Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015

Γράμμα στον πατέρα.

Πολυαγαπημένε πατέρα,
πρόσφατα με ρώτησες κάποια φορά γιατί ισχυρίζομαι πως σε φοβάμαι. Εγώ δεν ήξερα, ως συνήθως, τι να σου απαντήσω, εν μέρει ακριβώς λόγω του φόβου που νιώθω για σένα, εν μέρει επειδή στην αιτιολόγηση του φόβου αυτού συγκαταλέγονται πάρα πολλές λεπτομέρειες, που εν τη ρύμη του λόγου εγώ ούτε κατά το ήμισυ δεν θα μπορούσα να τις συγκρατήσω. Κι αν εδώ προσπαθώ να σου απαντήσω γραπτώς, μόνο ανολοκλήρωτο κατά πολύ θα αποβεί και τούτο, επειδή και κατά τη γραφή ο φόβος και οι συνέπειές του με κωλύουν έναντί σου κι επειδή το μέγεθος του υλικού εν γένει υπερβαίνει κατά πολύ τη μνήμη μου και το λογικό μου.
Για σένα το ζήτημα αποδεικνυόταν πάντοτε πολύ απλό, τουλάχιστον στον βαθμό που μιλούσες εσύ γι’ αυτό ενώπιόν μου και, αδιακρίτως, ενώπιον πολλών άλλων. Εσένα σου φαινόταν να είναι κάπως έτσι: Εσύ εργαζόσουν σκληρά σ’ όλη σου τη ζωή, τα πάντα για τα παιδιά σου, προ πάντων για εμένα τα θυσίαζες, εγώ έκαμνα συνεπώς «ζωή χαρισάμενη», είχα πλήρη ελευθερία να μάθω ό,τι ήθελα, κανέναν λόγο δεν είχα να έχω έγνοιες για την καθημερινή διατροφή, να έχω έγνοιες συνεπώς εν γένει• εσύ αντ’ αυτών καμμίαν ευγνωμοσύνη δεν αξίωνες, γνωρίζεις «την ευγνωμοσύνη των παιδιών», αλλά εν τούτοις τουλάχιστον μια κάποια ανταπόκριση, δείγμα κάποιας ευσπλαχνίας• αντί γι’ αυτά εγώ ανέκαθεν πήγαινα και κρυβόμουν από σένα, στο δωμάτιό μου, στα βιβλία, σε τρελούς φίλους, σε υπερβολικές ιδέες• ανοιχτά εγώ ούτε μία φορά δεν μίλησα μαζί σου, στον ναό δεν ερχόμουν κοντά σου, στα λουτρά στο Φράντσενσμπαντ ουδέποτε σε επισκέφθηκα, ούτε κατά τα άλλα έδειξα ποτέ ενδιαφέρον για την οικογένεια, για το εμπορικό και για τις άλλες σου τις υποθέσεις δεν γνοιάστηκα, το εργοστάσιο το φόρτωσα σ’ εσένα κι ύστερα σ’ εγκατέλειψα, την Όττλα την υποστήριξα στην αυτογνωμοσύνη της κι ενώ για σένα δεν κουνώ ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι (ούτε καν ένα εισιτήριο για το θέατρο δεν σου φέρνω), για τους ξένους κάμνω τα πάντα. Αν ανακεφαλαιώσεις την κρίση σου για μένα, θα προκύψει πως εσύ δεν με κατηγορείς ασφαλώς για κάτι τι όντως ανάρμοστο ή κακό (μ’ εξαίρεση ίσως την τελευταία μου πρόθεση να νυμφευθώ), αλλά για ψυχρότητα, απομάκρυνση, αγνωμοσύνη. Και μάλιστα με κατηγορείς γι’ αυτά έτσι, σαν να ήταν δικό μου το φταίξιμο, σαν να μπορούσα εγώ με κάποιον ελιγμό να διευθετήσω αλλιώς το όλο πράγμα, ενώ εσύ δεν έχεις την παραμικρή ευθύνη γι’ αυτό, παρά μόνο μίαν ίσως, ότι εσύ παραήσουν καλός μαζί μου.
Τούτον τον συνήθη τον τρόπο σου να τα παρουσιάζεις τον θεωρώ σωστό μόνο υπό την έννοια ότι κι εγώ πιστεύω πως εσύ δεν έχεις παντελώς καμμίαν ευθύνη για την αποξένωσή μας. Αλλά υπό την ιδίαν έννοια δεν έχω παντελώς καμμίαν ευθύνη και εγώ. Αν μπορούσα να σε κάμω να το αναγνωρίσεις τούτο, τότε θα ήταν δυνατή - όχι κάποια ζωή καινούργια, γι’ αυτό παραείμαστε κι οι δυο πολύ μεγάλοι, αλλά ωστόσο κάποια μορφή γαλήνης, όχι κάποια κατάπαυση, αλλά ωστόσο κάποιος κατευνασμός των ακατάπαυστων των κατηγοριών σου.
