Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Παραινέσεις ενός γονέα!

Από τα «Πολιτικά κείμενα» του Γιώργου Θεοτοκά θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας αποσπάσματα από τις παραινέσεις ενός πατέρα των καιρών μας.

Αγαπημένο μου παιδί….

[…] Σε λίγο καιρό, το μεγάλο πρόβλημά σου θα είναι τούτο: πως θα τα καταφέρεις να σταθείς γερά στα πόδια σου, να νοιώσεις πως δεν έχεις πια την ανάγκη κανενός, πως είσαι κύριος των τυχών σου. Θα πρέπει να διαμορφώσεις μια ζωή που θα είναι δική σου και όχι εξάρτημα της δικής μου. Να μην σου χρειάζεται να σε στηρίζω.

Να αισθανθείς ότι είσαι εσύ με τα σωστά σου χειραφετημένος, αδέσμευτος, εσύ, τα έργα σου και η ζωή σου και στη μαγική αυτή λέξη «ζωή» σ’ αφήνω να δώσεις όποιο περιεχόμενο είσαι ικανός να δημιουργήσεις.

Τότε καλό μου παιδί, η παρουσία μου δεν θα είναι πια βάρος στην ψυχή σου.

Ναι, η ζωή, ο έρωτας, η ευτυχία, η δράση, είναι πράγματα που έχεις να τα δημιουργήσεις όπως ο άνθρωπος της τέχνης δημιουργεί ένα έργο ζωντανό και ωραίο. Πρέπει να κινηθούν οι δημιουργικές σου δυνάμεις και πρέπει ακόμα να τις κατευθύνεις. Αλίμονό σου αν σταθείς παθητικός εμπρός στον κόσμο σου και περιμένεις να σου δοθεί αυτός. Αν δεν θέλεις να σε πάρει από κάτω θα βαλθείς να τον πλάσεις εσύ.[…]

Να είσαι γνήσιος, αληθινός, ακέραιος, ίσιος σε ότι αισθάνεσαι, λες και πράττεις, στον έρωτα, στη φιλία, στην κοινωνική σου δράση-απέναντι σε φίλους και εχθρούς- και πρώτα-πρώτα απέναντι στον εαυτό σου. Να βαθμολογείς τους ανθρώπους ανάλογα με την ειλικρίνειά τους. Να περιφρονείς ότι είναι υποκρισία, κρυψίνοια, διπροσωπία, πανουργία, να τα μισήσεις όλα αυτά και να τα απορρίψεις μια και καλή.

Να μην παίζεις με τη ζωή, τα αισθήματα, την πίστη ενός άλλου ανθρώπου.

Να μην καταδέχεσαι να απατήσεις. Να νοιώθεις πως απατώντας, κλέβοντας στο παιχνίδι της ζωής, θίγεις κυρίως εσένα, ρίχνεις την προσωπικότητά σου και δεν είσαι να ικανός να εκτιμήσεις τον εαυτό σου. Να σέβεσαι τον άλλον, να προσπαθείς να τον καταλάβεις.

Να τον βοηθάς αν περνά από το χέρι σου. Συχνά η ζωή μας έχει αντιμέτωπους με δύσκολα διλήμματα που μονάχα με πολλή αμοιβαία κατανόηση και βοήθεια μπορούμε να τα λύσουμε και να τα ξεπεράσουμε.

Να μην απαρνιέσαι τα δικαιώματά σου από τη ζωή, μα να μην ξεχνάς και τα δικαιώματα του άλλου που βρέθηκε μπλεγμένος μαζί σου.

Θα δεις με τον καιρό ότι πάντα έχουν και οι δικές σου πράξεις κάποια ψυχολογική δικαίωση.

Κι ακόμη θα σου έλεγα να μη διστάζεις ποτέ να παραδέχεσαι εκ των προτέρων ότι κάθε άνθρωπος που σου τυχαίνει στον δρόμο σου είναι τίμιος και ειλικρινής σαν και εσένα, εκτός μονάχα αν σου δοθούν συγκεκριμένες αποδείξεις για το αντίθετο.

Να εμπιστεύεσαι, να είσαι γενναιόδωρος στα αισθήματά σου, μα μη λυπάσαι να χαρίζεις το περίσσευμά της καρδιάς σου σ’ όποιον το χρειάζεται.

Αν σε γελάσουν, αν σε απογοητεύσουν, φύγε και προσπάθησε να μη το συλλογίζεσαι πια. Γύρισε το φύλο, ξανάρχισε από την αρχή.

Ποτέ μην απελπίζεσαι. Ο κόσμος είναι μεγάλος, η ζωή αστείρευτη και ο άνθρωπος κατά βάθος, καλός.

