Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Πατέρα απόψε αν μ΄ακους.

Αφιερωμένο στην μνήμη του πατέρα μου

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Nα ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις.

«Όταν γελάς, κινδυνεύεις να περάσεις για χαζός». Και τι μ’
αυτό; Οι χαζοί διασκεδάζουν πολύ.
«Όταν κλαις, κινδυνεύεις να περάσεις για συναισθηματικός». Μ’
αρέσει. Τα δάκρυα βοηθάνε.
«Όταν ανοίγεσαι στον άλλο, κινδυνεύεις να μπλεχτείς». Ποιος λέει
ότι το μπλέξιμο είναι κίνδυνος; Εγώ θέλω να μπλεχτώ.
«Όταν εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου, κινδυνεύεις να δείξεις
τον πραγματικό σου εαυτό». Και τι άλλο έχω να δείξω;
«Όταν εκθέτεις τις ιδέες και τα όνειρά σου μπροστά στους άλλους,
κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς αφελής». Α, μ’ έχουν χαρακτηρίσει πολύ χειρότερα
απ’ αυτό.
«Όταν αγαπάς, κινδυνεύεις να μη στο ανταποδώσουν». Δεν αγαπώ
για ανταπόδοση.
«Όταν ζεις, κινδυνεύεις να πεθάνεις». Είμαι έτοιμος γι’ αυτό.
«Όταν ελπίζεις, κινδυνεύεις ν’ απογοητευτείς, κι όταν δοκιμάζεις,
κινδυνεύεις ν’ αποτύχεις». Ναι, αλλά πρέπει να ρισκάρεις, γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος
στη ζωή είναι να μη ρισκάρεις τίποτε. Ο άνθρωπος που δε ρισκάρει τίποτε, δεν κάνει
τίποτε, δεν έχει τίποτε, δεν είναι τίποτε, και γίνεται ένα τίποτε. Μπορεί ν’
αποφεύγει τον πόνο και τη λύπη, όμως δεν μπορεί να μάθει, να νιώσει, ν’ αλλάξει,
ν’ αναπτυχθεί, ν’ αγαπήσει και να ζήσει. Δεμένος με τις βεβαιότητές του, είναι ένας
σκλάβος. Έχει παραιτηθεί από την ελευθερία του. Μόνο ο άνθρωπος που ρισκάρει είναι
πραγματικά ελεύθερος.»
 
Λεό Μπουσκάλια

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Το ταξίδι.

Τα καράβια μας πατέρα
ξεκίνησαν πριν την αυγή,
γεμάτα όνειρα κι' ελπίδες.
Τα βλέμματα μας στις πυξίδες
μη χάσουμε το δρόμο.
Ήσουν καλός καπετάνιος,
κι' άντεξε το καράβι σου
στις χαλασιές.
Όμως πατέρα,
στο τέλος του ταξιδιού
έστεκε ο θάνατος,
σ' αγκάλιασε σαν παλιόφιλος,
σε φίλησε,
κι' εσύ του χαμογέλασες,
κι' είπες πως τον περίμενες.
Γιατί ήξερες πατέρα,
πως η πυξίδα της ζωής
έχει για βόρειο πόλο
το θάνατο.

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος(απόσπασμα).

[Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο]:

΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
            Είναι καλό το φεγγάρι, ¾ δε θα φαίνεται
            που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
            θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
5          ΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου.

            ΄Οταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
            αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
            ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
            λησμονημένα λόγια ¾ δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

10         ΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου
            λίγο πιό κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
            ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
13         η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
            . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

33         Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
            μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
35         Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
            ΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου.

37         Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει ¾
            θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
            τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,
40         οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
            όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
            όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τα γόνατά της
43         ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.
            . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

215       ΄Αφησέ με νάρθω μαζί σου.

            Α, φεύγεις; Καληνύχτα. ΄Οχι, δε θάρθω.          Καληνύχτα.
            Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει
            να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
219       Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, ¾ όχι, όχι το φεγγάρι ¾
            την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
            την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
            την πολιτεία που όλους μας αντέχει στη          ράχη της
            με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
            με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, ¾
225       ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
            να μην ακούω πια τα βήματά σου
227       μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.
           
            (Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θάκρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", μόνο το πρώτο μέρος. Ο Νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. ΄Οταν θα φτάσει ακριβώς στον Αη-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, ¾ ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. ΄Ισως το μόνο ανάρμοστο νάναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: "Η παρακμή μιας εποχής". ΄Ετσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. ΄Οσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει).

Γιάννης Ρίτσος.


Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Οι δύο πέτρες.

Έχω μια πέτρα στο λαιμό μου, βράχο μεγάλο, πάνω του σκάβω λόγια, ονόματα τόπους. Χάρτες, διαδρομές.
Τρίβω, σπάω το αλάτι, βλέπω το χρώμα της αυγής, νιώθω το αγιάζι της νύχτας.
Έρχεται ο ήλιος  ανάβει  τη σκιά, με γυροφέρνει  κατά το κέφι του, άλλες φορές  με πιάνει από τα πόδια και με στριφογυρίζει χαχανίζοντας και γελώντας, άλλες πάλι  με αρπάζει από τα δυο μου χέρια, με σηκώνει ψηλά πάνω από το κεφάλι του -σαν να είναι ο παλαιστής Τζιμ Λόντος  και να εξασκείται στο αεροπλανικό κόλπο που τον έκανε διάσημο-με στροβιλίζει και με πετά  με πάταγο, με σκάει  με δύναμη στο χώμα, το πώς ζω ακόμα, το πώς δεν έχω τσακίσει, ένας Θεός το ξέρει. 
Αυτή η πέτρα είναι η υπομονή, είναι ο δρόμος  των υποχρεώσεων, της κατανόησης  και των συμβιβασμών, υπάρχει όμως  και μια άλλη πέτρα-στο λαιμό μου κι αυτή-  λιθάρι, αγκωνάρι, κεφάλι αγύριστο, δρόμος επικίνδυνος κακοτράχαλος που τον περπάτησα χωρίς συγκατάβαση, ελεύθερος, ανάποδος, αζάπης, πλάνος, μοναχός.
Σε αυτήν την πέτρα έρχεται τα μεσάνυχτα  ένα πουλί παράξενο, απόκοσμο, κάθεται σιωπηλό, δε λέει τίποτα και με το πρώτο φως της μέρας φεύγει, πετά μακριά. 
Του στήνω δίχτυ, του βάζω ξόβεργες, θηλιές, παγίδες, δεν πιάνεται.
Δυο πέτρες, μυλόπετρες, με αλέθουν, με στύβουν, με λιώνουν.
Θοδωρής Γκόνης
 Πηγή:protagon.gr

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

«Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς»

Χθες είδα πάλι στον ύπνο μου τον πατέρα. Καθόμασταν οι
δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο. Κάποιος μας
έφερε δυο ποτηράκια και κρασί. – Είσαι καλά; Του λέω.
- Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι. – Άντε, στην
υγειά σου, είπε. Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε
πάνω στο τραπέζι. – Δεν πίνεις; Ρώτησα. – Εσύ να πιεις,
απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω
 
 
 Γιάννης Βαρβέρης

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Προς την μητέρα μου.