Κάποιαν ιδέα γι’ αυτά που σκοπεύω να πω την έχεις παραδόξως. Έτσι μου είπες λ.χ. τις προάλλες: «Εγώ πάντοτε σε αγαπούσα, έστω κι αν εγώ εξωτερικά δεν ήμουν μαζί σου όπως συνηθίζουνε να είναι οι άλλοι πατεράδες, ακριβώς επειδή εγώ δεν μπορώ να προσποιούμαι όπως οι άλλοι». Λοιπόν, εγώ, πατέρα, ουδέποτε αμφέβαλα εν τω συνόλω για τη δική σου την αγάπη έναντί μου, αλλά την παρατήρηση αυτή τη θεωρώ εσφαλμένη. Εσύ δεν μπορείς να προσποιείσαι, είναι σωστό αυτό, αλλά το να επιμένεις μόνο για τούτον τον λόγο να ισχυρίζεσαι πως οι άλλοι πατεράδες προσποιούνται είτε είναι ξερή ισχυρογνωμοσύνη, που δεν επιδέχεται περαιτέρω συζήτηση, ή πάλι – και αυτό είναι πράγματι κατά τη γνώμη μου – η κεκαλυμμένη έκφραση για το ότι μεταξύ μας κάτι δεν έχει ως όφειλε και ότι αυτό το προξένησες κι εσύ, χωρίς όμως να ευθύνεσαι. Αν πράγματι αυτό εννοείς, τότε είμαστε σύμφωνοι.
Δεν λέγω φυσικά πως αυτό που είμαι εγώ έγινα μόνο μέσω της δικής σου της επίδρασης. Τούτο θα ήταν πολύ υπερβολικό (κι εγώ κλίνω ασφαλώς προς τούτη την υπερβολή). Είναι πάρα πολύ πιθανό εγώ, ακόμη κι αν είχα μεγαλώσει εντελώς ελεύθερος απ’ τη δική σου την επιρροή, να μην είχα ωστόσο μπορέσει να γίνω ένας άνθρωπος κατά πώς τό ’θελε η καρδιά σου. Θα είχα γίνει κατά πάσα πιθανότητα ένας αδύναμος, φοβητσιάρης, διστακτικός, ανήσυχος άνθρωπος, ούτε Ρόμπερτ Κάφκα ούτε Καρλ Χέρμανν, αλλά ωστόσο εντελώς διαφορετικός απ’ ό,τι πράγματι είμαι εγώ, και θα είχαμε μπορέσει να τα πηγαίνουμε εξαίρετα ο ένας με τον άλλον. Θα ήμουν ευτυχής να σε έχω φίλο, προϊστάμενο, θείο, παππού, ακόμη μάλιστα (αν και με κάποιον μεγαλύτερο δισταγμό) και πεθερό. Μόνο ως πατέρας παραήσουν δυναμικός για μένα, ιδιαίτερα εφόσον οι αδελφοί μου απέθαναν μικροί, οι αδελφές ήρθαν πολύ αργότερα, εγώ επομένως έμελλε να υπομείνω εντελώς μονάχος το πρώτο χτύπημα, γι’ αυτό παραήμουν αδύναμος εγώ.
Σύγκρινε τους δυο μας: εγώ, για να το εκφράσω πολύ συντομευμένα, ένας Λαίβυ μ’ ένα συγκεκριμένο καφκέικο υπόβαθρο, ο οποίος όμως δεν κινητοποιείται από την καφκέικη βούληση για ζωή, για επιχειρήσεις, για κατακτήσεις, αλλά από ένα λαιβέικο αγκάθι, που επιδρά πιο μυστικά, πιο δειλά, προς άλλες κατευθύνσεις και συχνά εν γένει παύει. Εσύ αντιθέτως ένας πραγματικός Κάφκα σε δυναμικότητα, υγεία, όρεξη, ένταση της φωνής, ομιλητικότητα, αυτοϊκανοποίηση, υπεροχή έναντι του κόσμου, επιμονή, ευστροφία, ανθρωπογνωσία, σε μια κάποια συγκεκριμένη γενναιοδωρία, με όλα επίσης φυσικά τα συνοδευτικά τούτων των προτερημάτων σφάλματα και αδυναμίες, στα οποία σε οδηγεί η ιδιοσυγκρασία σου κι ενίοτε η αψιθυμία σου. Καθ’ ολοκληρίαν Κάφκα ίσως δεν είσαι στη γενική την κοσμοθεωρία σου, απ’ όσο μπορώ να σε συγκρίνω με τον θείο Φίλιπ, τον Λούντβιχ, τον Χάινριχ. Τούτο είναι παράδοξο, ούτε κι αυτό μου είναι πλήρως κατανοητό. Εκείνοι ήσαν όλοι πιο χαρωποί, πιο ζωηροί, πιο ανεπιτήδευτοι, πιο ανέμελοι, λιγότερο αυστηροί απ’ ό,τι εσύ. (Απ’ αυτά άλλωστε κληρονόμησα εγώ πολλά από εσένα και την κληρονομιά τη διαχειρίστηκα πάρα πολύ καλά, χωρίς παρ’ όλα ταύτα να έχω τα απαραίτητα αντισταθμίσματα στη φύση μου εγώ, όπως εσύ τα έχεις.) Ωστόσο κι εσύ αφ’ ετέρου έζησες δύσκολα από την άποψη αυτή διάφορες εποχές, ίσως ήσουν πιο χαρωπός, προτού αρχίσουνε τα παιδιά σου, κι ιδιαίτερα εγώ, να σ’ απογοητεύουνε και να σε στενοχωρούν στο σπίτι (όποτε έρχονταν ξένοι, εσύ ήσουν βέβαια αλλιώς) κι ίσως και τώρα έχεις γίνει πάλι πιο χαρωπός, εφόσον τα εγγόνια σου κι ο γαμπρός σου σου δίνουν πάλι κάτι από ’κείνη τη θαλπωρή που τα παιδιά σου, εκτός ίσως της Βάλλι, δεν μπόρεσαν να σου τη δώσουν.
