Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

29 Mαιου 1453.

Η απάντηση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου προς τον Μωάμεθ Β’ λίγο πριν από την πτώση της Βασιλεύουσας
Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι…
Πρωτότυπο κείμενο:
Ἀπαρτίσας οὖν τὰ πάντα, ὡς αὐτῷ ἐδόκει καλῶς, ἔπεμψεν ἔνδον λέγων τῷ βασιλεῖ «Γίνωσκε τὰ τοῦ πολέμου ἤδη ἀπήρτησθαι• καὶ καιρός ἐστιν ἀπό τοῦ νῦν πρᾶξαι τὸ ἐνθυμηθὲν πρὸ πολλοῦ παρ’ ἡμῖν νῦν• τὴν δὲ ἔκβασιν τοῦ σκοποῦ τῷ Θεῷ ἐφίεμεν. Τί λέγεις; Βούλει καταλιπεῖν τὴν πόλιν καὶ ἀπελθεῖν, ἔνθα καὶ βούλει, μετὰ τῶν σῶν ἀρχόντων καὶ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῖς, καταλιπὼν τὸν δῆμον ἀζήμιον εἶναι καὶ παρ’ ἡμῶν καὶ παρά σοῦ; ἤ
ἀντιστῆναι καὶ σὺν τῇ ζωῇ καὶ τὰ ὑπάρχοντα ἀπολέσεις σύ τε καὶ οἱ μετὰ σέ, ὁ δὲ δῆμος αἰχμαλωτιστθεὶς παρὰ τῶν Τούρκων διασπαρῶσιν ἐν πάσῃ τῇ γῇ;»
Ὁ βασιλεὺς δ’ ἀπεκρίνατο σὺν τῇ συγκλήτῳ• «Εἰ μἐν βούλει, καθὼς καὶ οἱ πατέρες σου ἔζησαν, εἰρηνικῶς σὺν ἡμῖν συζῆσαι καὶ σύ, τῷ Θεῷ χάρις. Ἐκεῖνοι γὰρ τοὺς ἐμοὺς γονεῖς ὡς πατέρας ἐλόγιζον καὶ οὕτως ἐτίμων, τὴν δὲ πόλιν ταύτην ὡς πατρίδα• καὶ γὰρ ἐν καιρῷ περιστάσεως ἅπαντες ἐντὸς ταύτης εἰσιόντες ἐσώθησαν καὶ οὐδεὶς ὁ ἀντισταίνων ἐμακροβίω. Ἔχε δὲ καὶ τὰ παρ’ ἡμῖν ἁρπαχθέντα ἀδίκως κάστρα καὶ γῆν ὡς δίκαια καὶ ἀπόκοψον καὶ τοὺς φόρους τόσους, ὅσους κατὰ τὴν ἡμετέραν δύναμιν, κατ’ ἔτος τοῦ δοῦναι σοι καὶ ἄπελθε ἐν εἰρήνῃ. Τί γὰρ οἶδας, εἰ θαῤῥῶν κερδᾶναι εὐρεθῇς κερδανθείς; Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι, οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν».
Απόδοση:
(Ο Μεχεμέτ), αφού ετοίμασε τα πάντα όπως καλύτερα νόμιζε, έστειλε μήνυμα λέγοντας στο βασιλιά: «Μάθε ότι έχουν τελειώσει οι πολεμικές προετοιμασίες. Ήρθε πια η ώρα να κάνουμε πράξη αυτό που θέλουμε εδώ και πολύ καιρό. Την έκβασή του την αφήνουμε στο Θεό. Τι λες; Θέλεις να εγκαταλείψεις την Πόλη και να φύγεις, όπου θέλεις, μαζί με τους άρχοντές σου και τα υπάρχοντά τους, αφήνοντας αζήμιο το λαό και από μένα και από σένα; Ή θέλεις να αντισταθείς και να χάσεις τη ζωή σου και τα υπάρχοντά σου και συ και οι μετά σου, κι ο λαός αφού αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους, να διασκορπιστεί σ’ όλη τη γη;» Κι ο βασιλιάς με τη σύγκλητο αποκρίθηκε: «Αν θέλεις να ζήσεις μαζί μας ειρηνικά, όπως και οι πρόγονοί σου, ας έχεις την ευλογία του Θεού. Γιατί εκείνοι θεωρούσαν τους γονείς μου ως πατέρες τους και τους τιμούσαν ανάλογα, κι αυτή την πόλη τη θεωρούσαν ως πατρίδα τους. Σε καιρό ανάγκης όλοι τους έτρεχαν μέσα να σωθούν και κανένας αντίπαλός της δεν έζησε πολλά χρόνια. Κράτα τα κάστρα και τη γη που μας άρπαξες άδικα, όρισε και ετήσιους φόρους ανάλογα με τη δύναμή μας κα φύγε ειρηνικά. Σκέφτηκες ότι ενώ νομίζεις πως θα κερδίσεις μπορεί να βρεθείς χαμένος; Το να σου παραδώσω την Πόλη ούτε δικό μου δικαίωμα είναι ούτε κανενός άλλου από τους κατοίκους της• γιατί όλοι με μια ψυχή προτιμούμε να πεθάνουμε με τη θέλησή μας και δε λυπόμαστε για τη ζωή μας».