Τα ίδια θα σου έλεγα και για την εργασία σου. Να είσαι ειλικρινής και ίσιος σε κάθε δουλειά που θα αναλάβεις. Να την τιμάς πρώτα –πρώτα εσύ ο ίδιος, να πασχίζεις να την κάνεις σωστά και όσο μπορείς καλύτερα, με φροντίδα και με μεράκι.

Προπαντός να μην προφασιστείς ποτέ με τα έργα σου πως είσαι αλλιώτικος, δυνατότερος, σοφότερος, πιο σημαντικός ή πιο αξιαγάπητος από αυτό που ξέρεις μέσα σου ότι είσαι στα αλήθεια. Να είσαι αυτό που είσαι, τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Αυτό που είσαι –αυτό που είναι κάθε ακέραιος άνθρωπος κάτω από τον ήλιο- δεν είναι αξιοκαταφρόνητο αν εκδηλωθεί με αγάπη και ευσυνειδησία.

Είναι αρκετό για να γεμίσεις μια ζωή, να της δώσεις ένα νόημα, έναν προορισμό. Ενώ με τεχνάσματα δεν θα καταφέρεις σπουδαία πράγματα και ότι καλό και αληθινό έχεις μέσα σου θα το χαλάσεις.

Η δουλειά σου θα ηχήσει ψεύτικα και εκείνοι που ξέρουν θα το καταλάβουν αμέσως. Μπορεί εξωτερικά να επιτύχεις . Δεν είναι δα λίγοι αυτοί που σταδιοδρομούν, τριγύρω μας με τις κατεργαριές και κερδίζουν όχι μόνο χρήματα, μα και τίτλους περισπούδαστους, αξιώματα λαμπερά, τιμητικές διακρίσεις, προβαδίσματα και όλων των ειδών τις ψευτοδόξες.

Δεν θα σου είναι αδύνατο αν ριχτείς με τα μούτρα να τα καταφέρεις καλύτερα από πολλούς. Μα δεν θα έχεις πείσει εκείνους που θα ήθελες περισσότερο να κερδίσεις. Ούτε βέβαια τον ίδιο τον εαυτό σου και τούτο θα είναι το χειρότερο.

Καλύτερα να σου λείπουν τέτοιες επιτυχίες παιδί μου. Άκουσέ με, ένας άξιος μαραγκός που κατέχει καλά τη δουλειά του και πιστεύει σε αυτήν είναι πολύ πιο ολοκληρωμένος και αξιοσέβαστος άνθρωπος από έναν κουφό πρύτανη ή έναν κακό πρωθυπουργό.

Παρασύρθηκα όμως από τα λόγια μου και μου φαίνεται πως ξανάρχισα να συμβουλεύω φοβούμαι πάλι καμιάν αντίδρασή σου.

Σου το ‘πα και πριν, δε ζητώ να σου επιβάλω έτοιμες απόψεις για τον κόσμο, αλλά μονάχα να σε βοηθήσω να ξεκινήσεις. Ύστερα, τράβα το δρόμο σου και σβήσε με σιγά-σιγά από τους λογισμούς σου, καθώς το θέλει η ζωή.

Το να ζούμε εντέλει με αξιοπρέπεια είναι μονόδρομος!



Με τιμή

Φιλία Βαγιάκα

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Το συρτάρι του πατέρα.

Κάθε πατρικό σπίτι έχει ένα συρτάρι με «μυστικά». Ενα συρτάρι που ασκεί έντονη γοητεία στα μάτια ενός παιδιού, που φαντάζεται πως στο εσωτερικό του βρίσκονται κρυμμένα θαύματα, περίεργα αντικείμενα και άγνωστοι, ξεχασμένοι θησαυροί μιας άλλης εποχής. Κι όταν με την εξερεύνηση η παιδική περιέργεια ικανοποιείται, η έκπληξη έρχεται τελικά από κει που δεν το περιμένεις:
Ενα συρτάρι, που ο πατέρας κρατούσε πάντα κλειδωμένο, ξεχάστηκε μια μέρα ανοιχτό. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος· κυρίως γιατί ακόμα κι ο πατέρας σπάνια άνοιγε αυτό το συρτάρι και δεν μπορούσες να μαντέψεις τι γύρευε ή τι έβαζε εκεί μέσα. Αν και δεν είχα άλλο στο νου μου από του να ικανοποιήσω την περιέργειά μου, άνοιξα με φόβο ενόχου εκείνο το συρτάρι. Να λοιπόν· τίποτα, κατά την εκτίμησή μου εκείνης της στιγμής, δεν υπήρχε που άξιζε τον κόπο. Χαρτιά και μόνο χαρτιά. Τα χαρτιά, σαν αντικείμενο, δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να δώσει κανείς σημασία. Σ΄ ό,τι κι αν αφορούσαν. Για μένα σημασία είχε το αντικείμενο καθ΄εαυτό. Το είδος. Ωστόσο εγώ έπραξα το καθήκον μου κι ερεύνησα το περιεχόμενο του συρταριού. Σκαλίζοντας, ξετρύπωσα ανάμεσα από τα χαρτιά μια φωτογραφία, που μου αποκάλυπτε κάτι εντελώς άγνωστο: ο πατέρας είχε κάποτε την ίδια ηλικία μ΄εμένα.
Δημήτρης ΚάββουραςΤο συρτάρι 

