Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.



«Όταν την 1η Απριλίου 1821 τσακίστηκε το ελληνικό στράτευμα από τους Τούρκους, ο Αναγνωσταράς και οι άλλοι πήγανε στο Λεοντάρι, εγώ έμεινα μόνος με το άλογό μου στο Χρυσοβίτσι. Έκατσα μέχρι που έφυγαν οι Τούρκοι με τα μπαϊράκια τους και κατέβηκα κάτω. Ήταν στο δρόμο η Παναγιά, μια εκκλησιά του χωριού καθόμουν κι έκλαιγα για την Ελλάδα. Παναγία μου, είπα, βοήθησε κι αυτή τη φορά τους Έλληνες να εμψυχωθούν».


Πηγή:EIRINI PAPPA GOOGLE+



Ένας Γέρος.




Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες των άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα·
και πως την εμπιστεύονταν πάντα — τι τρέλλα! —
την ψεύτρα που έλεγε· «Aύριο. Έχεις πολύν καιρό.»

Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

.... Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
 

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Το τραγούδι του αϊ-Γιώργη.


Θεριό έχουμε στον τόπο μας, σ’ ένα βαθύ πηγάδι
ν-ανθρώπους το ταΐζουμε, κάθε πρωί και βράδυ.
Mια μέρα αν δεν τον δώσουμε άνθρωπο να δειπνήσει
σταλιά νερό δεν άφηνε η χώρα να δροσίσει.
Kι ας ρίξουμε τα μπουλετιά να διούμ’ σε ποιόν θα πέσει
να στείλει το παιδάκι του στου λιονταριού πεσκέσι.
Kαι έπεσε το μπουλετί σε μιά βασιλοπούλα
ν-οπού την είχε ο βασιλιάς μονάχ’ κι ωραιοπούλα.
O βασιλιάς σαν τ’ άκουσε, αυτό το λόγο είπε:
- Όλο το βιό μου πάρετε και το παιδί μ’ αφήστε.
Πολύς λαός συνάχτηκε, πάει στο βασιλέα.
- Για δώσ’ μας το παιδάκι σου ή παίρνουμε και σένα.
- Πάρτε το το παιδάκι μου και κάντε το σα νύφη
και σύρτε το στου λιονταριού πεσκέσι να δειπνήσει.
Πάρτε το και στολίστε το μ’ ατίμητα πετράδια,
μ’ ατίμητα, μ’ αμέτρητα και με μαργαριτάρια.
Πολύς λαός ξεκίνησε και τήνε πάει στη βρύση,
δεν το ’λπιζε η βαριόμοιρη πως θα ξαναγυρίσει.
Φύγαν και την αφήσανε εκεί κοντά στη βρύση
διά να έβγει το θεριό να κάτσει να δειπνήσει.
Eκεί ν-οπού καθότανε μονάχη, μοναχούλα
ίδρος την περεχιότανε σα σιγανή βροχούλα.
Αϊς-Γιώργης σαν τ’ άκουσε τρέχει να τη γλυτώσει
κι απ’ τον κακό της θάνατο να την ελευθερώσει.
Γυρίζει βλέπει πίσω της, θωρεί έναν καβαλάρη
αρματωμένο με σπαθί και μ’ αργυρό κοντάρι.
Aπό μακράν τόνε θωρεί και κάθεται και κλαίει.
- Φύγε ξενάκι μ’ από ’δώ να μην σε φάει και σένα
αυτό το άγριο θεριό ν-οπού θα φάει και μένα.
- Λιγάκι θε να κοιμηθώ εδώ κοντά στη βρύση
κι όταν θα έβγει το θεριό, θέλω να με ξυπνήσεις.
Tην ώρα που κοιμότανε ήρθε ένα περιστέρι
και βάστα τίμιο σταυρό εις το δεξί του χέρι
κι απάνω έγραφ’ ο σταυρός, βέβαιος αϊς-Γιώργης.
Όταν έβγαινε το θεριό τα όρη σιγοτρέμαν
κι η κόρη από το φόβο της φωνάζει - άγιε μου Γιώργη
σήκω και σκότωσ’ το θεριό που μ’ είπες δε φοβάσαι.
Σηκώνετ’ ανατολικά και κάνει το σταυρό του
μια κονταριά του έσυρε κι έκοψεν το λαιμό του.
- Kόρη μ’ που το ’βρες τ’ όνομα και που το αθιβάλλεις;1
- Tην ώρα που κοιμόσουνα ήρθε ένα περιστέρι
και βάστα τίμιο σταυρό εις το δεξί του χέρι
κι απάνω έγραφ’ ο σταυρός βέβαιος αϊς-Γιώργης.
Πες με το, στρατιώτη μου, πως λένε τ’ όνομά σου,
να κάνει ο πατέρας μου χάρισμα τ’ς αφεντιάς σου.
- Αϊ-Γιώργη με λέγουνε απ’ την Kαππαδοκία,
να πείσεις τον πατέρα σου να φκιάσει εκκλησία
κι αριστερά της εκκλησιάς να στήσει καβαλάρη
αρματωμένο με σπαθί και μ’ αργυρό κοντάρι.
Xρυσή κορδέλα έβγαλε και τα μαλλιά της δένει,
χαρά μεγάλη έγινε στη γη, στην οικουμένη.
Tρεις μέρες εχυνότανε το αίμα με την κίνη
χαρά μεγάλη έγινε μέσα στη χώρα εκείνη.
Kαι το τραγούδι σώθηκε και πείτε νά’ βρω τ’ άλλο,
για πέστε το, για θα το πω, για ’ρχίζω και το λέγω
κι αν αρχινήσω και το πω πολλές καρδιές θα κάψω,
θα κάψω νιές, θα κάψω νιούς, θα κάψω παλικάρια,
θα κάψω και τους μαραγκούς που φκιάνουν τα καράβια
και ταξιδεύουν τα παιδιά, τα ’μορφα παλικάρια.
Άγιε μου Γιώργη αφέντη μου κι έμορφε καβαλάρη
δώσε τσι γρυπαροί2 κολιοί και τα ναυτάκια κιάρι3
και μας τσι καλορίζικες οκάδες το μετάξι.
Άγιε μου Γιώργη πο ’βγαλες το ρόδο και τ’ αγκάθι
εσύ τήνε πρωτόβγαλες στον κόσμο την αγάπη.