Μάννα μου, εγώ ’μαι τ’ άμοιρο, το σκοτεινό τρυγόνι 
όπου το δέρνει ο άνεμος, βροχή που το πληγώνει.
Το δόλιο! όπου κι αν στραφεί κι απ όπου κι αν περάσει,
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί κλωνάρι να πλαγιάσει.

Εγώ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ’ αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό, σε θάλασσ’ αφρισμένη,
παλεύω με τα κύματα χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα πλην την ευχή σου μόνη.

Στην αγκαλιά σου τη γλυκειά, μανούλα μου, ν’ αράξω
μεσ’ στο βαθύ το πέλαγο αυτό πριχού βουλιάξω.

Μανούλα μου, ήθελα να πάω, να φύγω, να μισέψω
του ριζικού μου από μακρυά τη θύρα ν’ αγναντέψω.
Στο θλιβερό βασίλειο της Μοίρας να πατήσω,
κι εκεί να βρω τη μοίρα μου και να την ερωτήσω.

Να της ειπώ: είναι πολλά, σκληρά τα βάσανά μου,
ωσάν το δίχτυ που σφαλνά θάλασσα, φύκια κι άμμο.
Είναι κι η τύχη μου σκληρή, σαν την ψυχή τη μαύρη
π’ αρνήθηκε την Παναγιά κι οπ’ έλεος δεν θα ’βρει.

Κι εκείνη μ’ αποκρίθηκε κι εκείνη απελογήθη:
«Ήτο ανήλιαστη, άτυχε, η μέρα που ’γεννήθης·
άλλοι επήραν τον ανθό και συ τη ρίζα πήρες,
όντας σε έπλασ’ ο Θεός δεν είχε άλλες μοίρες».

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

"Το φως που καίει"

- Ελα δω, ραγιά, που σε διατάζω.
- Και ποιος είσαι του λόγου σου, που λες ραγιά. Ελα συ εδώ.
- Κύριός σου είμαι. Ομολογιούχος. Πέσε!
- Και για ποιόνε με πήρες; Για Ελληνικό Κράτος;
- Πού το βρήκες το Ελληνικό Κράτος; Εμείς οι ξένοι είμαστε κράτος.
Κράτη εν κράτει, ομολογιούχοι, Ούλεν, Πάουερ, διομολογήσεις, ετεροδικίες, "σύμβουλοι"...
- Κι από μένα τι ζητάς;
- Να πλερώσεις!
- Τι να πλερώσω; Δεν ξέρω τίποτα.
- Ξέραν οι πρόγονοί σου πριν από εκατόν τριάντα χρόνια... Εθνικοί άνδρες ήσαν, εθνικά δάνεια κάνανε χάρις σ' εμάς τους... φιλέλληνες!
- Ποια δάνεια; Τα πλερώσαμε δέκα φορές ως τώρα. Μας χρεώνατε χίλιες λίρες και μας δίνατε στο χέρι εκατό. Οχι μονάχα μια φορά. Πάντα! Τρεις το λάδι τρεις το ξύδι κι έξι το λαδόξυδο. Η προμήθεια, τ' ασφάλιστρα, τα χρεώλυτρα, οι μεσιτείες, οι προκαταβολές των τόκων τρώγανε τη μάννα. Μ' αυτά τα πρώτα δυό "εθνικά δάνεια" φέρατε την Ελλάδα στα "πρόθυρα της καταστροφής".
- Δε σηκώνω κουβέντες. Πλέρω και βιάζομαι...
- Να κάνεις τι;
- Αμ' το ξέρεις από άλλοτες και συ κι οι όμοιοί σου... Η τιμή είναι ανώτερη από κάθε αδυναμία... Μπορείς δε μπορείς, πρέπει να μείνεις τίμιος... Υπόγραψες, νεαρέ μου, και θα τα "κυλίσεις"!
- Και το αίμα που εμείς χύσαμε για σας; Είναι φτηνότερο από το δικό σας το χρυσάφι, που δε μας το δίνατε κιόλας; Για τη δικιά σας την αυτοκρατορία και τα δικά σας τα πετρέλαια και για τα δικά σας τα κεφάλαια χύσαμε το αίμα μας, στην Ουκρανία, στη Μικρά Ασία, στην Αφρική... Και στον τόπο μας! Τι ζητάτε τώρα από τους πεθαμένους;
- Πλέρω!
- Δεν έχω!
- Εχεις και παραέχεις. Οταν μπορείς να πετάς τα λεφτά σου από το παράθυρο, θα πει πως έχεις!
- Δε μούμεινε λάδι.
- Θα σφίξουμε λιγάκι το μάγγανο και θα βγάλεις. Θα βγάζεις, όσο και να σε στίβουμε. Κι όσο περισσότερο σε στίβουμε και βγάζεις, τόσο περισσότερο γίνεσαι άγγελος της ελευθερίας, διότι δεν σου μένει... κουκούτσι να νογάς τι σου γίνεται και τι σου μέλλεται...
- "Ουκ, αν λάβεις παρά του μη έχοντος".
- Θ' αγοράζεις ψωμί και θα το τρώω εγώ με τους εμμέσους φόρους. Πού θα μου πας; Και άκουσ' εδώ ένα πράγμα. Αν δεν βάζαμ' εμείς όλα μας τα δυνατά η δικιά σας η ολιγαρχία θα είχε εξαφανιστεί. Αυτή μας χρωστάει και την ύπαρξή σου!
- Τη δικιά μου;
- Και βέβαια! Από σένα θα πάρει για να δώσει σ' εμάς. Η μια ολιγαρχία στην άλλη... Ετσι γίνεται πάντα. Οι λαοί δίνουν και το αίμα και το χρήμα κι οι ολιγαρχίες παχαίνουν...
- Φεύγεις ή δε φεύγεις;
- Κουτέ. Οσο μακρύτερα φύγω, τόσο περισσότερο θα τρέχεις για να με πλερώσεις. Δούλε!...
 

