Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Ιδιοτέλεια...

Σήμερα βρέθηκα να κάνω ένα ταξίδι
Σε μέρη και πολιτείες που λάτρεψα
Σε τόπους όμορφους και ωραίους 
Όπου οι άνθρωποι δεν υποκρίνονται 
Όπου το κακό είναι μια λέξη απαγορευμένη 
Όπου αγαπάς και σ’ αγαπούνε 
Χωρίς ιδιοτέλεια 
Τελικά αυτή είναι η λέξη «κλειδί» για όλα 
ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑ 
Ιδιοτέλεια στην καθημερινότητα 
Που σε κατατρώγει μέχρι τέλος 
Ιδιοτέλεια στις σχέσεις σου με τους άλλους 
Που σε κάνει να απαρνηθείς 
Τον εαυτό σου και κείνους 
Ιδιοτέλεια και στην αγάπη 
Λέτε; Ίσως ……? 
Μα Όχι………. 
Δεν μπορεί να’ ναι έτσι η ζωή 
Τόσο σκληρή τόσο άδικη 
Η αγάπη σου να γίνεται σκαλοπάτι 
Για να φθάσει ο άλλος εκεί 
Που εσύ απαξιείς και μόνο τη ματιά 
Όμως παρασύρθηκα μ’ αυτή τη λέξη 
ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑ 
Σήμερα βρέθηκα να ταξιδεύω 
Σε μέρη και πολιτείες που λάτρεψα 
Που το καλό κυριαρχεί 
Και κάνει όλους τους ανθρώπους 
όμορφους και ωραίους 
γι’ αυτό που είναι στην πραγματικότητα 
και όχι γι’ αυτό που θα’ πρεπε να είναι 
που δίνεσαι ανιδιοτελώς 
χωρίς όρους και κανόνες 
που αγαπάς ανθρώπους που ζηλεύεις 
που δίνεις στους άλλους απλόχερα 
αυτά που θα’ θελες 
να σου τα προσφέρουν οι άλλοι 
ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΩΣ 
Και ξύπνησα 
και βρέθηκα πάλι στην πραγματικότητα
της ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑΣ 
Θεέ μου… 
Τι εφιάλτης ήταν αυτός 
Πως είναι δυνατόν 
Να ονειρεύομαι τέτοια πράγματα 
Ποιος μού δωσε το δικαίωμα 
Να κάνω όνειρα 
Χωρίς ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΑ 
Θεέ μου….. 
Παραλογίζομαι 
Πρέπει να προσγειωθώ στην πραγματικότητα 
Να ξεπηδήσω απ’ τ’ όνειρο 
Γιατί θα πληγωθώ ΘΑΝΑΣΙΜΑ

Πηγή:apostolos1963.blogspot.gr

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Ψωροκώσταινα.

«Ψωροκώσταινα» λέμε σήμερα, όταν θέλουμε να περιγράψουμε την ανέχεια και τη φτώχεια και ειδικότερα όταν θέλουμε να καταδείξουμε κάποιον ή κάτι ως τον «φτωχό συγγενή» ενός συνόλου, ή με άλλα λόγια τον «τελευταίο τροχό της αμάξης». Στις μέρες μας, συνήθως χρησιμοποιούμε απαξιωτικά αυτή τη λέξη όταν θέλουμε να περιγράψουμε μια κακόμοιρη, υποχωρητική, ανοργάνωτη, αδύναμη και φτωχή Ελλάδα της νεότερης ιστορίας.

