Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Χριστουγεννιάτικο όνειρο.

Στην τράπεζα πρωί-πρωί πρώτος στη γραμμή, στην ουρά στην Αγροτική, σε αυτήν που πήγαινα με τον πατέρα μου παιδί.
 Γυρνώ την κεφαλή μου πίσω και βλέπω τη μητέρα μου, τον παππού μου να στέκονται υπομονετικά κι αυτοί στην ίδια τη γραμμή, στο χέρι να κρατούν νόμισμα παλιό. Περιμένουν να στείλουν τις εκατό δραχμές σε μένα, που κι εγώ το ίδιο περιμένω, για να διαβιβάσω με άλλο νόμισμα στο γιο μου. Το ελάχιστο των εορτών.
Παρατηρώ τον παππού ανήσυχο, κοιτάζει διαρκώς έξω από την πόρτα εκεί όπου έχει ακουμπήσει τα τσουβάλια με τις ελιές, τα πορτοκάλια, τις βροχές, τις μπόρες και τις παγωνιές, τα  χιόνια, το μουσκεμένο του σουρτούκο, τη χαμαλίκα του. Τρέχω να τα πάρω να τα φορτωθώ εγώ στις πλάτες τις δικές μου. Έρχεται. Με προλαβαίνει όπως πάντα. Τα σηκώνει σαν βαμβάκι, σαν πούπουλο και φεύγει πάνω, πέρα στα  βουνά, στις  μαύρες  πέτρες..
Η Μάνα μου, με το φόρεμα του γάμου της, τα μαύρα της μαλλιά πλεγμένα σε κοτσίδες, μιλάει με τον ταμία, του υπαγορεύει το ποσό και τ' όνομά μου κλαίγοντας και τραγουδώντας. Του δίνει αριθμούς, δρόμους, διευθύνσεις, τόπους, σπίτια βουλιαγμένα, χαμένα, βγάζει χαρτί, φύλλο ακέραιο, κόλλα αναφοράς  από το κόρφο της και συλλαβίζει τ' όνομά σου, για σένα επί πλέον διατάζει "διακόσιες οι  δραχμές για δαχτυλίδι". Υπογράφει με σταυρό και χάνεται. 
Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Σ'ακούω πατέρα ...

''.....ο πατέρας μου πεθαμένος εδώ και τόσα χρόνια έρχεται κάθε βράδυ και με συμβουλεύει στον ύπνο μου… μα πατέρα του λέω, ξεχνάς ότι τώρα είμαστε συνομήλικοι;...''

Τα μοναχικά βήματα, Τάσος Λειβαδίτης

22 Δεκέμβρη 1999.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Τα πορτοκάλια των Χριστουγέννων.

Μπορεί το σπίτι μας να καταρρέει, να μπάζει και να στάζει από παντού, να το έχουν πνίξει αγριοσυκιές, το φίδι του να έχει φύγει για αλλού, ο πετεινός και η όρνιθα να έχουν πετάξει απ’ την αυλή, παράθυρα και πόρτες στον άνεμο, στο χιόνι, στη βροχή να έχουνε παραδοθεί, όμως αυτές τις μέρες τις μεγάλες και τις γιορτινές θυμάται, πουλάκι γίνεται, πουλάκι ντύνεται, βγάζει φτερό, στη ξενιτιά μου έρχεται, στις φυλλωσιές μου κρύβεται, γυρεύει ζεστασιά και προστασία. 
Ανοίγω και το υποδέχομαι, βρεγμένο το στεγνώνω, κλαμένο το παρηγορώ το απαρηγόρητο, φέρνει παράπονα μεγάλα, λογαριασμούς απλήρωτους, γραμμάτια παλιά, λόγια σκληρά και πώς να τα σηκώσει το ραγισμένο κεραμίδι του, φέρνει το τζάκι το σβηστό, τη στάχτη τη βρεγμένη. Τον άνθρωπο που δεν τον χόρτασα ποτέ. 
Έρχεται με αυτή τη μυρουδιά που βγάζουνε οι πέτρες, όταν πέφτει πάνω τους βροχή, πέτρες που είναι δεμένες με πηλό, που ζύμωσε με ιδρώτα και με αίμα μια κατάρα που ακόμα περιμένει να γυρίσει σε ευχή.
Έρχεται με το φως, με τις βαθιές γαλήνιες σκιές, με τα ματόκλαδά του, τα πορτόφυλλα κλειστά και περιμένει.
Έρχεται, ανοίγουν κεφαλάρια, ανοίγουνε νερά και ουρανοί και είναι όλοι και όλα  όπως τότε. Εκεί. Άνθρωποι, ζωντανά, στη φάτνη, στην καλύβα, στο τραπέζι.
Καπνός, βιβλία, πορτοκάλια, κάστανα, τσάι, το γέλιο, λόγια, τραγούδια. Τραγούδια.
Χέρια που ξέρουν ν’ ανάβουν τη φωτιά, να φέρνουν ζεστασιά, χάδι, φιλί, την ιστορία και πώς να την αφηγηθούν με τον πολύ βραδύ ρυθμό, με την καθάρια και γλυκιά φωνή σαν του πουλιού, το μέσα έξω να γυρίσουν, το δάκρυ να το στρίβουν, να φυτρώνει στη χαρά, ν’ ανθίζει, να χαμογελά.
Έρχεται με το πουκάμισό του το λευκό, με το μονόγραμμά του κεντημένο αριστερά, πλησίστιο, γεμάτο, με την αρματωσιά του, με τον ήλιο, με τον άνεμο, φέρνει τα Πορτοκάλια τα χρυσά των Χριστουγέννων.
Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Γιὰ τὴν κόρη μου...

