηλό με το νερό, έχω το δυόσμο, τις αγριοφράουλες το τσάι, τον καφέ πάντα ζεστό, μαχαίρι, μέλι, ανθότυρο, σουσάμι, για ν’ ανοίξεις, και ψωμί, οι τσάντες στο ένα χέρι μου γεμάτες και στο άλλο το κλουβί, η γλώσσα μου πουλάκι και λαλεί    
Είναι πρωί, πάντα πολύ πρωί, τραβάω τις κουρτίνες, τα σκεπάσματα, ο πρωινός αέρας  για να μπει, να έρθεις, να με πάρεις να σηκώσεις το πανί, είσαι το Κάστρο, το Λιμάνι, η Θάλασσα, η Πόλη μου, το Σκαλοπάτι μου και θέλω να ΄μαστε μαζί.
θοδωρής Γκόνης.
Πηγή:protagon.gr

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Τρεις πόλεις.

Εχει τρεις πόλεις, τρεις έγνοιες. Ολες στις ξένες θάλασσες. Θα σηκωθεί πρωί, πολύ πρωί, θ' ανοίξει τα παράθυρα, θα μελετήσει τον καιρό, θα δει τα χρώματα, τα ζώα της αυλής, τις αστραπές πίσω απ' τα βουνά, τη θάλασσα, το σύννεφο, τον άνεμο, του φεγγαριού το γάλα, τ΄ άστρα, τα σημάδια και τις αποφάσεις τους.       
Τρεις πόλεις. Ολη τη νύχτα στήνει μηχανές, σκάλες, μπαίνει στον ύπνο τους, μετράει τον πυρετό τους, ταξιδεύει στα όνειρά τους, στους αναστεναγμούς, τα παραμιλητά και στα τραντάγματα, ακούει την ανάσα, το τρίξιμο, τον βήχα, το σαράκι τους, θα πρέπει να βιαστεί να φτιάξει τον καφέ και το τσαγάκι τους.
Θα πρέπει να βιαστεί να βρει τις κάλτσες τις ζεστές, τις μάλλινες και τις βαμβακερές, τα δώδεκα λευκά πουκάμισα με τ’ αρχικά τους, αριστερά στο μέρος της καρδιάς. Ν' ανάψει τη φωτιά να πέσουν κάρβουνα, να έρθει η στάχτη στο νερό να γίνει αλισίβα. Να λουστούν, να χτενιστούν.        
Είναι πρωί, πολύ πρωί, παίρνει τη σφουγγαρίστρα της, τον κουβά και κατεβαίνει στον γιαλό κι αρχίζει να μαζεύει τα νερά της θάλασσας, ανοίγει δρόμο, να προλάβει, να τρέξει, να φτάσει γρήγορα, πριν φύγουν στις δουλειές τους νηστικοί κι απεριποίητοι. Εχει τρεις πόλεις, τρία παιδιά. 
 θοδωρής Γκόνης.
Πηγή:protagon.gr

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Ο κλέφτης.

Ο σωστός κλέφτης έχει πάντα διπλή την ακοή και το περπάτημα ελαφρύ, του αρέσει να κλέβει. Να κλέβει στον δρόμο. Κάνει τ' αυτί του χέρι και χαίρεται. 
Προπορεύεται. Ετσι και αντιληφθεί άνθρωπο με βαρύ περπάτημα, άνθρωπο σοβαρό, ανοίγει το βήμα του και γίνεται λαγός του, οδηγός του, τον παρασύρει, τον ρουφά με τον τρόπο του και τον ληστεύει. Του παίρνει τα πάντα, τα λόγια του, τα ολόχρυσα ρολόγια του.
Ο σωστός κλέφτης αγαπάει, έχει αδυναμία στον άνθρωπο που παραμιλάει, που μιλά μοναχός του, γιατί το ξέρει καλά, το γνωρίζει, τότε είναι που πάντα σε κάποιον μιλά πραγματικά, τότε είναι που έρχονται οι ξεχασμένες λέξεις και πέφτουν σαν τις νιφάδες του χιονιού σαν τις σταγόνες του νερού μία-μία και καθεμιά στο χέρι της κρατά τον άγγελό της. 
Ο σωστός κλεφτής είναι χασαπόσκυλο, ξέρει τη μέρα και την ώρα της σφαγής, μυρίζεται τη λέξη από μακριά την ώρα που της κόβουν τον λαιμό με το μαχαίρι και σπαρταρά, την αρπάζει στον αέρα με τα αίματα και φεύγει γαβγίζοντας στις σκοτεινές γωνιές, στα ρέματα, μακριά, μαζί με δυο αλήθειες και τρία ψέματα. 
Ο σωστός κλέφτης γνωρίζει τα μυστικά περάσματα, ξέρει να στήνει ξόβεργες και δίχτυα, είναι πάντα εκεί την ώρα που περνά η λέξη που ταιριάζει στο τραγούδι του.
Την αρπάζει από τη μέση, πηδά στη βάρκα του Μπικάκη και ξανοίγεται στα πιο βαθιά νερά και είναι τις πιο πολλές φορές που γυρίζει ολομόναχος και καραβοπνιγμένος.
 θοδωρής Γκόνης.
Πηγή:protagon.gr