1αθιβάλλεις: αναφέρεις, μνημονεύεις
2τσι γριπαροί: σ' αυτούς που ψαρεύουν με γρίπο                                                      
3κιάρι: καθαρός καιρός
Πηγή:www.domnasamiou.gr

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Γύριζε.



Γ. Ροϊλός, Οι ποιητές (π. 1919). 
Μεγάλοι ποιητές της γενιάς του 1880. Στο κέντρο: K. Παλαμάς.


“Γύριζε, μή σταθής ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια,
η Αλήθεια τόπο να σταθή μια σπιθαμή δέ θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη·
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γή, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
Και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι·
Λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
Κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!”

Κωστής Παλαμάς
(Ποιητική συλλογή “Η Πολιτεία και η Μοναξιά”)




Το παραπάνω ποίημα γράφτηκε το 1908 από τον Κωστή Παλαμά, όπου περιγράφει με δραματικό τρόπο την απόγνωση του για την κατάντια της χώρας.

Στην αρχή του 20ου αιώνα, η Ελλάδα ήταν μια χώρα χρεοκοπημένη, ταπεινωμένη και διαλυμένη οικονομικά και κοινωνικά. Μόλις στεκόταν στα πόδια της με την οικονομική “βοήθεια”-με το αζημίωτο φυσικά- των ξένων, στους οποίους είχε ουσιαστικά εκχωρήσει την εθνική της κυριαρχία. Ανίκανοι πολιτικοί ηγέτες κι ένας ταλαιπωρημένος λαός, που πολιτικάντηδες δημαγωγοί εύκολα τον έσερναν από τη μύτη- συνέθεταν ένα ζοφερό σκηνικό. 


Έπειτα θα ακολουθούσαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913), ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918), ένας βαθύτατος Εθνικός Διχασμός (1915-1922), η Μικρασιατική Καταστροφή (1922), η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929, η Μεγάλη Ύφεση. Πρόσφυγες, Δικτατορίες, ένας οδυνηρός Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και ένας ακόμη πιο θλιβερός Εμφύλιος πόλεμος..

Πηγή:roadartist.blogspot.gr

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Ο ιδανικός άνθρωπος βρίσκεται μέσα μας!