Εν πάση περιπτώσει εμείς ήμαστε τόσο διαφορετικοί και μέσα στη διαφορετικότητα αυτή τόσο επικίνδυνοι ο ένας για τον άλλον, που, αν είχε θελήσει να υπολογίσει κανείς εκ των προτέρων πώς θα συμπεριφερόμαστε ο ένας στον άλλον, εγώ, το αργά-αργά αναπτυσσόμενο παιδί, κι εσύ, ο ολοκληρωμένος άνδρας, θα μπορούσε να είχε υποθέσει πως εσύ απλώς θα με ποδοπατούσες μέχρι που δεν θ’ απέμενε τίποτε από μένα. Τούτο όμως δεν συνέβη, τα της ζωής δεν υπολογίζονται, ίσως όμως συνέβησαν χειρότερα. Παρεμπιπτόντως σε παρακαλώ όμως και πάλι να μην ξεχνάς πως εγώ ούτε κατά διάνοια ουδέποτε θα πιστέψω πως υπάρχει ευθύνη απ’ τη δική σου την πλευρά. Εσύ επέδρασες επάνω μου έτσι όπως έμελλε να επιδράσεις, μόνο που θα πρέπει να πάψεις να θεωρείς ιδιαίτερα κακό απ’ τη δική μου την πλευρά το ότι σ’ εκείνη την επίδραση εγώ υπέκυψα.
Εγώ ήμουν ένα φοβητσιάρικο παιδί, παρά ταύτα ήμουν σίγουρα και ξεροκέφαλος, όπως είναι τα παιδιά, με κακομάθαινε σίγουρα κι η μητέρα, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω πως ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να καθοδηγηθώ, δεν μπορώ να πιστέψω πως ένας ευγενικός λόγος, ένα ήρεμο κράτημα του χεριού, ένα καλοκάγαθο βλέμμα δεν θα μπορούσε να είχε αξιώσει από μένα ό,τι θα ήθελε κανείς. Τώρα εσύ είσαι βέβαια κατά βάθος ένας καλοσυνάτος κι αβρός άνθρωπος (όσα ακολουθούν δεν αντιφάσκουνε προς αυτό, εγώ θα μιλήσω βέβαια μόνο για την παρουσία με την οποία επιδρούσες στο παιδί), δεν είναι όμως τόσο επίμονο κι ατρόμητο κάθε παιδί, ώστε να ψάχνει τόσο πολύ χρόνο, μέχρι να φθάσει στην καλοσύνη. Εσύ μπορείς να μεταχειρίζεσαι ένα παιδί μόνο έτσι, όπως ακριβώς είσαι πλασμένος εσύ ο ίδιος, με δύναμη, με φασαρία κι αψιθυμία, κι εν τοιαύτη περιπτώσει αυτό σου φαινόταν πέραν τούτου κατάλληλο πολύ, ακριβώς επειδή εσύ ήθελες να μ’ αναστήσεις έναν ρωμαλέο, θαρραλέο νεανία.
Τα δικά σου τα παιδαγωγικά τα μέσα στα πρώτα-πρώτα χρόνια δεν μπορώ σήμερα φυσικά να τα περιγράψω άμεσα, αλλά μπορώ να τα φανταστώ κάπως συμπεραίνοντας από τα μετέπειτα τα χρόνια κι από τη δική σου μεταχείριση του Φέλιξ. Το οποίο ακριβώς έρχεται να οξύνει η παρατήρηση ότι εσύ εκείνον τον καιρό ήσουν νεώτερος, και ως εκ τούτου πιο ζωηρός, πιο ατίθασος, πιο αυθεντικός, ακόμη πιο ξέγνοιαστος απ’ ό,τι σήμερα και ότι πλην τούτου ήσουν καθ’ ολοκληρίαν δεσμευμένος στο εμπορικό, ούτε μια φορά την ημέρα δεν μπορούσες να μου κάμεις τη χάρη να σε δω και γι’ αυτό μού έκαμνες ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση, η οποία ουδέποτε ισοπεδώθηκε να γίνει συνήθεια.
Άμεσα θυμάμαι μόνο ένα περιστατικό από τα πρώτα χρόνια, θα το θυμάσαι ίσως και εσύ. Κλαψούριζα μια φορά τη νύχτα ζητώντας συνεχώς νερό, σίγουρα όχι από δίψα, αλλά κατά πάσα πιθανότατα εν μέρει για πείραγμα, εν μέρει για να διασκεδάσω. Αφού κάποιες έντονες απειλές δεν ωφέλησαν, με τράβηξες απ’ το κρεβάτι εσύ, μ’ έβγαλες σηκωτό στο μεσαύλι και μ’ άφησες εκεί μονάχο έξω απ’ την πόρτα την κλειστή να στέκω για λίγο με το νυχτικό. Δεν θέλω να πω πως δεν ήταν σωστό αυτό, ίσως εκείνον τον καιρό να μην ήταν πράγματι δυνατόν με άλλον τρόπο να εξασφαλιστεί η νυχτερινή ησυχία, θέλω όμως μ’ αυτό να χαρακτηρίσω τα δικά σου τα παιδαγωγικά τα μέσα και την επίδρασή τους σ’ εμένα. Εγώ εκείνον τον καιρό ήμουν εκ των υστέρων μάλλον ήδη πειθαρχικός, αλλά μου έμεινε ένα εσωτερικό τραύμα απ’ αυτό. Το κατ’ εμέ αυτονόητο του να ζητώ ανόητα νερό και το εξαιρετικά τρομαχτικό του να με βγάζεις έξω σηκωτό ουδέποτε μπόρεσα να τα συνδυάσω εγώ σωστά σύμφωνα με τη δική μου φύση. Ακόμη κι ύστερα από χρόνια υπέφερα από τη βασανιστική φαντασίωση ότι ο πελώριος ο άνδρας, ο πατέρας μου, η εσχάτη κρίση, μπορούσε να έρθει σχεδόν χωρίς αιτία και μέσα στη νύχτα να με βγάλει απ’ το κρεβάτι σηκωτό στο μεσαύλι κι ότι εγώ επομένως ήμουν ένα μηδενικό για ’κείνον.