Πόσοι όμως γνωρίζουν ότι η Ψωροκώσταινα, ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο της νεοελληνικής ιστορίας και μάλιστα μια ηρωική και αξιέπαινη γυναίκα στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 κι ότι αυτός ο χαρακτηρισμός την αδικεί, καθώς αφιέρωσε τη ζωή της στην υπηρεσία της πατρίδος;

Όταν το 1821 καταστράφηκε η πόλη των Κυδωνιών μετά από την αποτυχημένη επαναστατική κίνηση που επιχειρήθηκε, ο πληθυσμός της σφάχτηκε και το σύνολό του εγκατέλειψε την όμορφη πόλη με ντόπια ή ψαριανά καράβια. Στην χαλασιά αυτή κατάφερε να σωθεί η Πανωραία Χατζηκώστα, μια όμορφη αρχόντισσα με πολύ περιουσία. Κατά καλή της τύχη ένας ναύτης τη βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασαν σ” ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά. Τον άντρα της, τον Κώστα Αϊβαλιώτη, που ήταν πάμπλουτος έμπορος, και τα παιδιά της, τους έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι. Στα Ψαρά λοιπόν, πάνφτωχη και ολομόναχη, οι συντοπίτες της και κυρίως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος (δάσκαλος της Ακαδημίας των Κυδωνιών) την βοήθησαν και την προστάτεψαν.

Η Πανωραία σύντομα άφησε τα Ψαρά και πήγε στην πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο. Εκεί την ακολούθησε κι εγκαταστάθηκε και ο Λέσβιος. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, αφού ζούσε από τις υπηρεσίες τις οποίες προσφέρει στον δάσκαλο και φιλόσοφο Βενιαμίν Λέσβιο, ο οποίος παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει. Τον Αύγουστο του 1824 όμως, ο Λέσβιος πέθανε από τύφο. Από τότε για την Πανώρια άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Μόνη και άγνωστη, βγάζει το ψωμί της πότε κάνοντας τον αχθοφόρο, πότε την πλύστρα και πότε χάρη στην ελεημοσύνη όσων την συμπονούσαν.

Την περίοδο εκείνη η Επανάσταση δοκιμαζόταν από την επέλαση του Ιμπραήμ, ο οποίος εκτός από τις άλλες καταστροφές άφηνε στο πέρασμά του και εκατοντάδες αρφανά που συγκεντρώνονταν στο Ναύπλιο. Παρά τα προβλήματά της, η Πανώρια ζήτησε και πήρε υπό την προστασία της παιδιά ορφανά. Για να τα θρέψει περνούσε από σπίτι σε σπίτι και ζητιάνευε. Είχε παραμελήσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό της, που τα αλητάκια της παραλίας την πείραζαν και την φώναζαν Ψωροκώσταινα.

Το 1826 έγινε έρανος στο Ναύπλιο για να βοηθήσουν το μαχόμενο Μεσολόγγι. Έτσι μια Κυριακή, στήθηκε στη κεντρική πλατεία ένα τραπέζι και οι υπεύθυνοι του εράνου ζητούσαν από τους καταστραμμένους, πεινασμένους και χαροκαμένους Έλληνες να βάλουν πάλι το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τους μαχητές και τους αποκλεισμένους του Μεσολογγίου. Αλλά ποιος είχε και ποιος θα έδινε από αυτό το φτωχομάνι; Κανείς δεν πλησίαζε το τραπέζι, όλων τα σπίτια δύσκολα τα έφερναν πέρα. Τότε η φτωχότερη όλων, η χήρα Χατζηκώσταινα, η Πανωραία, έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι από το δάχτυλό της και ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της και τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής, λέγοντας «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

Ύστερα απ” αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της» κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Βροχή πέφταν πάνω στο τραπέζι λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η συνέχεια της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή απαθανατίστηκε «επίσημα» πλέον, με το παρατσούκλι «Ψωροκώσταινα».

Η πλύστρα Πανωραία όμως, δεν έδινε μόνο μαθήματα πατριωτισμού, αλλά και ανθρωπιάς, καθώς το ελάχιστο εισόδημά της το μοιραζόταν με ορφανά παιδιά αγωνιστών και όταν ο Καποδίστριας ίδρυσε ορφανοτροφείο προσφέρθηκε γριά πια και με σαλεμένο τον νου από τον πόνο και τις στερήσεις, να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά αμοιβή.