Μέσα μας βρίσκονται οι Λαιστρυγόνες και οι Κύκλωπες όταν ξεκινάμε για την Ιθάκη μας, όταν ξεκινάμε για το θαυμάσιο ταξίδι της ζωής. Μέσα από τη δική μας ψυχή ξεπηδούν τα εμπόδια που ανυπέρβλητα φαντάζουν και μας τρομοκρατούν.
Λαιστρυγόνες ανθρωποφάγοι οι ανασφάλειές μας, Κύκλωπες απειλητικοί τα αρνητικά μας συναισθήματα απαξιώνουν τη μέρα μας.



Ναι, τη μέρα μας, αφού το ταξίδι αυτήν αφορά.Την κάθε μας μέρα που είναι μοναδική και ανεπανάληπτη.
Την κάθε στιγμή της ζωής μας που μας καλεί να την απολαύσουμε,με τη χαρά ή τη λύπη της,με τις αντιξοότητες ή τις ευκολίες.

Κάθε στιγμή που είναι δική μας,μας καλεί να τη ζήσουμε αληθινά και ουσιαστικά να την απολαύσουμε.
Σαν βγαίνουμε στον πηγαιμό προς τη δική μας Ιθάκη, τα μόνα εμπόδια που θα συναντήσουμε είναι αυτά που εμείς γεννάμε.
Έχουν τη θλιβερή μορφή του φθόνου, την ασχήμια της μιζέριας, το γκρίζο χρώμα της απαισιοδοξίας, την εφιαλτική φιγούρα της απελπισίας.Μέσα μας βρίσκονται τα μυθικά τέρατα που μαυρίζουν τη ζωή μας.Μέσα μας όμως είναι και η δύναμη να τα αντιμετωπίσουμε.

Μια απόφαση χρειάζεται.Ένα πλατύ χαμόγελο και μια απόφαση.Θα χαρώ της ζωής μου το ταξίδι,
θα πετάξω από μέσα μου φοβίες,συμπλέγματα, ανασφάλειες και θα χαρώ.Στα δύσκολα θα αντιτάσσω τη θέλησή μου,στα άδικα τον ανθρωπισμό μου,στα άτιμα την καθαρή μου σκέψη,στα άσχημα την ομορφιά του ιδανικού ανθρώπου,που σταθερά όλο και σχηματοποιείται μέσα μου.

Ναι, μέσα μας βρίσκεται ο άνθρωπος αυτός,μόνο που τον κρατά σε ύπνωση το τραγούδι των σειρήνων,των δικών μας απατηλών σειρήνων.
Μέσα μας βρίσκεται, μόνο που στη λήθη τον αφήσαμε,τον ξεχάσαμε,επιτρέψαμε να τον σκεπάσουν οι θόρυβοι και οι απόηχοι του ανερμάτιστου περίγυρου,τον καλύψαμε με γυαλιστερά κουρέλια του συρμού
και κάπου σε μια γωνιά χωμένο τον κοιμίσαμε.

Και είναι αυτός που γνωρίζει το δίκιο,είναι αυτός που προστατεύει τους αδύνατους,είναι αυτός που ξέρει να αγαπά,που προσφέρει χωρίς ανταλλάγματα,που κάνει κάθε δύσκολο αγώνα πανηγύρι,που θέλγεται από τα ουσιώδη,που ερωτεύεται το καλό και το όμορφο,που σταθερή κρατά την πορεία με πυξίδα αλάνθαστη το μυαλό και την καρδιά του.

Εμείς γι αλλού κινήσαμε και ακριβώς εκεί σκοπεύουμε να πάμε.Βάλαμε πλώρη για μια Ιθάκη και εκεί κάποτε θα φτάσουμε,και, πιστέψτε με αξίζει τον κόπο,αφού εκεί θα φτάσει ένας άλλος εαυτός μας,ο ιδανικός μας εαυτός,όπως αποκαλύφθηκε και, κατά το δυνατόν,τελειώθηκε στη διάρκεια της θαυμάσιας διαδρομής.

Της Ελένης Καρανοπούλου

Πηγή:kpmalam.gr/

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Μην απορείς, μητέρα.