Κώστας Βάρναλης

Πηγή:mpspeaking.blogspot.gr

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Ομορφονιός Aγάπησε…

Oμορφονιός αγάπησε όμορφη παντρεμένη
και εχαίρονταν στον έρωτα και στην γλυκιάν αγάπη.
Πλην πίκρα στη ξεφάντωση έμελλε να φυτρώσει.
O άνδρας ο βαριόμοιρος την προδοσιά λογιάζει
και παίρνει τους συντρόφους του και πάει να τους πλακώσει.
Ήβρε τους και ξεφάντωναν γλυκά στο μεσονύχτι
και είχανε στρώμα τη δροσιά και φωτερό τ' αστέρια.
O άνδρας την γυναίκα του αλύπητα σκοτώνει,
αιμάτωσε τα χέρια του στα στήθη που εφιλούσε.
Tον εραστήν επιάσανε οι 'πίλοιποι συντρόφοι
και ήφεραν άτι άγριο, βρεμένο μες στους λόγγους,
σαράντα το κρατούσανε τ' άλογο τ' αψιασμένο
και σαν θεριό χλιμίτριζε στα ζάλα που επατούσε.
Tον δόλιο τον ομορφονιό στ' άλογο τον εδέσαν
και έπειτα το βαρέσανε να φύγει, να μανίσει.
Για πέντε ημερόνυχτα τ' άλογο πορπατούσε,
δεν επορπάτιε, μα 'φευγε σαν του βουνού ξεφτέρι,
ποτάμια, λόγγους έσκισε και ράχες και λαγκάδια,
οι σάρκες ματωθήκανε του δόλιου καβελάρη.
Tου ήλιου στο βασίλεμα της πέμτης της ημέρας
το άλογο εγονάτισε και πέφτει αποθαμμένο,
και άψυχος τού κείτεται απάνου ο καβελάρης,
και άγρια πουλιά μαζώχτηκαν να φάνε τα κορμιά τους.
Διαβάτες επερνούσανε εκείνηνε την ώρα
"ελάτε να τον θάψουμε αυτόν τον πεθαμένο,
μην τόνε φάνε τα πουλιά και ημείς κριματιστούμε".
Kι εκεί οπού του λυούσανε τα έρημα δεσμά του,
ο νιος βαριαναστέναξε, ανοιγοκλεί τα χείλη.
Tον πήρανε, τον γιάτρεψαν απ' την κακοπορία,
και βασιλιάς εγίνηκε σ' εκείνα τα λημέρια,
και δέκα χρόνους έκαμε ασκέρια να μαζώνει,
τα μάζωξε, τα σύναξε, τα 'καμε οχτώ χιλιάδες
και επήγε να εγδικηθεί απάνου στους εχθρούς του.
Φλόγα σαρανταήμερη έκαψε τα χωριά τους,
το βρέφος δεν εγλύτωσε της μάνας στη γαστέρα,
και όσοι διαβάτες και αν περνούν απ' τα καημένα μέρη,
ποτέ δεν θα λογιάσουνε πως άνδρες λημεριάζαν,
μόνε πως λόγγοι ήτανε και φίδια εκατοικούσαν.
Πλην λίγο ο νιος εχάρηκε την γδίκηση που πήρε.
Γοργά και αυτός επάτησε στ' αχνάρια του θανάτου.
Στον άδην αγκαλιάστηκε με την αγαπητή του,
και ως το παιδί βαπτίζεται στην κρύα κολυμπήθρα,
έτζι τους δυο στην κόλαση φλόγα τους περιζώνει.


Τερτσέτης Γεώργιος                                                                                     (από το Mεταξύ Oνείρων και Oραμάτων, Eρμής 1999)    Πηγή:www.snhell.gr    

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Παραθέματα.

1. Ο άνθρωπος οφείλει να φυτέψει τουλάχιστον ένα δέντρο. Να γεννήσει τουλάχιστον ένα παιδί. Να γράψει τουλάχιστον ένα βιβλίο.
Έλλη Αλεξίου, Υπό εχεμύθειαν. Εκδόσεις «Σύγχρονη εποχή», 1976. 71.

2. Δε φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λεύτερος.
Επιτύμβια επιγραφή στην Τάπια Μαρτινέγκο, Ηράκλειο Κρήτης.

3. Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε. 
Αναφορά στον Γκρέκο. Αθήνα, 1961. 17.

4. Ποτέ οι Έλληνες δε δούλεψαν την τέχνη για την τέχνη· πάντα η ομορφιά είχε σκοπό να υπηρετήσει τη ζωή. Και τα σώματα τα ήθελαν οι αρχαίοι όμορφα και δυνατά, για να μπορούν να δεχτούν ισορροπημένο και γερό νου. Κι ακόμα, για να μπορούν –σκοπός ανώτατος– να υπερασπίσουν το άστυ. 
Αναφορά στον Γκρέκο, 1961. Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, 1981. 168-169.

5. Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ’ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις; 
Αναφορά στον Γκρέκο, 1961. Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, 1981. 347.

6. Ξέρω καλά πως ο θάνατος δε νικιέται· μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η νίκη, παρά ο αγώνας για τη Νίκη. Και ξέρω ακόμα ετούτο, το δυσκολότερο: δεν είναι ούτε ο αγώνας για τη Νίκη· η αξία του ανθρώπου είναι μια μονάχα, ετούτη: να ζει και να πεθαίνει παλικαρίσια και να μην καταδέχεται αμοιβή. Κι ακόμα ετούτο, το τρίτο, ακόμα πιο δύσκολο: η βεβαιότητα, πως δεν υπάρχει αμοιβή, να μη σου κόβει τα ήπατα παρά να σε γεμίζει χαρά, υπερηφάνια κι αντρεία. 
Αναφορά στον Γκρέκο, 1961. Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, 1981. 477.

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Το «Ημερολόγιο μιας εβδομάδας» του Πολυτεχνείου (Γ. Ρίτσος)

Αθήνα 16 Νοεμβρίου 1973
Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, – πως μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;

17 Νοεμβρίου
Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει: περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;

Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ' έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.

Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

ΚΑΛΑΜΟΣ 18 Νοεμβρίου
Ηλιόλουστη μέρα. Κάλαμος.
Η θάλασσα, σπουργίτια στον ελαιώνα
Κάλεσμα. Πρόκληση. Κάλλος. Μακρινή προδομένη μακαριότητα
α εσύ δραπέτη λιποτάκτη κρυμμένε ανάμεσα στ' αγάλματα, πίσω απ' τ' αγάλματα
μέσα στ' αγάλματα, αγάλματα κούφια χωρίς χέρια, χωρίς πέος, χωρίς αμπελόφυλλα
αρνήσου, αρνήσου, όχι να ξεχαστείς και να ξεχάσεις το δένδρο το πουλί το γαλάζιο
αμαρτία, αμαρτία, πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε εσείς, ο ίδιος ο έρωτας
κι ο έρωτας αμαρτία, Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα, παιδιά μας, τα παιδιά μας
πόσες γενιές παιδιά μας σε αδιαίρετο χρόνο χωρίς χρόνο
στα στάχυα και στα σύρματα στη γραφομηχανή, στον τηλεβόα
έρωτές μας, παιδιά μας,σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτές μας
Για τίποτε άλλο να μην έχουμε μάτια παρά μόνο για σας. Τιποτ' άλλο.
Ω! ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο
επάνω από δύο στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και σωπαίνω
βράχος, το μέγα κόκκινο, δεύτερη πόρτα, πέμπτη πόρτα κι η δωδέκατη κλεισμένη
χτύπημα της γροθιάς στον τοίχο χτύπημα της πέτρας στην πέτρα
-μ'ακούς; άκουσέ με, εγώ σ'ακούω,
δύο σιωπές κάνουν μια φωνή κι ένα μεγάλο τεντωμένο χέρι.


ΑΘΗΝΑ 19 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Με τους αγκώνες στηριγμένους στην ποίηση, με τα μάτια κλεισμένα στις παλάμες
ακούω τη φωτιά. Ανεβαίνει. Σκοτωμένοι επί τόπου μπροστά στο παράνομο μικρόφωνο
κι η φωνή τους ακόμα... - Αδέρφια, αδέρφια, πάνω απ΄το αίμα τους, με το αίμα τους
πάνω από την αγρυπνισμένη Αθήνα
Πώς μπορείτε λοιπόν; Πώς μπορείτε;

20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Μάζεψαν τα οδοφράγματα, πλύναν τα αίματα, τα μισά παιδιά πήγαν σχολείο
οι γυναίκες βγήκαν για ψώνια, στη γωνιά ένα καμένο αυτοκίνητο
πλύναν τα ρούχα τ' απλώσαν στις ταράτσες μυστικά-μυστικά μη φανούνε σαν άλλες σημαίες
κλειστά νοικοκυριά, το κρεμμύδι, η πατάτα, το λάδι
το αλάτι χυμένο στο δρόμο το ίδιο και τ' αλεύρι,
μες στο ψυγείο το κόκκινο πουλί μ' όλα του τα φτερά
Απ' το θάνατο αρχίζουμε - έτσι έλεγε- απ' το θάνατο αρχίζουμε πάλι
επάνω από τη μεγάλη γκρεμισμένη σκάλα
«τι να κάνουμε -είπε- να ξεχαστούμε; θα ξεχάσουμε πάλι;»
Σκεπασμένοι στην τρύπια κουβέρτα ως πάνω στα μάτια
λίγο λίγο θα βγάλεις το 'να πόδι δοκιμάζοντας τον αέρα τη σιωπή το σκοτάδι
αργότερα τα χέρια, τελευταίο το κεφάλι.
Απέναντι η καρέκλα, τα τσιγάρα τα σπίρτα και το φως κολλημένο στον τοίχο
μια τεράστια κίτρινη αφίσα
Ώρα μεγάλη! ώρα σκληρή! ώρα αδειασμένη απ' την δειλή μακροθυμία των στίχων
εδώ ό,τι πια θα πει θα 'ναι το αίμα
Ω! κακόφημη ζωή ληστεμένη

22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Αργά που μεγαλώνει το μαχαίρι, αυτός που σιωπεί
δεν είναι που δεν έχει τίποτα να πει
δεν είναι τα δώδεκα καρφιά στον τοίχο, η ακρίδα στο ποτήρι
είναι που περιμένει να ξεσφίξουν τα σαγόνια του.(2)

Γιάννης Ρίτσος Νοέμβριος 1973

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

'....Ο γαρ εάν σπείρη άνθρωπος,τούτο και θερίσει'

  • Αν σπείρεις εντιμότητα, θα θερίσεις εμπιστοσύνη.
  • Αν σπείρεις καλοσύνη, θα θερίσεις φίλους.
  • Αν σπείρεις ταπεινοφροσύνη, θα θερίσεις μεγαλείο.
  • Αν σπείρεις επιμονή, θα θερίσεις νίκη.
  • Αν σπείρεις στοχασμό, θα θερίσεις αρμονία.
  • Αν σπείρεις σκληρή δουλειά, θα θερίσεις επιτυχία.
  • Αν σπείρεις συγχώρηση, θα θερίσεις συμφιλίωση.
  • Αν σπείρεις ειλικρίνεια, θα θερίσεις καλές σχέσεις.
  • Αν σπείρεις υπομονή, θα θερίσεις βελτίωση.
  • Αν σπείρεις πίστη, θα θερίσεις θαύματα.
  • Αν σπείρεις ανεντιμότητα, θα θερίσεις δυσπιστία.
  • Αν σπείρεις εγωισμό, θα θερίσεις μοναξιά.
  • Αν σπείρεις περηφάνια, θα θερίσεις καταστροφή.
  • Αν σπείρεις ζήλια, θα θερίσεις ταλαιπωρία.
  • Αν σπείρεις οκνηρία, θα θερίσεις στασιμότητα.
  • Αν σπείρεις πικρία, θα θερίσεις απομόνωση.
  • Αν σπείρεις πλεονεξία, θα θερίσεις απώλεια.
  • Αν σπείρεις κακολογία, θα θερίσεις εχθρούς.
  • Αν σπείρεις στενοχώριες, θα θερίσεις ρυτίδες.
  • Αν σπείρεις αμαρτίες, θα θερίσεις ενοχές.
Πρόσεχε, λοιπόν, τι σπέρνεις τώρα. Αυτό θα καθορίσει τι θα θερίσεις αύριο. Οι σπόροι που σπέρνεις θα κάνουν τη ζωή χειρότερη ή καλύτερη, τη δική σου ζωή ή αυτών που θα έλθουν μετά.
Να είσαι βέβαιος ότι, κάποια μέρα, θα απολαύσεις τους καρπούς της εντιμότητας και της εκεραιότητάς σου ή θα πληρώσεις για τις εγωιστικές επιλογές που έσπειρες σήμερα.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Τι είναι η ζωή;