Και εκεί που άρχισε να χαίρεται για τα «παιδιά της» που είχαν βρει ρούχα και φαγητό, λίγους μήνες μετά τη λειτουργία του ιδρύματος η Πανώρια πέθανε. Οι επίσημοι δεν την τίμησαν. Την τίμησαν όμως με τον καλύτερο τρόπο τα παιδιά του ορφανοτροφείου, τα οποία μέσα σε λυγμούς την συνόδευσαν ως την τελευταία της κατοικία.

[Για το πώς η Ψωροκώσταινα έγινε «σύμβολο» υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, η οποία μάλλον οφείλεται στην αγάπη που έτρεφε ο απλός κόσμος για την Πανώρια. Σύμφωνα με αυτήν, η Ψωροκώσταινα, όπως την έλεγαν λόγω της φτώχειας της, ήταν σύζυγος αγωνιστή. Δεν είχε καμία βοήθεια από πουθενά και ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Κάποια στιγμή την είδε ο Καποδίστριας και της έδωσε κάτι. Τότε εκείνη, κατανοώντας το οικονομικό αδιέξοδο της χώρας, έδωσε στον κυβερνήτη όσα χρήματα είχε συγκεντρώσει. Ο Καποδίστριας συγκινήθηκε από τη χειρονομία και έδωσε εντολή να συνταξιοδοτηθεί.]

Πως όμως έγινε πανελλήνια γνωστό το παρατσούκλι της Πανωραίας;
Στην εποχή του Καποδίστρια σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος παρομοίασε το Ελληνικό Δημόσιο με την Ψωροκώσταινα. Ο συσχετισμός «άρεσε» και κάθε φορά που αναφερόντουσαν στο θέμα του Δημοσίου το ονόμαζαν «Ψωροκώσταινα». Λίγο αργότερα όταν ανέλαβαν την εξουσία οι Βαυαροί και διέλυσαν τα άτακτα στρατιωτικά τμήματα των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, η φράση «Τι να περιμένει κανείς από την Ψωροκώσταινα;» πέρασε στην ιστορία. Οι αγωνιστές αποκαλούσαν την αντιβασιλεία ειρωνικά «Ψωροκώσταινα» και οι Βαυαροί από την πλευρά τους όταν ήθελαν να απαντήσουν σε όσους ζητούσαν τη βοήθεια του κράτους για να συντηρηθούν έλεγαν περιφρονητικά: «Όλοι από την Ψωροκώσταινα ζητούν να ζήσουν». Το «παρατσούκλι» το οποίο απέδιδε με μοναδική ευστοχία την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας, από τότε και έως τις ημέρες μας αναφέρεται συχνά.
Μάλιστα το 1942, κατά τη συνεδρίαση της πρώτης Βουλής κάποιος βουλευτής χαρακτήρισε και πάλι την Ελλάδα Ψωροκώσταινα. Όλοι είχαν αποδεχθεί πλέον τον χαρακτηρισμό. Έναν περιφρονητικό χαρακτηρισμό τον οποίο έχουν αποδεχθεί και οι σημερινοί πολιτικοί. Χαρακτηρισμός, που όσοι γνωρίζουν την ιστορία, δεν τους θίγει, διότι η Ψωροκώσταινα θα έπρεπε να ονομαζόταν Λεβεντοκώσταινα.
Πηγές
students.ceid.upatras.gr/~akis (από ΝΕΑ) | igaiolos.blogspot.com | geocities.com/aeolis.geo | Λεξικό της Λαϊκής Σοφίας (Τ. Νατσούλη)
pare-dose.net

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

Χλεμούτσι - ο θρύλος του ανήλιαγου βασιλιά και ο θρύλος της νεράιδας.