Τούτο ήταν εκείνον τον καιρό μια μικρή αρχή μόνο, αλλά αυτό το συναίσθημα της μηδαμινότητας που συχνά με καταλαμβάνει (ένα από μιαν άλλην άποψη παρ’ όλα ταύτα επίσης ευγενές και γόνιμο συναίσθημα) κρατά εν πολλοίς απ’ τη δική σου την επιρροή. Εγώ χρειαζόμουν λίγην ενθάρρυνση, λίγην ευγένεια, λίγο άνοιγμα του δρόμου μου, αντί γι’ αυτό εσύ μου τον έφραζες, με την καλή πρόθεση βέβαια να πάρω άλλον δρόμο. Αλλά για ’κείνα δεν έκαμνα εγώ. Μ’ ενθάρρυνες λ.χ., όποτε χαιρετούσα και παρήλαυνα καλά, αλλά εγώ δεν ήμουν μελλοντικός στρατιώτης, ή μ’ ενθάρρυνες, όποτε μπορούσα να τρώγω πολύ ή να πίνω μάλιστα και μπύρα επιπλέον, ή όποτε μπορούσα να τραγουδώ επαναλαμβάνοντας τραγούδια χωρίς να τά ’χω καταλάβει, ή να ψιττακίζω τις δικές σου τις αγαπημένες τις εκφράσεις, αλλά τίποτε απ’ αυτά δεν ήταν για το μέλλον το δικό μου. Κι είναι χαρακτηριστικό το ότι εσύ ο ίδιος σήμερα μ’ ενθαρρύνεις σε κάτι όντως μόνο τότε, όποτε μαζί μ’ εμένα πλήττεσαι κι εσύ ο ίδιος, ή όποτε πρόκειται για το δικό σου το αυτοσυναίσθημα, το οποίο θίγω εγώ (λ.χ. με την πρόθεσή μου να νυμφευθώ) ή το οποίο θίγεται μέσω εμού (όποτε λ.χ. μ’ εξυβρίζει ο Πέπα). Τότε μ’ ενθαρρύνεις, μου θυμίζεις την αξία μου, μου υποδεικνύεις τους καλούς τους γάμους που θα είχα κάθε δικαίωμα να κάμω, κι ο Πέπα καταδικάζεται πλήρως. Αλλά πέραν του ότι η ενθάρρυνση στην τωρινή μου ηλικία ήδη σχεδόν εμένα δεν μ’ εγγίζει, ως προς τι θα με ωφελούσε, αν εμφανίζεται μόνο τότε, όπου κατά κύριο λόγο δεν πρόκειται για μένα;
Εκείνον τον καιρό κι εκείνον τον καιρό παντού τη χρειαζόμουν την ενθάρρυνση εγώ. Εμένα ήδη με κατέθλιβε η σωματική σου διάπλαση και μόνο. Θυμάμαι λ.χ. πώς γδυνόμαστε συχνά-πυκνά μαζί σε κάποια καμπίνα. Εγώ λιπόσαρκος, αδύναμος, μια σταλιά, εσύ δυνατός, ψηλός, ευρύστερνος. Ήδη μέσα στην καμπίνα ένιωθα αξιοθρήνητος εγώ, και μάλιστα όχι μόνο ενώπιόν σου, αλλά ενώπιον όλου του κόσμου, διότι εσύ ήσουν για μένα το μέτρο όλων των πραγμάτων. Όταν όμως βγαίναμε ύστερα από την καμπίνα κι εμφανιζόμαστε ενώπιον των ανθρώπων, εγώ απ’ το χέρι σου, ένας μικρός σκελετός, ανασφαλής, ξυπόλυτος επάνω στις σανίδες, φοβούμενος το νερό, ανίκανος να μιμηθώ τις δικές σου τις κολυμβητικές κινήσεις, που εσύ μου τις έδειχνες με καλές προθέσεις, αλλά κάμνοντας με στην πραγματικότητα να ντρέπομαι συνεχώς βαθύτατα, τότε εγώ πολύ απελπιζόμουν κι όλες οι άσχημες οι εμπειρίες μου σ’ όλους τους τομείς τέτοιες στιγμές εναρμονίζονταν μεγαλοπρεπώς. Το καλύτερο για μένα ήταν μάλιστα όταν εσύ ενίοτε γδυνόσουν πρώτος κι εγώ μπορούσα να μένω μονάχος στην καμπίνα και ν’ αναβάλλω την ατίμωση της δημόσιας εμφάνισης, μέχρι που εσύ ερχόσουν επί τέλους να κοιτάξεις και με τραβούσες απ’ την καμπίνα έξω. Ευγνώμων σου ήμουν εγώ γι’ αυτό, που εσύ φαινόσουν τάχα να μην προσέχεις τη δική μου την απόγνωση, κι ήμουν υπερήφανος για το σώμα του πατέρα μου. Άλλωστε η διαφορά αυτή υφίσταται μεταξύ μας ακόμη και σήμερα με παρόμοιο τρόπο.