Κοριτσάκι μου,
μὲς στὸ βουβὸ πηγάδι τοῦ φεγγαριοῦ
σοῦ ῾πέσε ἀπόψε τὸ πρῶτο δαχτυλίδι σου.
Δὲν πειράζει.
Ἀργότερα θὰ φτιάξεις ἄλλο
νὰ παντρευτεῖς τὸν κόσμο μὲς στὸν ἥλιο.
Γιατὶ δὲν εἶναι κοριτσάκι
νὰ μάθεις μόνο ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει,
εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου.
Ἄλλη χαρὰ
δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ποὺ δίνεις
Νὰ τὸ θυμᾶσαι κοριτσάκι.

(Γιάννης Ρίτσος -Κοριτσάκι μου)

Χρόνια πολλά και ευτυχισμένα, Κοριτσάκι μου.
Να ζήσεις μια ζωή όπως την θέλεις, ελεύθερη.
Ο πατέρας σου.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Ποια 'ναι η πιο αντρίκια χαρά;

«Και ποια είναι η πιο αψηλή εντολή; 
Ν' αρνηθείς όλες τις παρηγοριές - θεούς, πατρίδες, ηθικές, αλήθειες - ν' απομείνεις μόνος και ν' αρχίσεις να πλάθεις εσύ, με μοναχά τη δύναμή σου, έναν κόσμο που να μην ντροπιάζει την καρδιά σου. 
Ποια 'ναι η πιο αντρίκια χαρά; Ν' αναλαβαίνεις την πάσα ευθύνη».

Νίκος Καζαντζάκης

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

«Πάνω από τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;»

Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων, Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, - πως μεγαλώνει το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;
17 Νοεμβρίου
Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς, 
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι- 
ποιος θα πει : περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια 
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω 
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς 
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;
Γιάννης Ρίτσος - 16 και 17 Νοέμβρη 1973
Πηγή:koutipandoras.gr

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Εγώ νίκησα τη ζωή.

Εχεις σκεφτεί ποτέ τι μπορεί να συμβαίνει στον κόσμο αυτή τη στιγμή; Τώρα, που μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή σου διαβάζεις αυτό το άσκοπο κείμενο.
Κάποιο παιδί γεννιέται, άλλο παιδί πεθαίνει. Μια μητέρα αγκαλιάζει για πρώτη φορά τον θησαυρό της ζωής της και μια άλλη θρηνεί πάνω από το άψυχο σώμα του αγγέλου της, αρνούμενη να δεχτεί πως δεν θα ξαναδεί ποτέ το χαμόγελό του, πως δεν θα ξανακούσει ποτέ από τα χείλη του να βγαίνει η λέξη «μαμά».
Πιθανότατα αυτή τη στιγμή δυο σώματα να ενώνονται, να παίρνουν φωτιά και να μοιράζονται στο σκοτάδι τα πιο κρυμμένα μυστικά τους και τα πιο τρελά πάθη τους, ενώ δυο άλλα να σκορπούν επιπόλαιες φράσεις και βλέμματα μίσους και απογοήτευσης.
Κάποιος άστεγος εκλιπαρεί για τη βοήθεια των περαστικών, μετανιωμένος για τα λάθη και τις «αμαρτίες» του, και σκεπτόμενος πως θα ήταν καλύτερο να δώσει τέλος στη ζωή του, ενώ ένας μεγαλοεπιχειρηματίας σκορπάει τα λεφτά του ξαπλωμένος στην πισίνα ενός πεντάστερου πολυτελούς ξενοδοχείου, σχεδιάζοντας το επόμενο μεγάλο του επενδυτικό βήμα.
Άλλος κλαίει γοερά, άλλος γελάει με την καρδιά του, άλλος μετανιώνει για κάθε λεπτό της ζωής του. Κάποιος νιώθει περήφανος, άλλος απογοητευμένος, άλλος νευριασμένος, άλλος ερωτευμένος και άλλος ξενερωμένος. Μα όλοι έχουν ένα κοινό, τώρα, αυτή τη στιγμή που διαβάζεις αυτό το κείμενο, μα και σε όλη τη διάρκεια της ανθρωπότητας. Όλοι είναι άνθρωποι.
Όλοι έχουν καρδιά, νόηση, όλοι νιώθουν οικτρά και άλλοτε ακαταμάχητα συναισθήματα. Αυτή τη στιγμή που εσύ βαριέσαι να βγεις έξω και να δεις τον κόσμο, αυτή τη στιγμή που είσαι λυπημένος επειδή δε σε δέχτηκαν σε κάποια δουλειά ή επειδή κόπηκες σε κάποιο μάθημα στο Πανεπιστήμιο, ο κόσμος αλλάζει. Αλλάζει συνεχώς.
Αυτή η αντικρουόμενη ενέργεια των ατόμων και των φαινομένων που κατακλύζει τον κόσμο είναι η μαγεία της ζωής και η αφορμή να συνειδητοποιήσεις πως εδώ είμαστε περαστικοί, πως όσα χρόνια και αν ζήσεις πρέπει να τα ζεις μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός σου, να τα ρουφάς με απόλαυση όπως ένα γλυκό κοκτέιλ κατά τη διάρκεια μιας ξάστερης καλοκαιρινής νύχτας.
Δεν θα σου πω να ζεις την κάθε σου στιγμή σα να είναι η τελευταία, γιατί παραείναι mainstream και εντελώς απαισιόδοξο. Θα σου πω να κάνεις focus στη ζωή, στο τώρα, χωρίς να σκέφτεσαι τον θάνατο. Μην ανησυχείς, αυτός αργά ή γρήγορα θα έρθει. Κι εσύ έχεις το χρέος τότε να του χαμογελάσεις με το πιο ειρωνικό και γεμάτο ικανοποίηση χαμόγελό σου και να του πεις με την πιο βροντερή φωνή σου:
«Δε σε φοβάμαι καθόλου. Εγώ νίκησα τη ζωή!».
Και έτσι, ολοκληρώνοντας αυτή τη φράση να αφήσεις την τελευταία σου ανάσα, ανάσα ζωής σε έναν κόσμο που συνεχώς ασθμαίνει.