ΕΝΑΣ «ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ» ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Ο πρώτος θρύλος, γνωστός ως θρύλος του βασιλιά Ανήλιαγου, διηγείται την ιστορία του βασιλιά της Παλαιόπολης ο οποίος ήταν καταδικασμένος να μην μπορεί να αντικρίσει το φως του ήλιου. Την ίδια εποχή στο κάστρο του Χλεμουτσίου υπήρχε η Ανήλιαγη που ζούσε κι αυτή μόνο στο σκοτάδι. Αφού και οι δύο ήταν υποχρεωμένοι να ακολουθούν έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής, ζώντας κατά την διάρκεια της ημέρας μόνο σε μέρη του κάστρου που δεν έφτανε το φως, αποφάσισαν τελικά να παντρευτούν και να μείνουν μαζί. Ο Ανήλιαγος όταν χρειαζόταν, κυκλοφορούσε από την Παλαιόπολη στο Χλεμούτσι μέσω μιας υπόγειας στοάς.
Η ακριβής τοποθεσία της εισόδου της στοάς παραμένει άγνωστη. Όμως όπως αναφέρει ο Α.Μπούτσικας στα «Φράγκικα μνημεία στην Ηλεία» οι γεροντότεροι στην περιοχή είχαν ακούσει για μια τρύπα που βρισκόταν σους ΝΔ πρόποδες της Ακρόπολης της Ήλιδας η οποία είχε λίγα σκαλοπάτια και επικοινωνούσε με το Χλεμούτσι με έναν υπόνομο. Ήταν ένα είδος υπόγειου δρόμου που σε ευθεία γραμμή δεν ξεπερνούσε τα 20 χιλιόμετρα. Μάλιστα στις αρχές του (20ου) αιώνα δυο αδέρφια από την Παλαιόπολη, ονομαζόμενοι Μητσιλέτοι, κατέβηκαν τα σκαλοπάτια για να δουν αν και προς τα πού συνεχιζόταν ο υπόνομος. Όπως αφηγήθηκαν μετά, συνάντησαν δυνατό κρύο και ισχυρό ρεύμα αέρα, ενώ κάποιο φανάρι που είχαν για οδηγό έσβησε. Έτσι αναγκάστηκαν να μην προχωρήσουν άλλο. Οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι το ίδιο αποτέλεσμα είχε και η είσοδος ενός παπά με τους δύο του γιους στον υπόνομο. Οι κάτοικοι σήμερα δεν γνωρίζουν την ακριβή τοποθεσία της στοάς, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν είναι παρά ένας μύθος χωρίς υπόσταση. Ομολογουμένως είναι εντυπωσιακή η «επιμονή» κάποιων ανυπόστατων μύθων που δεν θέλουν να περάσουν στη λήθη…
Η ιστορία του Ανήλιαγου δεν έχει ευχάριστο τέλος. Κάποτε τον πρόλαβε ο ήλιος πριν επιστρέψει στο κάστρο με αποτέλεσμα να πετρώσει. Η περίπτωση αυτή έχει μια προφανή ομοιότητα με τον γερμανικό μύθο για τους Νάνους όπως αναφέρεται στα «Ξωτικά» του Ν.Θεοδοσιάδη: Όταν δημιουργήθηκαν τα μαύρα ξωτικά Kabouters ήταν τόσο άσχημα που έπρεπε να ζουν σε σκοτεινά μέρη που δε θα μπορούσε κανείς να τα αντικρίσει. Ζούσαν κάτω από τη γη και επισκέπτονταν την επιφάνεια μόνο τις νύχτες. Αν κάποιο έμενε εκεί μετά το ξημέρωμα μεταμορφωνόταν σε πέτρα. («…Αχ, να φύγω μακριά! Μην τυχόν κι ο ήλιος βγει δεν τολμώ κι άλλο να μείνω. Τί κι αν είμαι ξωτικό, με μια ακτίνα του μπορεί αχ, μια πέτρα να απομείνω…»)