Σαν τι θαρρείς πως είναι η ζωή και λες
“εγώ θα την κερδίσω”!
Μα ποιο είναι το κέρδος να μας πεις
μήτε που ξέρεις
Αν ήξερες θα το΄βρισκες
χωρίς θυσίες…
Ενα χαμόγελο και ένα χάδι είν΄ η ζωή.
Η πρωϊνή καλημέρα του γείτονα
είναι η ζωή.
Το γκάστρωμα της γυναίκας
και το παιδί που θα γεννηθεί,
αυτό είναι η ζωή.
Το πρώτο του χαμόγελο,
η πρώτη του λεξούλα,
το πρώτο του δοντάκι.
Να αυτό,
σαν τι άλλο θαρρείς πως είναι η ζωή
και ψάχνεις απεγνωσμένα
ξοδεύοντας την ίδια τη ζωή,
για τη ζωή.
Το τσούγκρισμα δυο ποτηριών
με χέρια που δεν τρέμουνε
και που ο ήχος που αφήνουν τα ποτήρια
δεν δημιουργείται για να κρύψει
υστεροβουλίες.
Ενας περίπατος χέρι χέρι
με το αγαπημένο σου πρόσωπο,
το ηλιοβασίλεμα, ναι το ηλιοβασίλεμα,
γιατί χωρίς αυτό
πώς θα περιμέναμε να δούμε
μια καινούργια ανατολή.
Το χάδι της μάνας είναι ζωή.
Το γύρισμα του γιου από το στρατό,
από το πανεπιστήμιο,
το γύρισμα του γιου από το χωράφι
είναι ζωή.
Το μεγάλωμα των βυζιών της κόρης σου
που γίνεται γυναίκα.
Καμάρωσέ την,
δικό σου έργο είναι.
Τι άλλο θέλεις,
τι άλλο νομίζεις πως είναι η ζωή
και όλο ψάχνεις απεγνωσμένα.
Το χάδι της γυναίκας σου,
όταν το βράδυ πλαγιάζουν τα παιδιά
κάτω από το φρεσκοπλυμένο
και πεντακάθαρο σεντόνι,
δεν κοστολογείται.
Δεν πουλιέται,
άρα δεν αγοράζεται.
Μόνο καταχτιέται,
μόνο κερδίζεται.
Τόσο απλή είναι η ζωή.
Κι εσύ πελαγοδρομείς
και τη χάνεις,
αντικαθιστώντας τα όμορφα χαμόγελά της
με αναστεναγμούς.
Κοιτάζεις έναν απέραντο και όμορφο κάμπο
κι αντί να τρέξεις να τον χαρείς,
εσύ σκέφτεσαι πώς να τον κατακτήσεις,
πώς να τον κάνεις δικό σου.
Αφού και μόνο ο κήπος του σπιτιού σου
σε φτάνει! Αφού στο τέλος
μήτε κι αυτόν θα πάρεις
και το ξέρεις.
Το ξέρεις πως σου ανήκει γη
ίση με το ανάστημά σου,
και μάλιστα για λίγο.
Τόσο όσο το χώμα αυτής της γης,
που εσύ ήθελες να κατακτήσεις,
θα σε αφομοιώσει.
Πηγή: εφημερίδα της Καρδίτσας “Νέος Αγών”, 6-1-2011.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Με δυο φιλιά της μάνας μου, με χούφτα γη της γης μου...

Αντικαταστάσεις


Η μητέρα είχε ένα καλαμένιο πανέρι γεμάτο κουβαρίστρες, δαχτυλήθρες, βελόνες, κουμπιά, κρίκους, αγκράφες. Ήταν ένα σωστό περιβολάκι όπου περιδιάβαζαν τα όνειρα της μητέρας. Μια γαλάζια κλωστή άνοιγε ένα πορτάκι στον ουρανό. Επάνω σε μια πράσινη κλωστή περπάταγαν σα σκοινοβάτες φύλλα, παπαγαλάκια, μικρά παγόνια, ένα πουλί με κόκκινη ομπρέλα, μια αναίτια απογευματινή λύπη, ώσπου να φτάσουν με αλλεπάλληλα μικρά πηδήματα στο στρογγυλό τελάρο της μητέρας με το τεζαρισμένο ατλάζι. Εγώ αφαιρούσα κάθε μέρα ένα κομμάτι απ’ τα δέντρα, απ’ το φως, απ’ τον αέρα και τα πρόσθετα στο κέντημα της μητέρας. Ώσπου, σιγά σιγά, έγινε μια μυστική ανταλλαγή ανάμεσα στο σπίτι μας και στο ύπαιθρο. Τα έπιπλά μας δώσανε τη θέση τους σε πουλιά, πηγές, θάμνους. Έτσι, λίγο λίγο άδειασε και το ύπαιθρο απ’την πρασινάδα του και γέμισε καναπέδες, ντουλάπες, καθρέφτες και κουρτίνες. Ο πατέρας, φαίνεται, δεν πήρε είδηση, απ’ αυτή την αλλαγή, γιατί εξακολουθούσε να τινάζει τη στάχτη του τσιγάρου του μέσα σ’ένα κρίνο-δηλαδή στο ίδιο μέρος που ήταν άλλοτε το σταχτοδοχείο. Εγώ κι η μητέρα κοιταζόμαστε κρυφά και κουνούσαμε το κεφάλι μας χαμογελώντας. Τότε άρχισα κι εγώ να καπνίζω, για να κρύβω τα μάτια μου πίσω από τον καπνό. Αργότερα, ένα παιδί κρατούσε ένα ίδιο πανέρι και πουλούσε κεράσια. Αμέσως το αγάπησα. «Το καλάθι της μητέρας» του λέω. Αυτός με κοιτάει. Βγάζει και μου δίνει δυο κεράσια. Δεν είναι πια η μητέρα να κουνήσουμε μαζί το κεφάλι χαμογελώντας. «Ευχαριστώ», του λέω και του δίνω δυο δεκάρες. «Εγώ στα χάρισα- μου λέει. Δε θέλω πλερωμή». Μου πέταξε τις δεκάρες μπρος στα πόδια μου. Τις μάζεψα. Κρατώ τα κεράσια με τ’ αριστερό μου χέρι. Λέω τώρα να φυτέψω τα κουκούτσια τους μέσα σε δυο δαχτυλήθρες, στο πανέρι της μητέρας. Και βέβαια που θα φυτρώσουν δυο μικρές κερασιές στη θέση που κεντούσαν τα χέρια της. Και θα’ χουν την ίδια μακρόθυμη έκφρασή της. «Ευχαριστώ», του λέω ξανά. Επειδή τον αγαπούσα πολύ και δεν μπορούσα να θυμώσω.