Μην απορείς, μητέρα, μην τρομάζεις
τούτα τα ποιήματα διαβάζοντας. Θα τα βρίσκεις, βέβαια,
λίγο στενάχωρα, σάμπως να θέλουν
από τις λέξεις μέσα να βγουν. Ίσως, ακόμα,
το γιο σου μέσα τους να μην αναγνωρίζεις. Κι όμως
δικά του είναι, μητέρα· αυτόν εικονίζουν.
Πάσχουν κι αυτά όπως κι αυτός από ασφυξία,
χάνονται μέσα τους, γυρίζουν, επιστρέφουν,
πάσχουν να βγουν από τις λέξεις όπως κι εκείνος
πάσχει να βγει από το πετσί του μέσα.
Μην απορείς, μητέρα, μην τρομάζεις· προ παντός
μη σε κυριέψει απελπισία· κάτι στηρίζει
το γιο σου, που εσύ δε βλέπεις:
μέσα του, από τα πόδια ως την κορφή, είναι μια κολόνα
που τον στυλώνει, τον κρατά μ’ όρθιο το κεφάλι,
που τον ψυχώνει, βήμα με βήμα, αγκώνα με αγκώνα,
μέσ’ απ’ ερείπια ν’ ανοίγει δρόμο και να προχωράει.
Από τη συλλογή Περιγραφή εξώσεως (1960)
Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Ανέστης Ευαγγέλου, Τα ποιήματα (1956-1986) [Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, 1988)

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Τάσος Λειβαδίτης

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

'Ακου μάνα...

Γεννήθηκα στο ραντεβού της νύχτας με τη μέρα
μια ζεστή Αυγουστιάτικη Δευτέρα
(ένα Μαρτιάτικο Σαββάτο)
τα όνειρα ήταν λίγα, τα λόγια ήταν πολλά
και όλοι νιώθανε καλά.
Που το είδος θα κρατήσει και το γλέντι θα αρχίσει
τσάμπα της μάνας μου το δάκρυ είχε κυλήσει
η αγωνία της, ο πόνος, η λαχτάρα
μαζί με τις ευχές και μια κατάρα.
Που άκουσε το άστρο μου και κρύφτηκε στο φως
και από τότε είμαι τόσο μοναχός
και τα γέλια δε κρατάνε, κι οι υποσχέσεις δε μετράνε
και αυτοί που σ' αγαπάνε βλέπεις εύκολα ξεχνάνε.
Και φοβούνται να σταθούν κοντά στο χρόνο
κι από αγάπη δε μοιράζονται τον πόνο
βλέπεις το άστρο το δικό τους φωτίζει εκεί ψηλά
και έτσι όλα πάνε καλά.
Aκου μάνα, για όλους έχει ο Θεός
Κι ίσως το δικό μου άστρο να ναι κάπου εκεί στο φως
Aκου μάνα για όλους έχει ο Θεός.
Και μας χωράει ο ουρανός.
Γι' αυτό και 'γω γυρνάω στο φως και τραγουδάω
έπαψα τις μέρες που περνάν πια να μετράω
μαζεύω τα κομμάτια μου και δεν ελπίζω
σε 'κείνα που με θέλουν πάντα, πίσω να γυρίζω.
Σφίγγω τα δόντια μου και έχω παρηγοριά μου
μόνο το όνειρό μου κι όσο αντέξει η καρδιά μου
θα είμαι εδώ και καλά να το θυμάστε
και αφού δε σέβεστε, θα με φοβάστε.
Γιατί εγώ ζώ μόνο ό,τι αγαπώ
φυλάω το ψέμα μου σε σας μόνο να πω
σ' όλους εσάς με το άστρο εκεί ψηλά
που δήθεν νιώθετε καλά.
Γιατι όλα γύρω σας αλλάζουν
ενώ οι μέρες που περνάνε σας τρομάζουν
μα εγώ μακριά πετάω τώρα τις ευχές
δε θα ξαναζήσω ποτέ μου εγώ το χθές.
Γιατί μάνα τα βρήκα όλα μπροστά μου
ο πόνος μου ζωή και διάλειμμα η χαρά μου
πάντα μάζευα ότι έμενε απ τη στάχτη
μα η τύχη μ' έχει άχτι.
Aκου μάνα, για όλους έχει ο Θεός
Κι ίσως το δικό μου άστρο
να 'ναι κάπου εκεί στο φως.
Aκου μάνα για όλους έχει ο Θεός.
Και μας χωράει ο ουρανός.
alt
Μάνα και λέει σιγά την προσευχή της
Πώς στρογγυλεύει έτσι η πέτρα στο νερό!
Μη σκιάζεσαι χαζό, είν';ο φεγγίτης
Ένα πουλάκι μάς ανοίγει τον καιρό. 
άγγελος καλογερόπουλος
Πηγή:vithos-psihis.pblogs.gr

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Αλλά τα βράδια...

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα
Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα
Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου ‘ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη
Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!
Δως μου το χέρι σου..
Δως μου το χέρι σου
Τάσος Λειβαδίτης