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

Πρώτη Αγάπη.

Πρέπει να ήμουν ως δώδεκα χρονών και πρέπει να ήταν εκείνη ως έντεκα. Δε την έβλεπα μήτε στην εκκλησιά, μήτε στον κλήδωνα, μήτε στη βρύση, μήτε στο παράθυρι. Η μάνα της κι η μάνα μου δεν είχανε πολλές φιλίες.
Εκεί που την έβλεπα δεν είμαστε οι δυό μοναχοί. Είμαστε οχτώ-δέκα αγόρια της προκοπής, αποφασισμένα να μάθουμε τι θα πει παρέμφατο και να φέρουμε τον πολιτισμό στο χωριό. Και πέντ-έξι κορίτσια, που ερχόντανε δυό ώρες τη μέρα και κάθιζαν από το άλλο πλάγι του γέρου δάσκαλου και τεχνολογούσανε με μια χάρη, που σ’ έκαναν, ήθελες δεν ήθελες, να την αγαπάς τη γραμματική.
Tη χάρη φυσικά την είχανε, γιατί ήταν όλες μικρούλες, όχι πως ήτανε κι όμορφες όλες. Για το δικό μου το γούστο, όμορφη ήτανε μια μοναχή κι αυτή ήταν η …αγαπητικιά μου!
Τι λόγο ξεστόμισα! Από που κι ως που αγαπητικιά! Μήτε λέξη δεν της είπα ποτές. Μήτε με το δαχτυλάκι μου δεν τ’ άγγιξα τ’ αφράτο το χέρι της. Μήτ’ η αναπνοή μου δεν μπορούσε να πάει κοντά της και να τη χαϊδέψει. Το μόνο που πηδούσε κάποτες από τα χείλη μου στα χειλάκια της ήτανε το ρήμα ‘λείπω’, σαν το κλίναμε ο καθένας απ’ ένα χρόνο με τη σειρά και ταίριαζε να είμαι εγώ στερνός στη δική μας τη σειρά κι εκείνη πρώτη στων κοριτσιών. ‘Ελελείμεθα, ελέλειφθε’ πήγαινε να πει και σκόνταβε και χαμογελούσε και τότες πια εγώ, που περίμενα μέρες και μέρες αφορμή να της δώσω ένα, ας είναι και συμμαζεμένο, χαμόγελο, έλαμπα ολοπρόσωπος καθώς την κοίταζα, χωρίς φόβο να μη το νιώσει ο δάσκαλος το τρομερό μυστικό μας. Έπεφταν τότες τα μάτια της στο βιβλίο απάνω, κοκκινίζανε τα δυό μάγουλά της κι άρχιζε το πλαγινό κορίτσι τον άλλο χρόνο.

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Αφιερωμένο ……

Πηγή:silia.wordpress.com

Η μάνα.