Γ. Ρίτσος, Αρίοστος ο Προσεχτικός αφηγείται στιγμές του βίου του και του ύπνου του, σελ. 23-24, τ. 1ος

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

“Ποιος θα πληρώσει το χαράτσι;”

Εάν φονευθώσιν όλοι οι Έλληνες, ποίος θα πληρώνη το χαράτσι;»
Ιστορική φράση του Τούρκου αντιναυάρχου  Χασάν Γαζή πασά ή Τζεζαϊρλή.
Η ιστορία έχει ως εξής: Μετά τα Ορλωφικά και την αποχώρηση του Ρωσικού στόλου, οι Τούρκοι ήθελαν να εκδικηθούν τους Έλληνες που είχαν τολμήσει να ξεσηκωθούν. Τα μέλη της οθωμανικής κυβέρνησης (Διβάνι) πρότειναν για αντίποινα τη γενική σφαγή όλων των Ελλήνων, αδιακρίτως φύλου κι ηλικίας.
Όλοι συμφώνησαν εκτός από τον αρχιναύαρχο Χασάν Τζεζαϊρλή, ο οποίος κατόρθωσε τελικά να επιβάλει την άποψή του με το ακαταμάχητο επιχείρημα της παραπάνω φράσης.

Ο Τζεζαϊρλής δεν ήταν κανένας άγιος ούτε φιλέλλην. Το είδε όμως πολύ ορθολογικά όντας πανέξυπνος και ικανότατος (είχε ξεκινήσει από σκλάβος και κωπηλάτης).
Μεταγενέστερες πηγές υποπτεύονται ότι ο πασάς κράτησε αυτή τη στάση  επειδή είχε δωροδοκηθεί από πλούσιους Έλληνες της διασποράς (της Βενετίας μάλλον). Διόλου απίθανο, αλλά αυτό δεν μπορεί να αποδειχθεί.
Το γεγονός είναι ότι ο τύπος αυτός έσωσε τον Ελληνισμό από μια γενοκτονία. (Και  ένα φοβερό συνωστισμό!)

In a related story, ο Τζεζαϊρλής αργότερα στάλθηκε στην Πελοπόννησο  για να  αντιμετωπίσει 10.000 Αλβανούς, που με αφορμή επίσης τα Ορλωφικά, διέπρατταν φρικαλεότητες στην Πελοπόννησο.  Οι Αλβανοί, τους οποίους οι  ίδιοι οι Τούρκοι αρχικά είχαν εξαπολύσει κατά των Ελλήνων, επί εννέα χρόνια λεηλατούσαν, έκαιγαν, έσφαζαν, εξανδραπόδιζαν και πουλούσαν τους κατοίκους. Όταν οι Τούρκοι είδαν ότι η κατάσταση ήταν εντελώς εκτός ελέγχου και κινδύνευαν τα έσοδα και η εξουσία τους στην Πελοπόννησο, έστειλαν εκεί τον Τζεζαϊρλή με το στόλο.

Ο Τζεζαϊρλής τους εξόντωσε με τη βοήθεια Ελλήνων κλεφτών και  διέταξε να ανεγερθεί μπροστά από την ανατολική πλευρά της Τριπολιτσάς «πυραμίς εκ τεσσάρων χιλιάδων κεφαλών [Αλβανών]  προσκεκολλημένων δι’ άμμου και ασβέστου» με επιγραφή που απειλούσε με θάνατο αυτόν που θα τολμούσε να την γκρεμίσει.

Αργότερα ο πασάς αντιμετώπισε με ανάλογο τρόπο και τους Μανιάτες, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...

 Πηγή: Κωνσταντίνος Σάθας, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, 1869, εκδ. Κ.Καμαρινόπουλου, 1962

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Ελιά.

Το καλάμι κι η Ελιά

Μια φορά. γειτόνευαν η ελιά και το καλάμι. Η ελιά ήταν ένα μεγάλο καιδυνατό δέντρο. με πολλά κλαδιά. που κρατούσαν τα φύλλα τους όλη τη χρονιά και κάθε δυο χρόνια, έγερναν από το βάρος του καρπού.
Το καλάμί. πάλι. ήτανε ψηλόλιγνο με καταπράσινα στενόμακρα φύλλα, με ωραιότατα παράξενα λουλούδια που έμοιαζαν με τσαμπιά κι είχανε τα σχήμα του αδραχτιού.
Η ελιά καυχιόταν ολοένα:
-Τι είσαι συ. μπροστά μου; έλεγε στο καλάμι Εγώ είμαι ένα δέντρο μεγάλο. δυνατό, ευλογημένο. Οι άνθρωποι με λατρεύουν γιατί τους δίνω τις ελιές και το λάδι μου, τους δίνω ξερόκλαδα για να ζεσταίνονται. τους δίνω ξύλα για να φτιάχνουν ακριβά έπιπλα. Είμαι μεγάλη. ψηλή, γερή και συ είσαι ένα αδύναμο πραγματάκι. που λυγίζεις μπροστά σ' όλους τους ανέμους και τους προσκυνάς. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς έχεις την τόλμη να φυτρώνεις πλάι μου.
Το καημένο το καλάμι. που ήταν από φυσικού του ντροπαλό, τ άκουγε όλα αυτά και δεν έλεγε τίποτα κι ούτε και θύμωνε. γιατί αυτό δεν είχε να καυχηθεί για τίποτα.
'Ήρθε ένας χειμώνας όμως βαρύς κι άρχισε να φυσάει ένας αέρας δαιμονισμένος. που χτυπούσε με μανία την ελιά ώσπου στο τέλος. την ξερίζωσε. Το καλάμι, με το πρώτο φύσημα του ανέμου, έγειρε, λυγερό όπως ήτανε, προς το νερό κι έτσι ο άνεμος περνούσε από πάνω του χωρίς να το πειράξει. Κι όταν η καταιγίδα σταμάτησε κι ο άνεμος έπαψε να φυσάει, η ελιά απόμεινε πεσμένη στο χώμα και το καλάμι σηκώθηκε πάλι όρθιο και λυγερό, όπως και πριν. Βλέπετε, το καλάμι ήξερε να υποχωρεί εκεί που ένιωθε ότι δεν είχε δύναμη ν' αντισταθεί. ενώ η ελιά πλήρωσε με τη ζωή της την υπερηφάνειά της.