Εκείνης ανάλογη ήταν εν συνεχεία η πνευματική σου η πρωτοκαθεδρία. Εσύ είχες ανέλθει μονάχος με τη δική σου τη δύναμη τόσο ψηλά, κι είχες κατά συνέπεια απεριόριστη εμπιστοσύνη στη δική σου τη γνώμη. Τούτο δεν ήταν για μένα ως παιδί ούτε κατά διάνοια τόσο εκτυφλωτικό όσο μετέπειτα για τον νεαρό άνθρωπο που μεγάλωνε. Από την πολυθρόνα σου κυβερνούσες εσύ τον κόσμο όλο. Η δική σου η γνώμη ήταν σωστή, κάθε άλλη ήταν τρελή, υπερβολική, παλαβή, αφύσικη. Συγχρόνως η αυτοπεποίθησή σου ήταν τόσο μεγάλη, που δεν χρειαζόταν να είσαι διόλου συνεπής κι ωστόσο ποτέ δεν έπαυες να έχεις δίκιο. Μπορούσε επίσης να τύχει να μην έχεις εσύ σε κάποιο ζήτημα καμμία γνώμη και κατά συνέπεια όλες οι γνώμες που ήσαν εν γένει δυνατές σχετικά με το ζήτημα αυτό έμελλε χωρίς εξαίρεση να είναι εσφαλμένες. Εσύ μπορούσες λ.χ. να υβρίζεις τους Τσέχους, ύστερα τους Γερμανούς, ύστερα τους Εβραίους, και μάλιστα όχι μόνο επιλεκτικά, αλλά από κάθε άποψη, κι εν τέλει κανείς άλλος δεν έμενε εκτός από εσένα. Εσύ αποκτούσες για μένα την αινιγματικότητα που έχουν όλοι οι τύραννοι που το δίκιο τους εδράζεται στο πρόσωπό τους, κι όχι στη σκέψη. Τουλάχιστον έτσι φαινόταν σ’ εμένα.
Εν τω μεταξύ εσύ είχες ασφαλώς έναντί μου όντως εκπληκτικά συχνά δίκιο, στις συζητήσεις τούτο ήταν αυτονόητο, διότι συζητήσεις σπανίως γίνονταν, αλλά και στην πραγματικότητα επίσης. Ωστόσο κι αυτό δεν ήταν τίποτε το ιδιαίτερα ακατανόητο. Εγώ τελούσα ασφαλώς σε όλες μου τις σκέψεις υπό τη δική σου τη βαρειά την καταπίεση, ακόμη και στις σκέψεις που δεν συμφωνούσανε με τις δικές σου κι ιδιαίτερα σ’ εκείνες. Όλες εκείνες οι φαινομενικά ανεξάρτητες από εσένα σκέψεις ήσαν εξ αρχής επιβεβαρυμμένες με τη δική σου τη δυσμενή την κρίση• το να το υπομένω αυτό μέχρι την πλήρη κι αδιάλειπτη εξαγωγή της σκέψης ήταν σχεδόν αδύνατον. Δεν μιλώ εδώ για κάποιες υψηλές σκέψεις, αλλά για κάθε μία μικρή απόπειρα της παιδικής μου ηλικίας. Αρκούσε μόνο να είναι ευτυχής ο άλλος για κάποιο ζήτημα, να τον πληροί αυτό, νά ’ρχεται σπίτι και να το εκστομίζει, κι η απάντηση ήταν ένας ειρωνικός αναστεναγμός, ένα κούνημα του κεφαλιού, ένα χτύπημα με τα δάχτυλα επάνω στο τραπέζι: «Έχω δει κι ωραιότερα» ή «Μιλάς εσύ για έγνοιες» ή «εγώ δεν έχω τόσο ήσυχο κεφάλι» ή «Άλλο και τούτο!» ή «Κοίτα να βγάλεις κάτι εσύ!» Φυσικά δεν μπορούσε ν’ απαιτεί κανείς για όλα τα παιδικά μικροπράγματα ενθουσιασμό εκ μέρους σου, όταν εσύ ζούσες μέσα στις έγνοιες και τα βάσανα. Ούτε και γι’ αυτό επρόκειτο. Επρόκειτο μάλλον για το ότι εσύ έμελλε να επιφυλάσσεις πάντοτε και κατ’ αρχήν τέτοιες απογοητεύσεις στο παιδί ένεκα της αντίθετης φύσης σου, επιπλέον ότι η αντίθεση εκείνη επιτεινόταν ακατάπαυστα μέσω της συσσώρευσης του υλικού, ούτως ώστε εν τέλει εδραιωνόταν κι από συνήθεια, όταν καμμιά φορά ήσουν της ιδίας γνώμης μ’ εμένα, και ότι τελικά εκείνες οι απογοητεύσεις του παιδιού δεν ήσαν απογοητεύσεις της συνηθισμένης ζωής, αλλά, εφόσον επρόκειτο ασφαλώς για το δικό σου το πρόσωπο, που ήταν το μέτρο των πάντων, ήσαν το επίκεντρο. Το θάρρος, η αποφασιστικότητα, η αισιοδοξία, η χαρά για τό ’να και για τ’ άλλο δεν κρατούσαν μέχρι τέλους, όταν εσύ ήσουν ενάντιος ή ακόμη κι όταν η δική σου η εναντίωση μπορούσε απλώς και μόνο να είναι πιθανή• και πιθανή μπορούσε να είναι βέβαια σχεδόν σε όλα όσα έκαμνα εγώ.
[…]
Φραντς Κάφκα: Επιστολή προς τον πατέρα. Μετάφραση - Ερμηνευτικές σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης. Ίνδικτος. Αθήναι. 2003. σ. 15-26.