…Τρέχει νερὸ κρυστάλλι κι’ ὅσαις μανάδες τὤπιανε κἀμμιὰ παιδὶ δὲν κάνει• νὰ τὦχε πιεῖ καὶ ἡ μάνα μου νὰ μὴ μ’ εἶχε γεννήσει. (Ἐκ δημοτικοῦ ᾄσματος)

Ἄς ὀνομάσουνε σκληρὰ τὰ λόγια μου καὶ πλάνα καὶ τὴν ἀλήθεια βλάσφημη ψευτιὰ κι’ ἀγνωμοσύνη• ὁ μεγαλείτερος ἐχθρὸς τ’ ἀνθρώπου εἶν’ ἡ Μάνα! Γιατὶ ἐκείνη μᾶς γεννᾷ, αὐτὴ ζωὴ μᾶς δίνει.

Ἄχ, ναί• ὅλ’ ἡ ἀγάπη της, ἡ ἄσωστη στοργή της, τ’ ἀκοίμητο νανούρισμα, τὸ γάλα, τὸ φιλί της, ὅλα ἐκεῖνα τὰ καλά, ὁποῦ μιὰ μάνα κάμει, εἶναι νεροῦ σταλαγματιὰ καὶ τὸ κακὸ ποτάμι.

Ξέρει τί εἶναι ἡ ζωή, καλὰ τηνὲ γνωρίζει• ξέρει πὼς λύπη τῆς ζωῆς σημαίνει τὴν καμπάνα, καὶ ὅμως τὴν ζωὴ αὐτὴ κ’ εἰς ἄλλον τὴν χαρίζει! Μάνα δὲν γίνουνται ποτὲ ἀνίσως ἦταν μάνα…

Ν’ ἀντιλαλῇ ἀπὸ παιδὶ ἀκούω στὸν ἀέρα τῆς εὐτυχίας τ’ ὄνομα καὶ νύχτα καὶ ἡμέρα• μὰ τότε μόνο ἡ χαρὰ στὸν κόσμο θεν’ ἀνθίσῃ,
ὅταν ἡ μάναις στειρωθοῦν κ’ ἡ ἀνθρωπότης σβύσῃ!

 

Αχιλλέας Παράσχος

Πηγή:nikostsintros.gr

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Το τραγούδι της συκιάς.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ήταν να κλείσουν γρήγορα το πηγάδι, σκέπασαν το φιλιατρό με ασπάλαθους, πουρνάρια και σκίνα, πλακώνοντάς τα με λιθάρια θεόρατα έτσι που και ο διψασμένος, ο περαστικός που δε γνώριζε, να μην μπορεί να πιει από το νερό αυτό.
Αργότερα έφεραν τούβλα, τσιμέντο, ασβέστη, αμμοχάλικο και το έχτισαν. Έχτισαν τα χείλη του πέτρινου πηγαδιού, τον ουρανό του, με τούβλα κόκκινα. Ξεράθηκαν οι πέτρες, μαύρισαν, στέγνωσε η γούρνα, χάθηκαν οι σφήκες, οι μέλισσες, τα πουλιά, τα αδέσποτα του κόσμου, τα χορταράκια τα πράσινα. Απαγόρευσαν στα παιδιά να πηγαίνουν να στέκονται πάνω του, να παίζουν στα γύρω του, να κρύβονται στη γούρνα την πέτρινη. Βουβάθηκε.
Η συκιά που φύτρωσε στο εσωτερικό του πηγαδιού, στον πέτρινο κόρφο του, βρήκε δρόμο κι ανέβηκε, γκρέμισε όσο χρειαζόταν για να περάσει, έκανε πεισματική αγκώνα το βλαστάρι της πάνω στο άνοιγμα και βγήκε στο φως. Στην αρχή δεν της έδωσαν και μεγάλη σημασία, αυτή όμως θέριεψε, ψήλωσε, ήταν συκιά Βασιλική της Αττικής, με φύλλα μεγάλα και τραχιά, πεντάλοβα -ίδια η Πελοπόννησος- και όταν τα έσχιζε ο άνεμος, γιατί κανείς δεν την πλησίαζε, δακρύζανε γάλα λευκό. Με ανακούφιση είδαν όλοι ότι τα άωρα σύκα της, βάθος της ανθοδόχης τους είχαν μόνο θηλυκά άνθη. Ήταν ευτυχώς συκιά θηλυκή. Έτσι δεν είχαν φόβο να δέσουνε καρπό, θα έμεναν ατροφικά και θα έπεφταν πριν καν ωριμάσουν.