Παροιμίες

  • "Βάψε ελιά για τη ζωή σου και συκιά για το παιδί σου"
  • "Από το θέρο ως τις ελιές δεν απολείπουν οι δουλειές"
  • Αν δε σφίξεις την ελιά, δε βγάζει λάδι.
    (Όπως πρέπει να σφίξεις τις ελιές για να βγάλεις το λάδι, έτσι πρέπει να δουλέψεις σκληρά για να αποδώσει η δουλειά σου).
  • ’κουσες λάδι τρέχα, άκουσες στεφάνι φεύγα.
    (Στο λάδι (βάφτιση) αν πας δεν θα 'χεις έξοδα ενώ στο γάμο οι καλεσμένοι βάζουν χρήματα στο δίσκο ως δώρο για τους νιόπαντρους).
  • Όποιος έχει σιτάρι, κρασί και λάδι στο πιθάρι έχει του κόσμου τα καλά και του θεού τη χάρη.
    (Όποιος έχει αυτά τα τρία προϊόντα στο σπίτι του, είναι σαν να έχει απ' όλα, είναι πλούσιος).
  • Δεν τρώγεται ούτε με το λάδι ούτε με το ξύδι.
    (Είναι τόσο άσχημος χαρακτήρας που ό,τι και να κάνεις δεν μπορείς να τον συμπαθήσεις).
  • Δίχως λάδι, δίχως ξύδι πώς θα κάνουμε ταξίδι.
    (Δεν μπορεί να γίνει δουλειά αν δεν έχεις τα απαραίτητα εφόδια).
  • Κολοκύθια με το λάδι, κολοτούμπες το βράδυ.
    (Τα κολοκύθια δεν χορταίνουν).
  • Μου 'βγαλε το λάδι.
    (Με ξεθέωσε στη δουλειά).
  • Ξεφόρτωσέ τη την ελιά, να σε φορτώσει λάδι.
    (Αν κλαδέψεις την ελιά ,θα βγάλει πολύ λάδι).
  • Αυτός είναι σαν το νερό στο λάδι.
    (Είναι καθαρός, αθώος).
  • Ρίχνει λάδι στη φωτιά.
    (Με τα λόγια και τη στάση του, βοηθά να ανάψει ο καυγάς).
  • Όπως θα γεμίσει του Χριστού το τραπέζι, έτσι να γεμίσουν και τα δέντρα μας ελιές.
    (Χριστουγεννιάτικη ευχή).

Τραγούδια

1. Την ταπεινοσύνη και την εργατικότητα της ελιάς τη τραγούδησε ο ποιητής Ι. Πολέμης: "Ευλογημένο να 'ναι ελιά το χώμα που σε τρέφει
κι ευλογημένο το νερό που πίνεις απ' τα νέφη
κι ευλογημένος τρεις φορές αυτός που σ' έχει στείλει
για το λυχνάρι του φτωχού, για του άγιου το καντήλι"

2. "Πατρίδα τα λιοτρίβια σου
δουλεύουν νύχτα μέρα.
Με του λαδιού τη μυρωδιά
γεμίζουν τον αέρα.

ΚΙ ειν' οι ελιές, Πατρίδα μου
ακούραστες γριούλες.
Με τον καρπό τους τρέφουνε
παιδάκια και μανούλες.

Κι είν' οι ελιές, Πατρίδα μου
δέντρα ευλογημένα
που στέκονται στον άνεμο
με τα κλαδιά απλωμένα.

Η ξερή καρδιά της ελιάς

Οι αιωνόβιες ελιές, με τους τεράστιους ξερούς κορμούς, έγιναν αιτία να πλαστεί ένας μύθος στη Νάξο, που εξηγεί γιατί η ελιά έχει πάντα ξερή καρδιά…
Όταν σταυρώθηκε ο Χριστός και απλώθηκε η θλίψη στον κόσμο, μάδησαν τα φύλλα των δέντρων, ακόμη και οι βράχοι σχίστηκαν στα δύο. Μόνο η ελιά έμεινε έτσι όπως ήταν, χωρίς να πέσουν τα φύλλα της. Τα άλλα δέντρα πειράχτηκαν και ρώτησαν γιατί. Κι εκείνη τους απάντησε: «Εσάς σας πέσανε τα φύλλα μα φύλλα θα ξανακάνετε. Εμένα δεν πέσανε τα φύλλα, μα το ξέρει η καρδιά μου…». Γι' αυτό και η καρδιά της ελιάς είναι πάντα ξερή.

Το δάκρυ του Χριστού
(Κρητική λαϊκή παράδοση)

Τον καιρό που οι Εβραίοι κυνηγούσαν το Χριστό για να τον πιάσουν και να τον σταυρώσουν, βρέθηκε σε πολύ μεγάλη στεναχώρια. Ζητούσε ησυχία μα οι παράνομοι τον ακολουθούσαν. Όταν έφτασε σε μια ελιά, κάθισε από κάτω κι ακούμπησε το κεφάλι του στον κορμό της για να κοιμηθεί. Όμως ήταν αδύνατο να τον κολλήσει ύπνος. Τότε ξέσπασε σε δάκρυα που σα δροσοσταλιές έσταζαν στη ρίζα της και την πότιζαν. Ποτισμένη με τα δάκρυα του Χριστού είναι ευλογημένο δέντρο, γι' αυτό και βγάζει λάδι, που νοστιμίζει το φαγητό μας και δίνει φως στα κρεμασμένα καντήλια. Ρούφηξε τα ζεστά δάκρυα του Χριστού που έπεφταν από τα μάτια του αντικρίζοντας την ανθρώπινη αχαριστία. Πιο ευλογημένο δέντρο από την ελιά στον κόσμο δεν είναι άλλο.                                                                   Πηγή:http://19dim-chanion.chan.sch.gr/mythgr.htm

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Κωνσταντίνος Κουκίδης και Μανώλης Γλέζος - Τι συνέβη στην πραγματικότητα, με την ελληνική και την γερμανική σημαία, στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, τις πρώτες ημέρες της γερμανικής Κατοχής, το 1941;