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2015

"Χάρισμά σου"

  • Θυμούμαι μικρός κάθουμουν συχνά στο κατώφλι του σπιτιού μας, έλαμπε ο ήλιος, καίγουνταν ο αγέρας, σ' ένα μεγάλο σπίτι στη γειτονιά πατούσαν σταφύλια, μύριζε ο κόσμος μούστο, κι εγώ σφαλνούσα τα μάτια ευτυχισμένος, άπλωνα τις φούχτες και περίμενα, κι έρχουνταν ο Θεός, όσο ήμουν παιδί ποτέ δε με γέλασε, έρχουνταν, παιδί κι αυτός σαν και μένα, και μού 'βαζε στα χέρια τα παιχνιδάκια του τον ήλιο, το φεγγάρι, τον άνεμο."Χάρισμά σου" μού 'λεγε"χάρισμά σου, παίξε μαζί τους, εγώ έχω κι άλλα." Άνοιγα τα μάτια, ο Θεός εξαφανίζουνταν μα απόμεναν στα χέρια μου τα παιχνιδάκια του.
    (Νίκος Καζαντζάκης, "Αναφορά στον Γκρέκο")

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Kαλή αντάμωση, πατέρα μου!

Αρνούμαι, να σε ξεχάσω.
Δες, κατάφερα να σου γράψω σήμερα,
πάνω σε τούτο το τραπέζι που έπινες τον καφέ σου.
Το δεξί. Το κρύο δωμάτιο ήταν δικό σου. Δικό μου είναι τώρα.
Εκεί κοιμόμαστε εγώ και η μοναξιά. Άραγε σε πια πλευρά κοιμόσουν;
Στης μοναξιάς ή στη δική μου; Στη δική μου. Θέλω να κοιμόσουν στη δική μου.
Στης μοναξιάς κάνει κρύο τα βράδια, είναι κοντά στο παράθυρο.
Δε θέλω να κρυώσεις. Σκεπάσου. Κλείσε τα αυτιά σου. Μην ακούς.
Μαλώνω με τη μοναξιά γιατί σε κοιτάει, κοιτάει το πορτρέτο σου.
Είναι και αυτό κοντά της. Κάνει κρύο απόψε σκεπάσου.
Μην την ακούς, θέλει να σε κοιτάει. Θέλει να είστε μαζί.
Δεν την αφήνω όχι. Ξέρω θα με παγώσει πάλι απόψε. Αλλά δε φοβάμαι.
Φοράω κάλτσες. Μη μου τις βγάλεις σήμερα. Θα κρυώσω.
Τις νύχτες ερχόσουν να με σκεπάσεις, μου έβγαζες τις κάλτσες.
Κοιμόμουν; Ίσως και να κοιμόμουν μα σε άκουγα να μου λες
- Μη κοιμάσαι αγόρι μου με τις κάλτσες, δεν κάνει.
Την επόμενη νύχτα τις φορούσα πάλι,
ήξερα πως δεν κάνει αλλά ήθελα να μου τις βγάλεις ξανά.
Μη μου τις βγάλεις σήμερα. Θα κρυώσω.
Ίσως αύριο. Ίσως αύριο να έχει ζέστη και να μη κρυώνω τόσο.
Μου λείπεις. Λείπεις. Όχι δε λείπεις. Εγώ σε βλέπω.
Το πορτρέτο σου. Βλέπω το πορτρέτο σου.
Το βρήκα χθες στα σκονισμένα ντουλάπια της μάνας.
Θα το 'χε ξεχάσει φαίνεται. Το αγκάλιασα και έκλαψα.
Έκλαψα λίγο, δεν ήθελα να βραχείς. Να έκλαψες ποτέ σου άραγε;
Καθόσουν νέος και αγέρωχος σε άσπρα ζωγραφισμένα σκαλιά.
Όμορφος ήσουν. Δίπλα σου ένα βάζο.
Θαρρώ τριαντάφυλλα πως έχει. Κόκκινα. Είναι κόκκινα.
Σου άρεσαν τα τριαντάφυλλα. Το σπίτι μας ήταν γεμάτο τριαντάφυλλα.
Και τα χέρια σου τρυπημένα από τα αγκάθια τους.
Ακλάδευτα τα τριαντάφυλλα και μόνα. Κι εμείς μόνοι.
Τα κλαδεύω, τα ποτίζω... Τρυπάω τα χέρια μου με τα αγκάθια τους.
Τι γρήγορα μαδάνε πάλι. Ακλάδευτα είναι πάλι. Γιαυτό έφυγες.
Μα τούτο το σπίτι σε γνωρίζει ακόμη. Τα δέντρα σε γνωρίζουν.
Τα τριαντάφυλλα σε γνωρίζουν. Τα δωμάτια σε γνωρίζουν.