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

Τα εφτά λευκά πουκάμισα.

Μαζί με τον πρωινό καφέ έφερνε και τα καινούργια λόγια, τις λέξεις τις ξεχασμένες, τις σκονισμένες, τις έφερνε γυαλισμένες, σπαρταριστές με το αγκίστρι ακόμα στο στόμα, δαγκωμένες, σημαδεμένες. 
- Τις σημάδεψα εγώ, έλεγε, πες τες σωστά εσύ και έφευγε τρέχοντας στα κύματα, στα ρέματα να μαζέψει, να φέρει αληπασιές να πλέξει, να δέσει καινούρια λόγια και τραγούδια.
H Μάνα μου.
Το σπίτι ήταν στο λιμάνι και η σιδερένια σκάλα κατέβαινε στη θάλασσα και στο βαρκάκι, ξυπνούσε πρωί, πολύ πρωί πριν ξημερώσει, γιατί όποιος αγαπάει τις λέξεις ζωντανές, πέφτει στη θάλασσα και τις πιάνει μονάχος του, έλεγε.
Ερχότανε με το καλάθι γεμάτο.
Έφερνε τον βράχο, τον έσπαζε κομματάκια, γιατί μόνο έτσι βρίσκεις τα λόγια που αρμόζουν, έλεγε, τον ζύμωνε, τον έβαζε μαζί με την πινακωτή στο κρεβάτι και στον ύπνο, περιμένοντας τη λέξη να φουσκώσει, να γίνει.
Έφερνε τη νέα γλώσσα. Άναβε τη φωτιά.
Μαζί με τον πρωινό καφέ πίναμε και τα καινούργια λόγια, τις ιστορίες από τα απόκρυφα δικά της Ευαγγέλια. Η ομορφιά μάς παραμονεύει, έλεγε. Την άπλωνε, την ξάπλωνε πάνω στο ξύλινο τραπέζι, την ξεφύλλιζε, την έκοβε, την έραβε, τη χτένιζε, τη στόλιζε. Μας τραγουδούσε τα τραγούδια της. Μας έντυνε. 
Ένα πουκάμισο λευκό, εφτά κορμιά
κανείς δεν το κατάλαβε το Θαύμα της Κανά.
Το φορούσε αυτός που είχε τη χρεία, τη σφίξη, το ζόρι, τον αναγκασμό, τον γάμο, τον γιατρό, το ταξίδι δίχως γυρισμό και όταν έβαζε λουλάκι και ζεστό νερό να πλύνει το ένα, το πουκάμισό μας τ' ακριβό, εφτά λευκά πουκάμισα φτερούγιζαν στον φράχτη και στον ουρανό.

Η Μάνα μου. Το Μάννα μου.

Θοδωρής Γκόνης 
Πηγή:protagon.gr/

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

Μισό φιλί !!!

