Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Εγώ δεν είμαι μονάχα αυτός που βλέπεις.

Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θα’ πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου κάπου τη χρωστάω
αν σ’ αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ’ αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι -
Θ’ αναγνωρίσεις τ’ άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
Θα βρείς τις πατημασιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
Θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες τη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ότι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι -
τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ο,τι δεν έχω γίνει ακόμα -
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω-
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Πηγή:stithaghi.blogspot.gr

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Η Μάνα μου δεν έλεγε αλήθεια πάντα.

Η μάνα μου, μού είπε ψέματα οχτώ φορές
Αυτή η ιστορία ξεκινάει με τη γέννηση μου - ήμουν μοναχογιός μιας οικογένειας πολύ φτωχής.
Δεν είχαμε ούτε τα απαραίτητα για να καλύψουν τις ανάγκες μας…
Όταν καμια φορά βρίσκαμε λίγο ρύζι για φαγητό 
Η μάνα μου, μού έδινε το μερίδιό της και μου έλεγε, ενώ κένωνε
Το πιάτο της στο δικό μου:
Φάε αυτό το ρύζι παιδί μου, εγώ δεν πεινάω…
Αυτό ήταν το πρώτο της ψέμα…
 Όταν μεγάλωσα λίγο, η μάνα μου πήγαινε, αφού τελείωνε με τις δουλειές του σπιτιού,
Στο διπλανό ποτάμι για ψάρεμα, με την ελπίδα να πιάσει ένα ψάρι για να με βοηθήσει
Στην ανάπτυξη του σώματός μου - κι όταν μια φορά έπιασε δύο ψάρια,
Έτρεξε στο σπίτι και ετοίμασε το φαγητό και έβαλε τα δυο ψάρια μπροστά μου
Εγώ άρχισα να τρώω το πρώτο ψάρι κι αυτή έτρωγε ότι περίσσευε από το κρέας και τα αγκάθια,
Η καρδιά μου ράγισε γι` αυτήν, της έβαλα το δεύτερο ψάρι μπροστά της να το φάει
Αυτή όμως μου το επέστρεψε αμέσως λέγοντας:
Φάγε παιδί μου και το δεύτερο ψάρι… δεν το ξέρεις ότι δεν μ` αρέσουν τα ψάρια...
Αυτό ήταν το δεύτερό της ψέμα… 
Όταν μεγάλωσα, έπρεπε να πάω σχολείο, αλλά λεφτά δεν είχαμε γι` αυτό…
Η μάνα πήγε σε έναν έμπορα και έκλεισε μαζί του μια συμφωνία
Να γυρνάει στα σπίτια και να πουλάει τα ρούχα στις γυναίκες.
Ένα βροχερό βράδυ η μάνα μου άργησε στη δουλειά της
Πήγα έξω στους γύρω δρόμους να τη βρω

Την βρήκα να κουβαλάει τα εμπορεύματα και να χτυπάει τις πόρτες
Της φώναξα: μάνα ας επιστρέψουμε στο σπίτι, είναι πολύ αργά και κάνει πολύ κρύο
Μπορείς να συνεχίσεις τη δουλειά το πρωί…
Αυτή χαμογέλασε λέγοντας: μα δεν είμαι κουρασμένη παιδί μου…
Αυτό ήταν το τρίτο της ψέμα…
Μια μέρα είχα τις εξετάσεις του τέλους της χρονιάς, η μάνα μου επέμενε να έρθει μαζί μου...
Εγώ μπήκα στην τάξη, ενώ αυτή με περίμενε στον καυτό ήλιο…
Όταν βγήκα με αγκάλιασε με στοργή και αγάπη και μου έδωσε ευχή για καλή επιτυχία
Μαζί της βρήκα ένα ποτήρι με κρύο χυμό, το ήπια μέχρι που ξεδίψασα..
Παρόλο που η αγκαλιά της μάνας μου ήταν πιο κρύα και πιο ασφαλής.
Ξαφνικά κοίταξα τη μάνα μου και είδα το πρόσωπό της να ιδρώνει από την πολλή ζέστη,
Αμέσως της έδωσα το ποτήρι λέγοντας: πιες μάνα
Αυτή μου απάντησε: πιες εσύ παιδί μου, εγώ δεν διψάω…
Εκείνο ήταν το τέταρτο ψέμα που μου είπε…
Μετά το θάνατο του πατέρα μου έπρεπε να ζήσει ως χήρα και μάνα
Με όλες τις ευθύνες του σπιτιού,
Τώρα πια έπρεπε αυτή να ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες μας.
Η ζωή μας έγινε πιο δύσκολη, υποφέραμε από πείνα,
Ο θείος μου έμενε δίπλα μας, ήταν καλός άνθρωπος, μας βοηθούσε με όσα μπορούσε
Όταν οι γείτονες είδαν την κατάστασή μας, πρότειναν στη μάνα μου να ξαναπαντρευτεί έναν άντρα
Για να μας βοηθήσει, αφού ήταν ακόμα μικρή
Αυτή όμως απέρριψε την ιδέα λέγοντας τους:
Δεν έχω ανάγκη για αγάπη..
Εκείνο ήταν το πέμπτο της ψέμα…