Θυμάσαι; Ποτέ δε σου είπα σ' αγαπώ. Θυμάσαι; Σ' αγαπώ.
Αντίο. Όχι, όχι αντίο.
Καλή αντάμωση!
Καλή αντάμωση, ήρωά μου!
Πατέρα μου!


Πηγή:sadmailbox.blogspot.gr

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Η μάνα μου.

Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της. Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι  ήταν χωριάτες. Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα. Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα μαζί της. Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους….
  Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά….
  Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας  ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μας μοσκομύριζε. Αγαπούσα πού τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα σώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μού διηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε ‘γω της στορούσα τους βίους των αγίων που ‘χα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου. Δεν έφτανα τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα: Μπήκαν στον παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεριανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σαν να μου έλεγε: Αλήθεια λες; Και μου χαμογελούσε.
   Και το καναρίνι, μέσα στο κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό του και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε κατέβει από τον παράδεισο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
  Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου, δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το σπλάχνο μου η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρουδιά τούτη και με το κελάηδημα του καναρινιού…

(Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στο Γκρέκο»)

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

Το σπίτι που γεννήθηκα.

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι
στοιχειό είναι και με προσκαλεί, ψυχή και με προσμένει.

Το σπίτι που γεννήθηκα ίδιο στην ίδια στράτα
στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ' όλα του τα νιάτα.

Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα·
και ανόθευτο και αχάλαστο, και με προσμένει ακόμα.

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι
στοιχειό, και σαν απάτητο, με ζή και με προσμένει.

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι
στοιχειό είναι και με προσκαλεί, ψυχή και με προσμένει.



Κωστής Παλαμάς 

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Το ηλιοβασίλεμα καθώς φεύγουμε από το χωριό....


Xristos Panagiotopoulos
27 Δεκεμβρίου 2014

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

«Τραγούδι για τη μητέρα μου»

“Τη μορφή της δεν τη θυμάμαι πια πώς ήταν πριν οι πόνοι της
αρχίσουν. Αποκαμωμένη, ανασήκωνε τα μαύρα τα μαλλιά της
απ’ το ξεσαρκωμένο μέτωπό της – το βλέπω ακόμα κείνο το
χέρι να σαλεύει.

Χειμώνες είκοσι τη φοβερίσαν, τα βάσανά της δεν είχαν σω-
σμό, κι ο θάνατος ντρεπόταν σαν τη ζύγωνε. Και τότε πέθανε, και
το κορμί της ήτανε σαν παιδιού κορμί.

Στο δάσος είχε μεγαλώσει.

Πέθανε ανάμεσα σε πρόσωπα που ‘χαν τραχύνει βλέποντάς
την τόσο καιρό να ξεψυχάει. Τη συγχωρέσαμε που έτσι βα-
σανίστηκε, μα κείνη είχε χαθεί ανάμεσα στα πρόσωπά μας, προτού
να σβήσει ολότελα.

Τόσοι και τόσοι μας αφήνουνε, χωρίς να τους κρατήσουμε.
Έχουμε πει το καθετί, τίποτα πια δεν έχει απομείνει ανάμεσα σε
μας κι εκείνους, σκληραίνουνε τα πρόσωπά μας σαν χωρίζουμε.
Κι όμως, το πιο σπουδαίο δεν το είπαμε, τόσο αναμασούσαμε τ’
ασήμαντα.

Ω, γιατί τα πιο σπουδαία να μην τα πούμε, ήτανε τόσο εύκολο,
και τώρα θα κολαστούμε για τη σιωπή μας. Εύκολες ήταν λέξεις, 
σφίγγονταν πίσω από τα δόντια μας. Καθώς γελούσαμε έπεσαν,
και τώρα το λαιμό μας πνίγουν.

Το δείλι, χτες, πρωτομαγιά, πέθανε η μητέρα μου! Και δε
μπορώ, από τη γη να τήνε ξεριζώσω με τα νύχια μου!”
Mother,Child,ReliefSculpture,SoldierField,Chicago
Μπέρτολντ Μπρεχτ