Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Η μητέρα μου.

Η μάνα μου μια άγια γυναίκα


Με υπομονή, μ’ αντοχή, με όλη τη γλύκα της γης απάνω της.

Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι ήταν χωριάτες.

Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, 

τα μυαλά τους γεμάτα χώματα.

 Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες.

 Είχαν γίνει πάππου προς πάππου ένα μαζί της.

 Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια , 

τα κόκκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά

 τους,την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους....



Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνοκαι τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. 

Πηγαινοερχόταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, και όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.

Μπορεί και να ‘ναι νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά...

Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο.

  καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, 

εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, 
εγώ στο σκαμνάκι μου, 

κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, 
το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, 

σαν να 'ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα. 

Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. 

Αγαπούσα που τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα 'βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, 

όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.

 Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, 
πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της,
 για το χωριό που γεννήθηκε,

και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει,

και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου• 

δε μ' έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, 

ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, 

τη λυπόμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, 

της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:


- Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι,

 σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα,

 κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. 

Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, 

κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.


Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε:

«Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.

    Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, 

μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, 

ευχαριστημένο, σαν να 'χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης 

να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.



Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, 

αθάνατα μέσα στο μυαλό μου• 

δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία,

ν' ακούσω καναρίνι, 

χωρίς ν' ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου 

και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το κελάδημα του καναρινιού.


   Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει• 

χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους 

γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. 

Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, 

κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, 

σαν να 'χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, 

που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.


   Μπορεί και να 'ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, 

η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία

 να δουλεύει: 

μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο

 φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την   έφερε στο σπίτι

 και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, 

να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. 

Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν' ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες,

να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, 

κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλο της και γίνει άφαντη. 

Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά την νιογέννητη ψυχή μου• 

κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: 

παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, 

κάθε αγαπημένη ιδέα, 

με αγωνία, 

γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της

 να φύγει" 


Νίκος Καζαντζάκης-"Αναφορά στο Γκρέκο"


Πηγή:salograia.blogspot.gr

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

Και να αδερφέ μου...

Και να αδερφέ μου
που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα, ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα
δε χρειάζονται περισσότερα.

Κι αύριο λέω θα γίνουμε
ακόμα πιο απλοί.
Θα βρούμε αυτά τα λόγια
που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ’ όλες τις καρδιές, 
σ’ όλα τα χείλη, 
έτσι να λέμε πια
τα σύκα σύκα
και τη σκάφη σκάφη.

Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι
και να λένε:
"Τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνω εκατό την ώρα".
Αυτό θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε
για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, 
απ’ τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε
για να σμίξουμε τον κόσμο.



Νίκος Ξυλούρης & Γιάννης Ρίτσος

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Συντομία.

Γεννήθηκα σήμερα το ξημέρωμα
έζησα την παιδική μου ηλικία το πρωί
και γύρω στο μεσημέρι
έμπαινα ήδη στην εφηβεία μου.
Και δεν είναι ότι τρόμαξα
που ο χρόνος περνάει τόσο βιαστικά.
Μόνο με ανησυχεί λίγο
να σκέφτομαι
ότι ίσως αύριο
να είμαι πολύ γέρος
για να κάνω όλα όσα άφησα
σ΄εκκρεμότητα.

Χόρχε Μπουκάϊ

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Εκείνο.

Έρχονται ώρες, που ξαφνικά σε πλημμυρίζει ολάκαιρο
η νοσταλγία του ανέκφραστου-σαν τη θολή, αόριστη
ανάμνηση απ' τη γεύση ενός καρπού,
πούφαγες κάποτε, πριν χρόνια, σαν ήσουνα παιδί,
μιά μέρα μακρινή,λιόλουστη-και θέλεις να τη θυμηθής
κι όλο ξεφεύγει. Τα μάτια σου
γεμίζουν τότε απόνα θάμπος χαμένων παιδικών καιρών.
Ή ίσως κι από δάκρυα.
Γι' αυτό, σας λέω, πιστεύετε πάντοτε έναν άνθρωπο που
κλαίει.
Είναι η στιγμή που σας απλώνει το χέρι του,
φιμωμένο και γιγάντιο,
Εκείνο που ποτέ δε θα ειπωθεί.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Το παράπονο.

Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;
Μούτρα. Ν’ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις. Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.
Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.
Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.
Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα. Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.
Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
άλλα είναι εκείνα που αγαπώ
γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα.

Στ’ αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ’ ομολογώ.
Σαν να `μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά, 
πάντα πάντα θα `ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.

  
Οδυσσέας Ελύτης

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Λόγια δύσκολα.

Τα έχει αυτά η μεγάλη ομορφιά, τα θέλει όλα δικά της, ρίχνει βαριά σκιά. Παντού. Δύσκολα ανθίζει κλαράκι άλλο στη γειτονιά της. Είναι σαν το ελάφι της Αρτέμιδος, σε ρουφάει, αν αρχίσεις να την κυνηγάς δεν θα μπορέσεις ποτέ σου να γυρίσεις πίσω. Φταις δεν φταις θα σε κάψει, είναι το φως της. Κι αυτή να μην το θέλει, έτσι είναι, έτσι θα γίνει, είναι η ευχή και η κατάρα της.
Θέλει εξυπνάδα να της ξεφύγεις, θέλει μέση, πατούσα, μάτι για να δεις, να καταλάβεις τι κρύβει. Δίπλα της υπάρχουν πάντα κι άλλες ομορφιές που δεν φαίνονται, σιωπηλές και λιγομίλητες, βγαίνεις, στρίβεις από τον μεγάλο δρόμο, παίρνεις το ανηφοράκι το μικρό, το κακοτράχαλο, το χωματένιο και πέφτεις πάνω τους. Γωνιές μικρές και αγκαλιές και ακρωτήρια σου έχουν στρώσει και σε περιμένουνε. Αυτή είναι η αυλή σου και το μοναστήρι σου, μουριές, συκιές και λόγια δύσκολα.     
Η σκηνή είναι στο μοναστήρι του Αγίου Θεοδοσίου του Νέου, με τη γιαγιά και με τον γάιδαρο προσκυνητές στην εορτή του και στην χάρη του, στρωματσάδα στον αυλόγυρο, βαθιά μεσάνυχτα ακούγονται φωνές και κλάματα, δίπλα μου μια όμορφη κοπέλα έχει σηκώσει ψηλά το μεσοφόρι της και δείχνει το κέντημα του σκορπιού και η μητέρα της με ένα πυρακτωμένο σίδερο να καυτηριάζει την πληγή.
Θοδωρής Γκόνης
Πηγή:protagon.gr