Όταν τελείωσα τις σπουδές μου και αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο, βρήκα μια δουλειά
Αρκετά καλή, και πίστεψα πως είχε έρθει η ώρα η μάνα μου να ξεκουραστεί και να αναλάβω εγώ τα έξοδα του σπιτιού,
Εκείνη τότε δεν είχε τη δυνατότητα να γυρνάει στα σπίτια να πουλάει τα ρούχα,
Οπότε πήγαινε κάθε πρωί λίγα λαχανικά στην αγορά και τα πούλαγε
Όταν δεν ήθελε να εγκαταλείψει τη δουλειά, της αφιέρωσα ένα μερίδιο από το μισθό μου,
Η μάνα μου πάλι δεν πήρε τα λεφτά και μου είπε:
Παιδί μου, κράτησε τα λεφτά σου, εγώ έχω λεφτά που μου φτάνουν…
Ήταν η έκτη φορά που μου είπε ψέματα.
Μαζί με τη δουλειά μου, συνέχισα τις σπουδές ώστε να πάρω και μεταπτυχιακό…
Πέρασα και αυξήθηκε ο μισθός μου,
Η εταιρία στην οποία δούλευα μου έδωσε την ευκαιρία για εργασία στη Γερμανία,
 ένιωσα μεγάλη χαρά.
άρχισα να ονειρεύομαι μια καινούργια και ευτυχισμένη ζωή,
Αφού ταξίδεψα και προετοίμασα το έδαφος,
Επικοινώνησα με τη μάνα μου και την κάλεσα να έρθει να ζήσει μαζί μου.
Αυτή όμως, δεν ήθελε να μ` ενοχλήσει, έτσι μου είπε:
Παιδί μου, εγώ δεν έχω συνηθίσει τη ζωή της πολυτέλειας…
Αυτό ήταν το έβδομο της ψέμα..
Η μάνα μου μεγάλωσε και εμφάνισε καρκίνο,
Έπρεπε να είχε δίπλα της κάποιον για να την φροντίζει,
Μα τι να κάνω που ήμουν πολύ μακριά;
 ’φησα λοιπόν τα πάντα και πήγα να την επισκεφτώ
Στο σπίτι μας την βρήκα καθηλωμένη στο κρεβάτι, αφού είχε εγχειριστεί

Όταν με είδε προσπάθησε να χαμογελάσει
Η καρδιά μου όμως είχε ραγίσει επειδή ήταν πολύ αδύνατη και πολύ αδύναμη,
Δεν ήταν η μάνα μου που ήξερα,
Τα κλάματα έτρεχαν από τα μάτια μου,
Η μάνα μου προσπάθησε να με παρηγορήσει λέγοντας:
Μην κλαις παιδί μου, εγώ δεν πονάω..
Αυτό ήταν το όγδοό της ψέμα,
Κι αφού μου τα `πε αυτά, έκλεισε τα μάτια της και δεν τα άνοιξε ποτέ ξανά…

                                              ΑBBAS MAHMOUD AL AKKAD
Πηγή: homouniversalisgr.blogspot.gr

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Επί του τάφου του πατρός μου.

Ξύπνα, πατέρα! χαραυγή
τον ουρανό χρυσώνει, 
κι᾿ όλη ξυπνά η μαύρη γη.
Ξύπνα και σύ με την Αυγή, ν᾿ ακούσουμε τ᾿ αηδόνι.

Με τη μητέρα μία ψυχή, 
σε κάθε τέτοιαν ώρα
πετούσατε στην προσευχή.
Γιατί κοιμάσαι τώρα;

Είναι το όνειρο μακρύ
που βλέπεις εδώ πέρα;
Κοιμήθηκες, κι᾿ ήμουν μικρό, 
κι᾿ ως να τελειώσει το πικρό, ετράνεψα, πατέρα!

Θυμάσαι; Μου `κλεψες φιλί
μιά μέρα παιχνιδιάρη, 
και μου `πες Άφτερο πουλί, 
χρειάζεσαι καιρό πολύ να γίνεις παλληκάρι.

Ήρθ᾿ ο καιρός. Νάμαι τρανό!
Δές με, καλέ πατέρα, 
Σου τράνεψα, μα ... ορφανό!
Στο δρόμο, που συχνά περνώ, με είπανε μια μέρα.

Πες μου, πατέρα, την αυγή, 
που καίει το λιβάνι
η μάνα και μυρολογεί, 
Η μυρωδιά περνά τη γη; Μπορεί να σε ζεστάνει;

Το βράδυ πούρχομαι γοργά
κι᾿ ανάφω το καντήλι
το ξέρεις πως τ᾿ ἀνάφω ᾿γώ;
Ξύπνα, πατέρα! θα καώ, σαν λυχναριού φυτήλι!

Με φώναζες να κοιμηθώ
στο σπλαχνικό πλευρό σου.
Έλα, μικρό, νὰ ζεσταθῶ.
Κι᾿ εγώ πετούσα να χωθώ στον κόρφο το γλυκό σου.

Τώρα, πατέρα, στην πικρή
τη γη τη χιονισμένη, 
στην κρύα κλίνη τη μικρή, 
αυτή τη νύχτα, πές μου ποιος σε ζεσταίνει; ...

Θέλεις εγώ ν᾿ αποκριθώ;
Κανείς, καμιάν ημέρα!
Μα ήρθα εγώ για να χωθώ
Στον κόρφο σου να κοιμηθώ, νάσαι ζεστός, πατέρα.


  
Γεώργιος Βιζυηνός