Αλεξάνδρα Κουτουδάκη.Πηγή:protagon.gr

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

Η Ελιά.

Οι κορμοί των δέντρων είναι βασανισμένοι από μια αγωνιώδη προσπάθεια. Συστρέφονται, γονατίζουν να προσευχηθούν, υψώνουν σκληρά μπράτσα, μέλη τυραγνισμένα από την κίνηση, όλο αγκώνες και γόνατα. Οι στριφτές ρίζες βυζαίνουν από την καρδιά της γης το χρυσό λάδι, για το καντήλι των Αγίων και για τη σαλάτα του φτωχού.

(Απ’ την Ελλάδα)
Στρατής Μυριβήλης

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

«Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή...»

... «Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ. Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι' αυτό που αξίζουν, αλλά γι' αυτό που σημαίνουν. Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόνταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου. Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ' ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ' αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους... Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα. Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ' αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.
Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ' αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να βγαίνεις απ' την πόρτα, θα σ' αγκάλιαζα και θα σού 'δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ' έβλεπα, θα έλεγα "σ' αγαπώ" και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη. Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ΄θελα να σου πω πόσο σ' αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.
Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι' αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν' το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις "συγνώμη", "συγχώρεσέ με", "σε παρακαλώ", "ευχαριστώ" κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις. Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ' τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα».
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Πηγή: iefimerida.gr

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Οι παππούδες μας δεν έφυγαν ποτέ...

Όσα χρόνια και να περάσουν πάντα θα σε θυμάμαι. Κοτσανάτος ήσουν για την ηλικία σου και πιο παιδί από παιδί, όπως έλεγε η γιαγιά. Ένας παππούς, παιδί. Ο καλύτερος φίλος και ο καλύτερος σύμμαχος σε ό,τι βάζει ο νους σου. «Έλα να πειράξουμε τη γιαγιά» μου ψιθύριζες σκανταλιάρικα και με σκουντούσες για να γίνουμε συνένοχοι στο έγκλημα.
Όλοι οι παππούδες θυμίζουν κάτι δικό σου. Είναι εκείνοι που τα χειμωνιάτικα βράδια που μένεις σπίτι τους, θα σου φέρουν μια έξτρα κουβέρτα και δυο λιχουδιές και θα σε κάνουν να κρέμεσαι απ’ τα χείλη τους με τις ιστορίες που έχουν να πουν. Πόσα να έχουν δει αυτά τα μάτια!
Θα σου πουν από ιστορίες πολέμου, μέχρι ζαβολιές και το πώς γνώρισαν τη γιαγιά σου. Και ξαφνικά μεταφέρεσαι σε μιαν άλλη εποχή και παρελαύνουν μπροστά στα μάτια σου άνθρωποι που δε γνώρισες ποτέ, χαζεύεις αλάνες που τρέχουν σχολιαρόπαιδα και βλέπεις τον παππού σου νέο, χωρίς ίχνος ρυτίδας ή κούρασης, αλλά το ίδιο παιδί.
Είναι αυτός που θα σε μάθει χαρτιά και μετά θα χαίρεται πιο πολύ από σένα, όταν τον κερδίζεις. Θα κάνει τάχα τον πειραγμένο, αλλά τα μάτια του θα γυαλίζουν κρυφά από περηφάνια. Θα σε μάθει να ποντάρεις με στραγάλια, φουντούκια, αμύγδαλα κι όποιο άλλο ξηροκάρπι θες και πάντα όταν τελειώνουν οι δικοί σου «πόντοι», θα σε εφοδιάζει κρυφά ή φανερά με τους δικούς τους. Πού και πού θα κάνετε κι ένα διάλειμμα να χλαπακιάζετε τους πόντους μαζί κι ας φωνάζει η γιαγιά πού πήγε όλο το σακουλάκι με τ’ αμύγδαλα.
Θα σου βάζει πάντα στην τσέπη έξτρα χαρτζιλίκι τόσο κρυφά, που θα αναρωτιέσαι αν έκανε κάποτε μυστικές συναλλαγές για τη μαφία. Κι όταν δήθεν παραπονιέσαι, σου κλείνει το μάτι και σου λέει «για να πιεις έναν καφέ ρε παιδί μου», κι ας φτάνουν τα λεφτά για λουκούλλειο γεύμα κι όχι μόνο. Θα φωνάζουν οι γονείς πως «το κακομαθαίνεις το παιδί», αλλά δεν τον νοιάζει ιδιαίτερα, είναι το δικό σας μυστικό και οι άλλοι ας λένε ό,τι θέλουν.
Είναι αυτός που θα σου μάθει να τρως φέτα μαζί με το καρπούζι το καλοκαίρι και μετά θα σε κοροϊδεύει που δεν ήξερες πριν από κείνον. «Έλα να σου δείξω πώς τρώνε», σου λέει κι εσύ αναρωτιέσαι τι κάνεις λάθος τόσο καιρό. Κι από την ώρα που στο μαθαίνει, τα απογεύματά σου είναι πια προκαθορισμένα και μετά τη μεσημεριανή θάλασσα έχετε ραντεβού στο μπαλκόνι του για καρπούζι με φέτα ή χωρίς.
Σου βάζει πάντα τη μεγαλύτερη μερίδα παγωτό και είναι πολύ πιθανό η αγαπημένη σου γεύση να είναι και δική του. Σου μαθαίνει πώς να κάνεις «βατραχάκια» στη θάλασσα πετώντας βοτσαλάκια και είναι αυτός που σου έμαθε να κάνεις ποδήλατο, χωρίς βοηθητικές. Πάντα σε υποστήριζε όταν ήθελες λίγη παραπάνω ώρα για παιχνίδι στη θάλασσα, κι ας φώναζε η μάνα σου ότι το φαγητό θα κρυώσει, ότι βράδιασε πια, ότι αύριο δε θα ξυπνάς. «Ασ’ το το παιδί να παίξει!» λέει με στόμφο και την ίδια ώρα ελπίζει να μπορούσε να κατέβει κι αυτός στην αλάνα, όπως παλιά.
Είναι εκείνος που όσα χρόνια κι αν περάσουν θα μείνει χαραγμένος ανεξίτηλα στη μνήμη σου και θα ζει μέσα από τις γνώσεις που σου έδωσε. Δεν είναι μόνο τα υλικά που σου χάρισε. Είναι που σου έμαθε να είσαι σύμμαχος, φίλος και προστάτης. Στη σκέψη του θα σου έρχεται πάντα μια μυρωδιά από καρπούζι κι ένα μικρό βούρκωμα, κι αυτά είναι που σου δείχνουν πως ουσιαστικά δε θα φύγει ποτέ.