Πηγή:olympia.gr

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Μάνα.

Γύριζα δρόμους και στιγμές.
Πονούσα. Μου ‘λεγες «δεν φταις»
και σε ξεχνούσα.
Σαν ήμουνα στο μύθο μου
και αγαπούσα τάχα μου
και νάρκισσο με έλεγα….
«Τρως?», «ντύνεσαι?», «πώς τα περνάς?»μου  ‘ λεγες.
Μάνα μου.
«Καλώς το παιδί μου!»
και μια αγκαλιά την πιο θερμή
και τα φιλιά αληθινά.
Δυο τρεις στιγμές μονάχα
κι έφευγα.
Μάνα.

Και σε ξεχνούσα για καιρό πολύ
στους δρόμους μου
και στις στιγμές,
στις αγκαλιές και στις βρισιές…
Με διώχνανε και έκλαιγα
μ΄ αγάπαγαν και γέλαγα
κι εσύ εκεί.
Σαν παραθύρι ανοιχτό,
να περιμένεις τη στιγμή
ο ήλιος να’ βγει
και να  ‘ρθεί να σε ζεστάνει.
Μάνα.
Σταμάτησα να περπατώ.
Κοίταξα πίσω να σε δω
και μου γελούσες.
Μάνα.

Ένα ποίημα του Κωνσταντίνου
Πηγή: newagemama.com

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Πώς ανοίγουν τα βουνά...