Το γέλιο είναι μισό φιλί. Το άλλο μισό κρύβεται στην άκρη-άκρη του ματιού. Πιάνει φιλίες με το δάκρυ, παίζει, ξεχνιέται, ξεγελιέται, ανοίγεται, μπερδεύεται, ερωτεύεται, παντρεύεται, πουλάει ό,τι έχει και δεν έχει, φεύγει μαζί του, στάζει, ξενιτεύεται. Πέφτει στη θάλασσα, στον ποταμό, βρίσκει τ’ αλάτι, βρίσκει τον καημό.
Φτιάχνει μαζί του παιδιά, πόλεις, σπίτι, τραπέζι, δρόμο, αυλή, σκυλί, φυτεύει Ιτιά-φυτρώνει από μόνη της- τόσα δάκρυα, πράσινα νερά, κλαδιά, βεργούλες του ανέμου, δέρνουνε, δένουνε, το δάχτυλο, τη μέση, τα μαλλιά. Εύθραυστη, λυγερή, διάφανη, νερόχαρη, σκυμμένη, κλαίουσα καρδιά.
Τρυπάει βουνά, πλέκει, γέρνει, αναστενάζει, κεντάει τραγούδια, ρίχνει βαρκούλες, πετροβολάει το κύμα, το γιαλό, το γυρισμό.  
Αιώνες τώρα ό,τι πλοίο, ό,τι πανί ανοίγεται στο πέλαγος, εκεί πάει, εκεί φτάνει, εκεί αδειάζει. Στο δάκρυ. Εκεί βρίσκει χαρά. Εκεί πιάνει δουλειά.
Το δάκρυ είναι αφεντικό. Αυτό γράφει τα μεροκάματα. Κλέβει τις υπερωρίες. Αυτό κρατάει τα τραγούδια, τα κορίτσια και τ’ αγόρια τα ωραία.
Τα πέλαγα και τους ωκεανούς  αυτό τα έχει, τ’ άστρα και τους εφτά τους ουρανούς αυτό.
Όλα, και το κρασί και το μετάξι και το ψωμί, το μαύρο, το πικρό. Το πέρασμα. Αυτό.
Αυτό  κρατάει το νήμα, το χρυσάφι, το κορμί. Στο μάρμαρο, στην πέτρα, τα λόγια, το αυλάκι, το σκάψιμο, το σκάλισμα, η γούρνα, το νερό και στον σταυρό καρφί, επιγραφή. Αυτό.
Το γέλιο δεν έχει σταυρό, δεκαπενταύγουστο, εικόνα και ναό. Δεν έχει σπίτι, δέντρο, σκιά, χαρά. Είναι κλειστό, είναι αδειανό κι ας χάσκει ανοιχτό.
Το γέλιο είναι μικρό, φτωχό, τρελό παιδί, γυρνάει πάντα μοναχό, βουβό σκυφτό, μισό, ψάχνει. Γδέρνει με το νύχι του. Θέλει να μεγαλώσει και να κουμπώσει τ’ άλλο του μισό.
 Θοδωρής Γκόνης  
Πηγή:protagon.gr

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

«Ο τόπος μας»

Ανεβήκαμε πάνω στο λόφο να δούμε τον τόπο μας –
φτωχικά, μετρημένα χωράφια, πέτρες, λιόδεντρα.
Αμπέλια τραβάν κατά τη θάλασσα. Δίπλα στ’ αλέτρι
καπνίζει μια μικρή φωτιά. Του παππουλή τα ρούχα
τα σιάξαμε σκιάχτρο για τις κάργιες. Οι μέρες μας
παίρνουν το δρόμο τους για λίγο ψωμί και μεγάλες λιακάδες.
Κάτω απ’ τις λεύκες φέγγει ένα ψάθινο καπέλο.
Ο πετεινός στο φράχτη. Η αγελάδα στο κίτρινο.
Πώς έγινε και μ’ ένα πέτρινο χέρι συγυρίσαμε
το σπίτι μας και τη ζωή μας; Πάνω στ’ ανώφλια
είναι η καπνιά, χρόνο το χρόνο, απ’ τα κεριά του Πάσχα –
μικροί μικροί μαύροι σταυροί που χάραξαν οι πεθαμένοι
γυρίζοντας απ’ την Ανάσταση. Πολύ αγαπιέται αυτός ο τόπος
με υπομονή και περηφάνεια. Κάθε νύχτα απ’ το ξερό πηγάδι
βγαίνουν τ’ αγάλματα προσεχτικά κι ανεβαίνουν στα δέντρα.

Γιάννης Ρίτσος

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

Ο πατέρας μου. Παλικάρι. Όµορφος, τόσο όµορφος!