Σοφία Καλπαζίδου.

Πηγή:pillowfights.gr


Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Τα τραγούδια των Αγίων...

Την αγαπούσε. Κανείς δε γνώριζε πόσο. Η ίδια δεν είχε ιδέα.
Το πρώτο που έκανε ήταν να δωροδοκήσει τον υπεύθυνο στα εκδοτήρια εισιτηρίων του Κ.Τ.Ε.Λ. Είχε τους λόγους του. Η κοπέλα που αγαπούσε, ταξίδευε μια φορά τουλάχιστον την εβδομάδα με το λεωφορείο της γραμμής για Αθήνα. Η θέση που θα της έδινε ο υπάλληλος, έπρεπε να είναι πάντα από την αριστερή πλευρά, παράθυρο και, ει δυνατόν, στο κέντρο, πράγμα που ευνοούσε τα σχέδιά του. Το διπλανό της κάθισμα φρόντιζε να μένει ελεύθερο και για το λόγο αυτό αγόραζε  ο ίδιος το εισιτήριο. Εκείνος νοίκιαζε ταξί κι ακολουθούσε.
Για ολόκληρη τη διαδρομή είχε τη στρατηγική του. Προπορευόταν, συνόδευε, ακολουθούσε. Ξεκινούσε πρώτος, προπομπός, σημαιοφόρος του πάθους του, υποχρεώνοντας τον οδηγό του ταξί -που προνοούσε να κλείνει από νωρίς- να χτυπάει το κλάξον δυνατά και παρατεταμένα τρεις φορές σα βαπόρι που σαλπάρει. Πίσω ακολουθούσε το λεωφορείο με το ακριβό του φορτίο. Στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής, έως τα στενά των Δερβενακίων, προπορευόταν, εκτός από τα ελάχιστα εκείνα σημεία, όπου τι χαρά, τι αγαλλίασις, φάρδαινε αίφνης ο δρόμος, επιτρέποντας να ταξιδεύουν παράλληλα. Τότε, ενεργοποιώντας το σχέδιό του, υποχρέωνε τον οδηγό του ταξί να κόβει ταχύτητα, έτσι ώστε να ταξιδεύουν, έστω και για λίγο, δίπλα – δίπλα. Κατέβαζε το τζάμι του, άπλωνε το χέρι και έπιανε, χάιδευε σχεδόν, τα πλευρά του λεωφορείου, ακριβώς κάτω απ’ το παράθυρο εκείνο, το πιο φωτεινό, στο οποίο η αγαπημένη του ακουμπούσε το μάγουλό της, ρεμβάζοντας ανυποψίαστη. Που και που κουνούσε το χέρι του σα μαντηλάκι λευκό. Δεν τον ένοιαζε που εκείνη ποτέ δεν τον είδε, ποτέ δεν του χαμογέλασε. Αντίθετα, αυτός της χαμογελούσε γλυκά, μπερδεύοντας τους χτύπους της καρδούλας του με το τικ – τακ του ταξίμετρου. Τότε ήταν που ξεκινούσε ένα μουρμούρισμα, ένα σκοπό σαν προσευχή παρά τραγούδι, αλλά τόσο ψιθυριστά, τόσο βαθιά, τόσο από μέσα του, που ποτέ κανείς δεν μπόρεσε να ακούσει, να καταλάβει τα λόγια εκείνα. Λέξεις μικρές, κομματιασμένες, άγνωστες σε εμάς που δεν νοικιάσαμε  ποτέ ταξί για αυτές τις διαδρομές. Λέξεις παράξενες, ακατάληπτες, ανώνυμες, σαν τα τραγούδια των Αγίων.
Άρχιζαν οι στροφές, ο δρόμος στένευε, το ταξί έπρεπε να κόψει ταχύτητα και να ακολουθήσει. Μέχρι τον Ισθμό. Εκεί οπωσδήποτε έπρεπε να είναι στο πλάι της. Ήταν η καλύτερη στιγμή του. Την περίμενε πως και πως, στοιχημάτιζε αν θ’ ανέβαινε ή θα κατέβαινε βαπόρι. Αν ανέβαινε στον Κορινθιακό, αυτή θα του χαμογελούσε, αν κατέβαινε στο Σαρωνικό, θα αδιαφορούσε. Κορώνα – γράμματα. Πάντα κατέβαινε.
Μετά τον Ισθμό ο δρόμος φάρδαινε, μεγάλωνε, περνούσε ξανά μπροστά, οδηγούσε, άνοιγε το δρόμο, στις επικίνδυνες στροφές ειδοποιούσε. Κακιά Σκάλα είναι αυτή, τόσα και τόσα έχουν συμβεί. Στο κρεβάτι του Προκρούστη, στη χειρότερη στροφή, τη γεμάτη προσκυνητάρια, το ταξί σχεδόν μηδένιζε την ταχύτητά του, ώστε να αναγκάσει το λεωφορείο που ακολουθούσε να πηγαίνει αργά. Μέγαρα, Ελευσίνα, Ασπρόπυργος, έως το Δαφνί, δίπλα -δίπλα, λεωφορείο, ταξί χεράκι -χεράκι.
Στο Δαφνί, ήταν η τελευταία του ευκαιρία. Κατέβαζε πάλι το τζάμι και τη χάιδευε, τη χαιρετούσε για τελευταία φορά. Εκεί ήταν που κάποτε αυτή κοίταξε προς το μέρος του και σα να του χαμογέλασε, σα να τον είδε. Ίσως όμως και να του φάνηκε. Στον Ισθμό το βαπόρι κατέβαινε, ή μήπως έκανε λάθος;
Από το σημείο εκείνο μέχρι το τέλος της διαδρομής, ακολουθούσε μελαγχολικός. Στον Κηφισό, στα πρακτορεία, το ταξί στάθμευε διακριτικά, παράμερα, μέχρι να κατέβουν όλοι οι επιβάτες. Την έβλεπε να παίρνει τις αποσκευές της και να χάνεται μέσα στην πολυκοσμία. Τότε ο οδηγός του ταξί, χωρίς αυτός να του πει τίποτα, έβαζε μπρος και  έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής.
Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Ένα πρόσωπο.

Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο
σαν ολόκληρη μοναξιά, σαν ολόκληρη νίκη
πάνω στη μοναξιά. Αυτό το πρόσωπο
σε κοιτάζει ανάμεσα από δυο στήλες ασάλευτο νερό.
Και δεν γνωρίζεις ποιο απ΄ τα δύο πείθει
Περισσότερο.
Γιάννης Ρίτσος

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Για τα γενέθλιά σου, γιε μου...

Σαν σήμερα, πως πέρασαν δεκαοχτώ κιόλας χρόνια, λίγα, μα που η χάρη σου, τα έκανε αιώνια...Μεγάλωσες κι ανδρώθηκες, κι έγινες παλικάρι λεβέντη μου, μοναδικό του μόχθου μου καμάρι, σε χαίρομαι στη νιότη σου και που δειλά δειλά και με περίσσια φρόνηση, ανοίγεις τα φτερά σου......
Χρόνια πολλά σου εύχομαι, γιε μου, να τα χιλιάσεις...κι ότι ευτυχία και χαρά υπάρχει, να δοξάσεις,να γίνεις πρώτα «άνθρωπος» σωστός κι ειλικρινείς και να γευθείς τις δάφνες σου μιας άξιας προκοπής.
Ότι εφόδια σου χρωστώ, θα έχεις στη ζωή σου κι αν τη ψυχή μου χρειαστείς, κι αυτή είναι δική σου,μα ένα μονάχα αντάλλαγμα σαν χάρη σου ζητώ.....
Να 'μαι για το καμάρι μου περήφανος που ζω...!!!!!!!!

Χρόνια πολλά γιε μου.

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

"Αν μπορείτε διαγράψτε την Ελλάδα..."!

Γκρεμίστε όλη την Ελλάδα σε βάθος 100 μέτρων …
Αδειάστε όλα τα μουσεία σας, ανά τον κόσμο …
Γκρεμίστε κάθε τι Ελληνικό από όλο τον πλανήτη …
Έπειτα σβήστε την Ελληνική γλώσσα από παντού …
Από την ιατρική της χώρας σας, από την φαρμακευτική …
Από τα ανώτερα μαθηματικά (γεωμετρία, άλγεβρα) …
Από τη Φυσική και από τη χημεία …
Από την αστρονομία, από την αστροφυσική …
Από την πολιτική της χώρας σας …
Από την καθημερινότητα σας …
Διαγράψτε και τα απλά μαθηματικά, διαγράψτε κάθε σχήμα…
Κάντε το τρίγωνο-οκτάγωνο, την ευθεία-καμπύλη,
σβήστε τη γεωμετρία από τα κτίρια σας, από τους δρόμους σας, τα παιχνίδια σας, τα αμάξια σας,
σβήστε την ονομασία κάθε ασθένειας και κάθε φαρμάκου,
διαγράψτε τη δημοκρατία και την πολιτική,
διαγράψτε τη βαρύτητα και φέρτε το πάνω κάτω,
αλλάξτε τους δορυφόρους σας ώστε να έχουν τετράγωνη τροχιά,
αλλάξτε όλα τα βιβλία σας (γιατί παντού θα υπάρχει έστω μια λέξη ελληνική), 
σβήστε από την καθημερινότητα σας κάθε ελληνική λέξη,
αλλάξτε τα ευαγγέλια, αλλάξτε το όνομα του Χριστού, (κι αυτό βγαίνει από τα Ελληνικά και σημαίνει αυτός που έχει το χρίσμα), 
αλλάξτε και το σχήμα κάθε ναού (ώστε να χάσει την Ελληνική γεωμετρία), 
σβήστε τον Μέγα Αλέξανδρο,
σβήστε όλους τους Μυθικούς και Ιστορικούς ήρωες,
αλλάξτε την παιδεία σας, αλλάξτε το όνομα της ιστορίας,
αλλάξτε τα ονόματα στα πανεπιστήμια σας,
αλλάξτε τον τρόπο γραφής σας, χρησιμοποιήστε τον αραβικό,
διαγράψτε τη φιλοσοφία,
διαγράψτε..., διαγράψτε..., διαγράψτε… ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΘΑ ΠΕΙΤΕ...

«ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ»…

Robert Najemy

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

Τυχερός.

Ἀνεμοδέρνουν μέρα νύχτα ἀπάνου
σὲ στύλους σταυροσήμαδα φτερά σου,
νὰ γελιέσαι πὼς εἶν᾿ Ἑλλάδα ὁ τόπος.
Μὰ δίπλα τ᾿ ἀγκαλιάζει νὰ τὰ σπάσει
τοῦ ξένου ἡ ἀστερομάτισσα κατάρα.
Ἂν φαρμάκωνε μόνη τὸν ἀέρα,
ἴσως, ραγιᾶ νὰ ξύπναες κάποιαν ὥρα:
«Στὴ χώρ᾿ αὐτὴ ποὺ τήνε λέω δικιά μου
ξένος εἶμαι καὶ τυχερὸς ποὺ ζῶ!»

Κώστας Βάρναλης

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Τ' αγαθά κόποις κτώνται.("τα αγαθά αποκτιούνται με κόπους").

Γιε μου.

Σου ευχόμαστε τα σκαλοπάτια της ζωής να είναι ακούραστα.
Σε κάθε βήμα σου σε ακολουθεί και μια ευχή μας, τα βήματα σου να είναι σταθερά.
Συγχαρητήρια γιε μου !!!
Είμαστε περήφανοι για σένα και για ότι έχεις καταφέρει με τόσο κόπο και δουλειά.
Ευχόμαστε να έχεις πάντα τις επιτυχίες που τόσο αξίζεις.
Η ευχή της Παναγιάς πάντα να συνοδεύει τα βήματα σου.

Με αγάπη.
οι γονείς σου.


Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Οι άγνωστες πτυχές της μάχης των Θερμοπυλών.(Με οδηγό τον «πατέρα της ιστορίας», Ηρόδοτο).

O μάντης Μεγιστίας, το τέλος του Εφιάλτη και η ιστορική αλήθεια για τους «300»

Η μάχη των Θερμοπυλών, που έγινε στα τέλη Αυγούστου (κατά την επικρατέστερη εκδοχή) του 480 π.Χ., αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πολεμικά γεγονότα όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας. Έχουν γραφτεί γι' αυτήν χιλιάδες άρθρα και βιβλία, ενώ δεν άφησε ανεπηρέαστη και την τέχνη.

Στο άρθρο αυτό, θα επικεντρωθούμε, κυρίως, σε σχετικά άγνωστες λεπτομέρειες της μάχης. Βασική πηγή γι' αυτήν, είναι ο "πατέρας της ιστορίας" Ηρόδοτος.

Κατά την αρχαιότητα, η περιοχή των Θερμοπυλών, διέφερε πολύ από την εικόνα που έχει σήμερα. Ο Στράβωνας (64 π.Χ. – 19 μ.Χ.), τοποθετεί τα στενά μεταξύ του Μαλιακού Κόλπου και του όρους Καλλίδρομο. Ο Σπερχειός και οι παραπόταμοί του, δημιούργησαν με τις προσχώσεις τους, τους επόμενους αιώνες, τη σημερινή κοιλάδα. 

Κατά τη δεύτερη περσική εκστρατεία στην Ελλάδα, υπό την αρχηγία του Ξέρξη, ο στρατός των Μήδων, αφού διέσχισε τη Θράκη, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, στρατοπέδευσε κοντά στην Τραχίνια, ανάμεσα στους ποταμούς Μέλα και Ασωπό. Υπολογίζεται ότι ο Ξέρξης είχε μαζί του 300.000 - 400.000 στρατιώτες. 

Οι Έλληνες, στο συνέδριο της Κορίνθου (481 π.Χ.) επέλεξαν ως καταλληλότερη τοποθεσία για την αντιμετώπιση των Περσών, το στενό των Θερμοπυλών. Επικεφαλής των Ελλήνων, ήταν ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Λεωνίδας Α', γιος του Αναξανδρίδα Β' και ετεροθαλής αδελφός του Κλεομένη Α' τον οποίο και διαδέχθηκε. Παντρεύτηκε μάλιστα την κόρη του, Γοργώ και απέκτησε μαζί της ένα γιο, τον Πλείσταρχο. Συνολικά, ο Λεωνίδας είχε 6.200 άνδρες, που είχαν στρατοπεδεύσει στα Στενά των Θερμοπυλών, πίσω από ένα τείχος που είχαν χτίσει οι Φωκείς και ενίσχυσαν με πρόσθετα οχυρωματικά έργα.

Οι Αθηναίοι έστειλαν όλους τους άνδρες τους με τον στόλο στο Αρτεμίσιο και δεν διέθεσαν στρατό στον Λεωνίδα.