Photo: james j8246/Flickr
Η μεγάλη πέτρα είναι στο χτήμα με τις ελιές.
Όποιος δεν έχει κολλήσει την πλάτη του πάνω της για να προστατευτεί από τον αέρα και τη βροχή, όποιος δεν έχει κρυφτεί πίσω της, μέσα της, για ν' αποφύγει τον στραβό τον άνθρωπο, το μάτι το κακό, όποιος δεν έχει τρέξει, δεν έχει τρίψει με τον αντίχειρά του, με το μάγουλό του τους δρόμους της, τις φλέβες της, το κρέμασμά της, τους σκοτεινούς της τους παλμούς, δεν μπορεί να καταλάβει τη φιλία της πέτρας.
Όποιος δεν έχει σκάψει δίπλα και κάτω της να βρει τον θησαυρό, την άμαξα του Αγαμέμνονα τη χρυσή, όποιος δεν έχει βάλει τα χέρια του στις κατεβασιές της για να πάρει τη ζεστασιά του ήλιου του Γενάρη, όποιος δεν έχει ανέβει επάνω της να χαιρετήσει τα αεριωθούμενα της Κυριακής, όποιος δεν έχει σκαρφαλώσει στην κορυφή της για να ανέβει στη πλάτη του πατέρα ή στη ράχη του γαϊδάρου, δεν ξέρει την καρδιά της πέτρας, δεν γνωρίζει την υπομονή, την τάξη της, τη συνέπεια, τη μνήμη και την προσδοκία.
Όποιος δεν έχει ανοίξει βαθούλωμα στον βράχο, δεν έφτιαξε την προσευχή του χτυπώντας με τον αγκώνα του, σαν ασκητής και σαν άγιος, αυτός δεν μπορεί να φορτίσει την ερημιά και μέσα του δεν έχει, δεν κουβαλά ανθρώπους, όποιος δεν έχει βγει στο μπαλκόνι της, όποιος δεν σκάλισε, δεν κέντησε ρόδακες και σταυρό μαζί με τα αρχικά του στα πλευρά της, όποιος δεν έχει ξεχάσει ανοιχτό επάνω της το εκατόφυλλο τετράδιο με τις ασκήσεις τις άλυτες στον άνεμο, όποιος δεν έχει δει τη χελώνα, τον κορυδαλλό και τον ύπνο του φιδιού στη ρίζα της, τότε δεν μπορεί να καταλάβει πώς ανοίγουν, πώς σκίζονται τα βουνά για να περάσει το αίμα και η αγάπη.


Πηγή:protagon.grΘοδωρής Γκόνης

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

«θα πάω στο χωριό μου να δω τη μάνα μου»

Δεν πάνε πολλές ημέρες που έγινα αυτήκοος μάρτυρας στην ακόλουθη συζήτηση. κάποιος είπε: «θα πάω στο χωριό μου να δω τη μάνα μου». «Πόσων χρόνων είναι;» τον ρώτησαν. «Δεν ζει, έχει πεθάνει πριν από 42 χρόνια. Θα της πάω μερικά λουλούδια, θα της ανάψω το καντήλι, θα μιλήσω μαζί της, θα γεμίσω τις μπαταρίες μου και θα γυρίσω ανανεωμένος στη δουλειά μου». Παρέμεινα άφωνος. Τι μεγαλείο ψυχής! Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψει κανείς τα συναισθήματα και την ευγνωμοσύνη του γιού προς την μητέρα που τον γέννησε με πόνους, που τον ανάθρεψε με στερήσεις και λαχτάρες, που ξενύχτησε στο προσκέφαλό του στις παιδικές του αρρώστιες, που χαιρόταν με τις χαρές του και έκλαιγε με τις λύπες του. Ασφαλώς από εκεί ψηλά που την έχει τοποθετήσει ο Ύψιστος, η εν λόγω μάνα θα χαίρεται και θα καμαρώνει το λεβέντη γιό της.