[…Όταν πρωτοπήγε σχολείο, τα παιδιά γύρω της µιλούσαν για τη µάνα τους. Η µάνα κυρίαρχη στις παιδιάστικες κουβέντες: «η µάνα µού αγόρασε ποδιά…», «η µάνα µ’ έδειρε…», «η µάνα µου είπε…». Σώπαινε. Ένιωθε ένοχη, λες κι έφταιγε εκείνη που µάνα δεν υπήρχε στο σπίτι. Έξω από την καγκελόπορτα του σχολείου οι µανάδες περίµεναν τα παιδιά τους. Όλες τους νέες, όµορφες. Η θεία Καλλιόπη στεκόταν παράµερα. Πάντα µαυροντυµένη, ψηλή κι αδύνατη. Μέσα από τους φακούς της κοιτούσε µε ύφος επιτιµητικό τις αγκαλιές και τα φιλιά. Την τραβούσε από το χέρι. Να γυρίσουν γρήγορα στο σπίτι, λες και φοβόταν µην κολλήσει η ανιψιά της καµιά αρρώστια. Μια µέρα ένα αγοράκι τη ρώτησε: «Γιαγιά σου είναι αυτή που σε περιµένει το µεσηµέρι;» καιη Μάτα του απάντησε: «Όχι, µάνα µου». ∆εν ήθελε να ξεχωρίζει από τ’ άλλα παιδιά.
Ήταν όµως φορές που ερχόταν ο πατέρας. Στεκόταν πλάι στο χορό των γυναικών. Παλικάρι. Όµορφος, τόσο όµορφος! Τότε ένιωθε πως είναι η καλύτερη, η πιο δυνατή, η πιο πλούσια. Ο πατέρας της άξιζε όλες τις µανάδες του κόσµου. Του άρπαζε το χέρι και σκόρπιζε µα δυνατή φωνή τα «Άντε γεια» στα µαθητάκια. Περπατούσε καµαρωτή στο πλάι του κι ώσπου να φτάσουν στο σπίτι η γλώσσα της ροδάνι. Όλα του τα ’λεγε. Για τη δασκάλα, που µάλωσε τον Τάσο, για τον τσακωµό της µε τη Μαρία, για τον Οδυσσέα, που γύρισε στην Ιθάκη… «Τον ήξερες, εσύ µπαµπά, τον Οδυσσέα;». Εκείνος γελούσε· την άκουγε και γελούσε.
Γελούσε µε τις κουβέντες της και τα καµώµατά της. Την κάθιζε στα γόνατά του και της έλεγε παραµύθια. Ξεφύλλιζαν βιβλία µε πολύχρωµες ζωγραφιές. Παίζανε κρυφτό, κυνηγητό, τις κουµπάρες. Τη «διάβαζε». Αργότερα εκείνη του διάβαζε τις εκθέσεις της. Ποιήµατα. Έκαναν περιπάτους. Πήγαιναν εκδροµές. Καθισµένοι µπροστά στην τηλεόραση έβλεπαν µαζί παλιές ελληνικές ταινίες, µαυρόασπρες, θολές. Της έλεγε: «Έτσι ήταν τότε η Αθήνα… Είχε τραµ… Να και µια λατέρνα… Οι ανηφοριές της Πλάκας. Εγώ δεν τα πρόλαβα. Μετά τον πόλεµο όλα άλλαξαν. Χτίστηκαν πολυκατοικίες, µεγαθήρια…». Ίσως να νοσταλγούσε την παλιά Αθήνα που ποτέ του δεν γνώρισε. Οι άλλες του κουβέντες ήταν όλες καθηµερινές· σύντοµες: «τι θα φάµε», «τι να σου ψωνίσω», «θα βρέξει…», «πρέπει να παραγγείλω πετρέλαιο…», «µπας κι είσαι άρρωστη;
–ακουµπούσε τα χείλη του πάνω στο µέτωπό της– είσαι ζεστή. Γρήγορα στο κρεβάτι! Θα φωνάξω το γιατρό. Καλλιόπη, φτιάξε µια ζεστή σούπα για το παιδί», «πρέπει να τρως, είσαι πάνω στην ανάπτυξη», «το βράδυ θα πάµε σινεµά», «το Πάσχα θα πάµε στο ∆αδί…». Μιλούσε, αράδιαζε κουβέντες, τις φώναζε, σα να µην ήθελε ν’ ακούσει η Μάτα τη σιωπή του.
Κέλυφος η σιωπή του. Ποιον ήθελε να προστατέψει; Την κόρη του ή τον ίδιο του τον εαυτό; Για ποιο λόγο να σωπαίνει; Και γιατί η Μάτα, που ήταν πάντα περίεργη, που όλα ήθελε να τα µαθαίνει, γιατί να συνεργεί στη σιωπή του; Γιατί σαν παιδί δεν τον ρωτούσε: «Πού ζούσαµε στην Αθήνα; Πώς ήταν το σπίτι µας; Τι έγινε ο καθρέφτης µε τη µεγάλη χρυσή κορνίζα; Γιατί φύγαµε από την Αθήνα; Και η γυναίκα σου; Ζει; πέθανε; Είχε γονείς η µάνα µου;» Γιατί δε ρωτούσε; Μήπως φοβόταν και σώπαινε κι εκείνη; Τι φοβόταν;
Μια ψευτιά της θείας για τη µάνα της κι ένα ανώνυµο τηλεφώνηµα την έφεραν αντιµέτωπη µε τη σιωπή του πατέρα.
Τώρα µεγάλωσε και δε µπορεί να κάνει πίσω. ∆ε θέλει. Πρέπει να ξεδιαλύνει την αλήθεια.
Πρέπει να µάθει την αλήθεια…]

[πηγή: Ζωρζ Σαρή, Τα Χέγια, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1990, σ.74-76]