Μολών Λαβέ

Ο Ξέρξης, αρχικά, υπολόγιζε ότι οι Έλληνες θα υποχωρούσαν μπροστά στον όγκο του στρατεύματός του. Όταν αυτό δεν έγινε, έστειλε κήρυκες στον Λεωνίδα ζητώντας την παράδοση των όπλων. Η περήφανη απάντηση του Σπαρτιάτη βασιλιά "Μολών Λαβέ" (όπως αναφέρει ο Πλούταρχος), του χάρισε υστεροφημία και τον κατέταξε στις θρυλικές μορφές της παγκόσμιας ιστορίας…

Οργισμένος, ο Ξέρξης διέταξε επίθεση εναντίον των Ελλήνων. Όλες οι επιθετικές ενέργειες των δύο πρώτων ημερών αποκρούστηκαν από τους άνδρες του Λεωνίδα. Αυτό οφειλόταν στη στρατηγική του Σπαρτιάτη βασιλιά, στην υπεροχή των Ελλήνων σε οπλισμό και στη στενότητα του χώρου, που δεν επέτρεπε στους Πέρσες να αναπτυχθούν σε πλάτος και να αξιοποιήσουν τους εξαίρετους τοξότες τους. Ωστόσο, την τρίτη μέρα, τα πράγματα άλλαξαν… Ένας κάτοικος της Τραχίνιας, ο Εφιάλτης, γνώστης της περιοχής, υπέδειξε στον Ξέρξη το ορεινό πέρασμα (μονοπάτι) της Ανοπαίας ατραπού, που περνώντας από το όρος Καλλίδρομο, κατέληγε στα μετόπισθεν των Ελλήνων.

Μην έχοντας άλλη επιλογή, ο Ξέρξης δέχθηκε τη συμβουλή του Εφιάλτη και έστειλε τον Υδάρνη, επικεφαλής του επίλεκτου σώματος των Αθανάτων, να κυκλώσει τους Έλληνες. Ο Λεωνίδας είχε αναθέσει τη φύλαξη της Ανοπαίας ατραπού, σε χίλιους Φωκείς, οι οποίοι αιφνιδιάστηκαν από την κίνηση των Περσών και έφυγαν χωρίς καμία αντίσταση.

Σε λίγο, έφτασε η είδηση στο ελληνικό στρατόπεδο. Ο Λεωνίδας, βλέποντας πλέον ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αντιμετωπίσει τους Πέρσες, διέταξε τους συμμάχους του να φύγουν για να γλιτώσουν από βέβαιο θάνατο. Τελικά, με 300 Σπαρτιάτες και 700 Θεσπιείς πολέμησε γενναία, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους Πέρσες. Οι τελευταίοι Έλληνες στρατιώτες και αφού ο Λεωνίδας είχε ήδη σκοτωθεί, υποχώρησαν πίσω από το τείχος των Φωκέων, στον λόφο του Κολωνού, όπου μετά από μια άνιση μάχη με τους άνδρες του Υδάρνη, σκοτώθηκαν όλοι.

Η γενναία αντίσταση του Λεωνίδα και των ανδρών του καθυστέρησε την κάθοδο των Περσών προς την Αθήνα, έδωσε τον χρόνο στον ελληνικό στόλο που ναυμαχούσε στο Αρτεμίσιο να υποχωρήσει έγκαιρα στα λιμάνια της Αττικής και το γεγονός της θυσίας τους, χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα υπακοής στους νόμους και εκτέλεσης του χρέους προς την πατρίδα.

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

«Ὁ Πληθυντικός Ἀριθμός»

 ρωτας,
νομα οσιαστικόν,
πολύ οσιαστικόν,
νικο ριθμο,
γένους οτε θηλυκο οτε ρσενικο,
γένους νυπεράσπιστου.
Πληθυντικός ριθμός
ο νυπεράσπιστοι ρωτες.

 φόβος,
νομα οσιαστικόν,
στήν ρχή νικός ριθμός
καί μετά πληθυντικός:
ο φόβοι.
Ο φόβοι
γιά λα πό δ καί πέρα.

 μνήμη,
κύριο νομα τν θλίψεων,
νικο ριθμο,
μόνον νικο ριθμο
καί κλιτη.
 μνήμη,  μνήμη,  μνήμη.

 νύχτα,
νομα οσιαστικόν,
γένους θηλυκο,
νικός ριθμός.
Πληθυντικός ριθμός
ο νύχτες.
Ο νύχτες πό δ καί πέρα.

(Τό λίγο το κόσμου, 1971)

Κική Δημουλά

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

«Άνεμος της Παναγίας»

Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μέσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!

Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων

Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν απ’ την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη, ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!

Οδυσσέας Ελύτης

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Η ραγισματιά.