Όλοι γνωρίζουμε, αφού όλοι έχουμε μάνα, ότι η Μάνα είναι το πιο τρυφερό και αγαπητό πλάσμα πάνω στη γη. Όλοι γνωρίζουμε ότι η Μάνα είναι η δεύτερή μας καρδιά, που μας καταλαβαίνει και μας πονάει περισσότερο από κάθε άλλο ανθρώπινο πλάσμα. Αλήθεια, πόσοι από εμάς αναγνωρίζουμε την αξία της Μάνας και της δείχνουμε την ευγνωμοσύνη μας; Καμιά Μάνα δεν περιμένει από το παιδί της «πληρωμή». Ένας καλός λόγος, ένα τρυφερό χάδι, είναι η πλήρης ανταμοιβή της. Ικανοποίησή της να είναι τα παιδιά της, τα βλαστάρια της όπως λέει, ευτυχισμένα, ακόμα και αν για βιοποριστικούς ή άλλους λόγους βρίσκονται μακριά της. «Να λάμπει ο ήλιος κι ας λάμπει στα βουνά», λέει η τα πάντα συγχωρούσα μάνα.
Μπορούν άραγε να εκτιμηθούν με υλικές αξίες τα μαργαριτάρια που βγαίνουν από τα μάτια της και κατρακυλούν στα μάγουλά της, όταν το παιδί της φεύγει για σπουδές ή για οτιδήποτε άλλο από κοντά της ; Αλλά είναι τόσο γεμάτη με συναισθήματα αυτοθυσίας η καρδιά της, ώστε να μην περισσεύει χώρος για κάτι και για τον εαυτό της. Μοιάζει με κεράκι που άλλο σκοπό δεν έχει παρά να λιώνει σκορπώντας τη θαλπωρή ολόγυρά του. Χαρακτηριστικό το παρακάτω πραγματικό περιστατικό, όπως είχε γραφτεί στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» της 3-11-1999: Σε ένα μικρό χωριουδάκι της ορεινής Ηλείας, ζούσε ήρεμα μια 87χρονη γριούλα. Κάποια μέρα έφτασε το άσχημο μαντάτο ότι ο μεγάλος της γιος που ζούσε στην Αθήνα, χτυπημένος από ανίατη αρρώστια, είχε ελάχιστη ακόμα ζωή. Τότε η γριούλα πήρε τη μεγάλη απόφαση : «Θα πάω πρώτη στον Άδη να τον περιμένω. Να ετοιμάσω στο σπλάχνο μου ζεστό φαγητό και καθαρά ρούχα» είπε και από εκείνη τη στιγμή έκλεισε το στόμα αρνούμενη πεισματικά να λάβει τροφή, ώσπου επήλθε το μοιραίο…!
Αυτή λοιπόν η ημέρα (β΄ Κυριακή του Μάη), που μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καθιερώθηκε να τιμάται η γιορτή της Μητέρας, ας γίνει για όλους μας μέρα περισυλλογής. Να στρέψουμε τα μάτια μας στη θέση της καρδιάς μας. Να δούμε πόση αγάπη και αφοσίωση έχουμε μέσα μας για αυτήν που μας χάρισε τη ζωή και μας έδωσε τα βασικά εφόδια , που ποτέ δεν έπαψε και δεν θα πάψει να πονάει για μας. Ας μην ξεχνάμε ότι Μάνα είναι μόνο μία και ας τη βάλουμε στον πιο ψηλό θρόνο που της αξίζει: στην καρδιά μας.
Δημήτρης Παν. Τσιώρος
Παρθένι Αρκαδίας

Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

"Πατέρα"

Μικρό παιδί
Με πήρες απ' το χέρι
Πατέρα, να σου πω
Τώρα καταλαβαίνω

Είδα καλό από κακό
Μου έμαθες να ζω
Το πιο μεγάλο δώρο
Που μπορούσα να δεχτώ

Ποτέ δεν μ' έβλαψες
Μ΄έκανες δυνατό
Όταν είχα λάθος
Και δεν ήμουν σωστός

Μέρες με γέλιο
Κι' άλλες με καβγά
Μα γνώριζες, μια μέρα
"'Εχεις δίκιο", θα σ' έλεγα

Μαζί μου
Στη κάθε λέξη μου
Της κάθε ώρας
Κάθε ημέρας
Σ' ότι κάνω
Είμαι, μέρος σου

Η ζωή μας, ζωή σου
Βάση σχεδίου
Και πάντα πρόθυμα
Δούλεψες σκληρά

Χέρια φιλόξενα
Μόνο παρέχουν
Και για χάρη σου
Έμαθα να ζω

Μαζί μου
Στη κάθε λέξη μου
Της κάθε ώρας
Κάθε ημέρας
Σ' ότι κάνω
Απλά, μέρος σου

Πατέρα, μια στιγμή
Πάντοτε γνώριζες
Κάθε λέξη σου, ήταν αληθινή



www.azlyrics.com