Στις αρχές της γερμανικής Κατοχής, στην Ελλάδα, το 1941, δύο γεγονότα που φέρονται να συνέβησαν στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, σκόρπισαν ρίγη εθνικής υπερηφάνειας στους Έλληνες, ενώ έγιναν αντικείμενο διεθνούς θαυμασμού απ' όσους μάχονταν τον Άξονα.
Το πρώτο γεγονός που αναφέρεται, είναι η πτώση από την Ακρόπολη, στις 27 Απριλίου 1941, κάποιου ονόματι Κωνσταντίνου Κουκίδη (γράφεται και Κουκκίδης), ο οποίος εκτελώντας χρέη φρουρού της ελληνικής σημαίας, αρνήθηκε να την υποστείλει και να αναρτήσει στην θέση της την γερμανική με την σβάστικα. Ο Κώστας Κουκίδης φέρεται να τυλίχτηκε με την ελληνική σημαία και να πήδηξε από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, βρίσκοντας τραγικό θάνατο. Το δεύτερο γεγονός, αφορά την υποστολή της γερμανικής σημαίας από την Ακρόπολη, έναν περίπου μήνα αργότερα, στις 30 Μαΐου 1941, από τους Μανώλη Γλέζο και Απόστολο Σάντα.
Και οι δυο αυτές περιπτώσεις τόλμης, θάρρους και αυτοθυσίας, παρ' ότι φαίνεται να έχουν ίχνη αληθείας, εν τούτοις, είναι αμφίβολο αν ανταποκρίνονται 100% στην πραγματικότητα, καθώς υπάρχουν (ή δεν υπάρχουν) στοιχεία που δημιουργούν πολλά ερωτηματικά.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Πρώτον πολεμικόν ανακοινωθέν.

Πρωί 28ης Οκτωβρίου 1940.

    "Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουσιν από της 05:30 ώρας της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής Μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του Πατρίου εδάφους."

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Μοιρολόγι...

Μοιρολόγι-Νοέμβρης 1937
«Είναι θανάτοι που αφήνουνε μεγάλη πίκρα. Και σε κείνους που απομένουνε, μα το χειρότερο σε κείνον που φεύγει γιατί η πίκρα του ζωντανού έχει παρηγορημό, δίνει καί παίρνει ο νους του, μα η πίκρα του πεθαμένου δε σηκώνει μεταβολή, πετρώνει απάνω του. Κι όμως δεν έχεις το ελεύτερο όχι για χρόνια, όχι για ώρες, μα μηδέ για ένα λεφτό, ν’ αναστήσεις τον πεθαμένο σου, να του μιλήσεις, να τόνε καλοκαρδίσεις κι άμα τόνε καταφέρεις να σου χαμογελάσει, να του ξανακλείσεις τα μάτια του. Νά τονε ξέρεις πεθαμένο μα δίχως βαρυγκόμηση.
Λίγες μέρες είναι που ’χασα τον άντρα μου, και δε μπορώ να πω κανενός τον πόνο μου και θέλω ν’ αδειάσει πια το σπίτι από κάθε ξένο καί συγγενή, να μείνουνε μόνο τα παιδιά μου, και να τα στείλω κι αυτά στο σκολειό, να κλειδώσω την πόρτα και να τόνε κλάψω κουβεδιαστά. Παντρεφτήκαμε, από αγάπη καί ζήσαμε δεκατέσσερα χρόνια, χωρίς να πούμε ο ένας στον άλλο βαρύ λόγο. Ένα σπάνιο πράμα ήτανε, το πως εταιριάζαμε σε όλα μας, και στα παραμικρότερα είχαμε τις ίδιες ορέξες. Και γυρίσανε τα πράματα σε τέτοιο τρόπο, που την πρώτη φορά που έτυχε να πικραθούμε, χωριστήκαμε κιόλας, χωρίς να προφτάξωμε νά ξηγηθούμε.

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Κουράστηκες.

Ακούμε: δε θέλεις πια να δουλέψεις μαζί μας.
Γονάτισες,  δε μπορείς άλλο να τρέχεις.
Κουράστηκες, δε μπορείς πια να μαθαίνεις καινούργια.
Ξόφλησες: Κανείς δε μπορεί να σου ζητήσει να κάνεις πια τίποτα.
Μάθε λοιπόν: εμείς το ζητάμε.
Σαν κουραστείς κι αποκοιμηθείς κανείς δε θα σε ξυπνήσει πια να πει:
σήκω το φαΐ είναι έτοιμο.
Γιατί να υπάρχει έτοιμο φαΐ;
Σαν δεν μπορείς άλλο να τρέχεις,θα μείνεις ξαπλωμένος.
Κανείς δε θα σε ψάξει για να πει: “έγινε επανάσταση, τα εργοστάσια σε περιμένουν”.
Γιατί να ’χει γίνει επανάσταση;
Όταν πεθάνεις θα σε θάψουν,είτε φταις που πέθανες, είτε όχι.
Λες: πολύν καιρό αγωνίστηκες. δε μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς.
Άκου λοιπόν: είτε φταις, είτε όχι σαν δεν μπορείς άλλο να παλέψεις θα πεθάνεις.
Λες: πολύν καιρό ήλπιζες,δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις.Ήλπιζες τι;
Πώς ο αγώνας θαν’ εύκολος;
Δεν είν’ έτσι.Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες.
Είναι τέτοια που: αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο δεν έχουμε ελπίδα.
Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει θα χαθούμε.
Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε.
Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του, οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση.
Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη.

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Πηγή:wichsideareyouon.wordpress.com

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

Η αλήθεια...

« Γνωρίζω ανθρώπους που γεννήθηκαν με την αλήθεια στην κούνια τους , που δεν ξεγελάστηκαν ποτέ τους , που δεν τους χρειάστηκε να προχωρήσουν ούτε ένα βήμα σε ολόκληρη την ζωή τους , επειδή από τότε που ήταν ακόμα στις φασκιές είχαν κιόλας φτάσει. Ξέρουν ποιο είναι το καλό , πάντοτε το ήξεραν. Για τους άλλους έχουν την αυστηρότητα και την περιφρόνηση που τους δίνει η θριαμβευτική τους σιγουριά πως έχουν δίκιο. Δεν τους μοιάζω. Εμένα η αλήθεια δεν μου αποκαλύφθηκε στα βαφτίσια μου , δεν την βρήκα ούτε από τον πατέρα μου ούτε από την κοινωνική τάξη της οικογένειάς μου. Ότι έχω μάθει μου κόστισε ακριβά , ότι ξέρω το έχω με δικές μου δαπάνες . Δεν έχω ούτε και μία έστω βεβαιότητα που να μην την σχημάτισα μέσω της αμφιβολίας , του άγχους , του ιδρώτα , της οδυνηρής εμπειρίας. Έτσι νοιώθω σεβασμό γι αυτούς που δεν ξέρουν , γι αυτούς που ψάχνουν , που ψηλαφούν , που σκοντάφτουν. Για εκείνους που η αλήθεια τους είναι εύκολη , αυθόρμητη , αισθάνομαι βέβαια έναν κάποιο θαυμασμό , αλλά ομολογώ , πολύ λίγο ενδιαφέρον».

Λουί Αραγκόν


Πηγή:wichsideareyouon.wordpress.com