Αρχή της σωτηρίας είναι η αναγνώριση του σφάλματος, το ραντεβού μαζί του, το φιλί στα χείλη, ο σεβασμός, η εκτίμηση και οι σκορπιοί από τους κήπους του. Το κέντημα, το μαστίγωμα, η δηκτική του ειλικρίνεια.
Ιδιότροπο παιδί, σου λέει. Εσύ ακούς μια έγκριση. Δεν ξέρουμε τι ακούς, ακούς ό,τι θέλεις, πάντως όχι απόρριψη, γιατί αλλιώς κάτι θα είχες διορθώσει. Ιδιότροπο παιδί δεν σημαίνει απαραίτητα κακό παιδί. Αντίθετα, σημαίνει ευχάριστα διαφορετικό, ευχάριστα αλλιώτικο, αφού το σχόλιο συνοδεύεται με χαμόγελο. Εν τω μεταξύ εσένα σου αρέσει να διαφέρεις. Να διαφέρεις με τρόπο που και να κάνεις ό,τι σου κατεβαίνει και να κερδίζεις το γεμάτο νόημα χαμογελαστό σχόλιο.
Εκεί πατήσανε τα λάθη, εκεί σκάψανε, θεμελιώσανε, σφάξαμε και τον κόκορα, πετρώσανε, δέσανε, υψωθήκανε. Τσιμέντο, λάσπη. Υπήρχε χώρος τότε. Υπήρχε χρόνος. Υπήρχαν ελαφρυντικά. Είναι ανθρώπινα τα λάθη. Είναι δικαίωμα. Έτσι είναι. Μόνο που μπορεί να τα μπερδέψεις και να το παρακάνεις. Να βρεθείς να καμαρώνεις για το λάθος. Αυτό πάει πολύ, είναι επικίνδυνη παρεξήγηση.
Η συγκεκριμένη εκείνη παιδική ιδιοτροπία θα φέρει τις δίδυμες θείες της, τις εφτά εξαδέλφες και τους σαρανταπέντε Γιάννηδες. Θα φέρει τον έπαινο που ήθελε ν’ ακούσει και θα θέλει να τον διακτινίσει. Είναι αυτάρεσκη, νεανική, ανόητη, λίγο αυθάδης, λίγο επίθεση, λίγο άμυνα, μεγαλώνει, βγαίνει και ραντεβού μ’ ένα κορίτσι, το οποίο με τη σειρά του έχει μάθει να σχολιάζει χαμογελαστά. Ο φαύλος και ο κύκλος. Φίλοι, μου λένε, παθαίνουν τα ίδια. Σε πηγαίνουν όλοι και όλα προς το λάθος σου. Προς το χαρακτηριστικό, το βασικό σου μειονέκτημα, το επαναλαμβανόμενο λάθος. Σε προτιμούν κατά βάθος με το λάθος σου. Είναι η κερκόπορτα, η ραγισματιά, η εύκολη πρόσβαση, εκεί που μπάζεις. Από κει προτιμάει ο άλλος να μπει. Από το εύκολο, από το χάσμα, από το χαντάκι σου, να μπει και να σε σώσει. Έτσι είναι, έτσι κάνουμε. Υπήρχε χώρος, υπήρχε χρόνος. Υπήρχε και υπάρχει λόγος. Εσύ και αυτό, το επαναλαμβανόμενο λάθος, είσαστε ένα. Εγώ και το δικό μου, το χαρακτηριστικό μου χαντάκι, είμαστε ένα. Υπάρχει λόγος. Όμως -αν υποτεθεί ότι ποτέ δεν είναι αργά- κάτι πρέπει να γίνει. Κάτι πρέπει να γίνει τώρα αμέσως.
Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Ὁ πατέρας μου ἤθελε νὰ φτιάξει ἕνα σπίτι.

Ὁ πατέρας μου ἔφαγε μιά ζωὴ γιὰ νὰ φτιάξει ἕνα σπίτι.
Ἀπογεύματα, Κυριακὲς στὸ κουζινάκι χωρὶς ἕνα γλυκὸ ἢ ἕνα καφενεῖο.
Ὅταν πέθανε ἄφησε ἕνα χορταριασμένο στρατὶ
ἕνα χτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια...
Ἄλλαξαν οἱ καιροὶ ποὺ λέει κι ὁ λαός, γεγονότα συνέβησαν...
Χαθήκαμε μὲ τὸν ἀδελφό μου, μάθαμε πὼς πέθανε κι ὁ πατέρας.
Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν τὸ βράδυ σὲ κοιτῶ βαθιὰ στὰ μάτια.
Εἶναι μήπως ζήσω ἐγὼ τὴν ταπεινὴ θαλπωρὴ ποὺ ἐκεῖνος δὲν ἔζησε.

Γιώργος Μαρκόπουλος

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Αφιερωμένο στον γιο μου.

Αυτό που μετράει δεν είναι η επιθυμία σου για να νικήσεις και να
πετύχεις. Όλοι έχουν τέτοιες επιθυμίες. Αυτό που πραγματικά έχει
σημασία είναι η αποφασιστικότητά σου να δουλέψεις σκληρά για να
εκπληρώσεις την επιθυμία σου να πετύχεις.
Να ενεργείς σαν να είναι αδύνατο να αποτύχεις.
Βιργίλιος – [ 70-19 π.Χ. ] – Λατίνος ποιητής

Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Δεν με αφήνουν οι γονείς μου.

Δεν θα έρθω, δεν με αφήνουν οι γονείς μου.
Να πάρω νερό και ψωμί μου είπαν και να πάω στον ελαιώνα, στη μεγάλη την πέτρα, εκεί μέσα, στην καρδιά της υπάρχει κρυμμένο το μυστικό που ζητώ και ψάχνω, αρκεί να είμαι προσεχτικός, να αγαπάω πραγματικά και να έχω αρκετή υπομονή.
Θα μου μιλήσει  με παραβολές και μεταφορές γιατί αυτή είναι  η γλώσσα μας. Αυτήν έφεραν από τα βουνά και τις θάλασσες οι δικοί μας.
Τώρα που θεωρείται, επιβεβαίωση του εαυτού σου ν’ απαρνιέσαι τις ρίζες σου, ένα μονάχα μπορούμε να πούμε, δεν είμαστε όλοι ίδιοι, ίσοι ναι.
Δεν θα έρθω, δεν με αφήνουν οι γονείς μου.
Δεν είμαστε τέτοιοι άνθρωποι εμείς μου είπαν, να βάλεις άλλα παπούτσια, σιδέρωσε άλλο πουκάμισο. Να βρεις το παλιό μαχαίρι για τα μολύβια και να γυρίσεις στα γράμματα, να φτιάξεις την ψυχή σου.
Να πάτε στη ευχή του Θεού να γίνετε φημισμένοι, δοξασμένοι, διάσημοι, πλούσιοι, εμείς έχουμε άλλες δουλειές και αυτό μονάχα μπορούμε να πούμε σήμερα, τώρα, δεν μας αφήνουν οι γονείς μας.

Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Στο παιδί μου.

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο
Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Oνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.
Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Πλειάς