«…ΔΩΣ’ ΤΗ ΜΟΥ ΠΙΣΩ!»
Ο θρύλος της Νεράιδας Μάνας μιλάει για δυο νεράιδες οι οποίες βασίλευαν στα δυο μεγάλα κάστρα της περιοχής που βρίσκονταν στο Χλεμούτσι και στο Σανταμέρι. Οι δυο τους, αν και ήταν αδερφές, ήταν πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Γιατί η πρώτη ήταν νέα και όμορφη, όμως αυτό δεν ήταν αρκετό για να την κάνει ευτυχισμένη, καθώς η σκέψη πως δεν είχε παιδιά και ζούσε στο κάστρο μόνη, της έφερνε δυστυχία. Ενώ η δεύτερη μπορεί να ήταν πια γερασμένη και άσχημη, αλλά ζούσε στο δικό της κάστρο με τα παιδιά της, πράγμα που την έκανε να ξεχνά όλα τα υπόλοιπα και να είναι πιο ευτυχισμένη.
Η όμορφη νεράιδα επισκεπτόταν συχνά την αδερφή της, στο Σανταμέρι και πάντοτε της ζητούσε να της επιτρέψει να υιοθετήσει ένα από τα παιδιά της, για να μη νοιώθει τόσο μόνη. Κάποια μέρα κατάφερε να την πείσει και πήρε την μοναχοκόρη της αδερφής της στο κάστρο του Χλεμουτσίου. Από τότε όμως η συμπεριφορά της άλλαξε, η όμορφη νεράιδα σταμάτησε πλέον τις επισκέψεις στην αδερφή της, γιατί με την συντροφιά του νέου κοριτσιού, ήταν πια ευτυχισμένη και είχε ξεχάσει την αδερφή της. Όταν η άσχημη νεράιδα αποφάσισε να πάει στο κάστρο του Χλεμουτσίου για να ξαναδεί την κόρη της, που τόσο της είχε λείψει, άκουσε από μέσα χαρούμενες φωνές. Ένοιωσε χαρά, γιατί όπως φαινόταν η κόρη της ζούσε ευτυχισμένη στο νέο της σπίτι και αμέσως χτύπησε την πόρτα για να μπει μέσα και να την δει. Όμως οι τεράστιες σιδερένιες πόρτες του κάστρου παρέμεναν κλειστές και όσο και αν χτυπούσε και φώναζε κανείς δεν την άκουγε ή δεν της έδιναν σημασία. Οργισμένη από αυτή την συμπεριφορά και την αχαριστία της αδερφής της γύρισε στο κάστρο της. Αλλά από τότε πηγαίνει συχνά στο Χλεμούτσι. Όμως ποτέ κανείς από το κάστρο δεν ακούει τις φωνές της και τα τραγούδια που πάντα ακούγονται από μέσα την εξοργίζουν περισσότερο. Τότε αυτή τραβώντας τα μαλλιά της και σκίζοντας τα ρούχα της προκαλεί θάνατο και καταιγίδες, στοιχειώνοντας τον τόπο…




Πηγή:idiotikasympanta.blogspot.gr

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Αργοπεθαίνει όποιος ...

Aργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.
αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια, που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.
αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.
αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.
αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.
αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει. αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής. μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας
………………………
Το ποίημα Muere lentamente (Αργοπεθαίνει όποιος…) αποδίδεται λανθασμέναστον Πάμπλο Νερούδα. H δημιουργός του είναι η Martha Medeiros μια βραζιλιάνα συγγραφέας 
Η ανακοίνωση από το Ίδρυμα Πάμπλο Νερούδα (http://www.fundacionneruda.org) όπου αναφέρεται στο συγκεκριμένο (αλλά κι ακόμη 2 ποιήματα)

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Οι τρεις αλήθειες.

Πρώτη αλήθεια

Αυτό που είναι, είναι.

Η πραγματικότητα δεν είναι όπως με συμφέρει εμένα να είναι.
Δεν είναι όπως θα έπρεπε να είναι.
Δεν είναι όπως μου είπαν ότι θα είναι.
Δεν είναι όπως ήταν.
Η πραγματικότητα γύρω μου είναι όπως είναι.
Η αλλαγή μπορεί να έρθει μόνο όταν έχουμε συναίσθηση της παρούσας κατάστασης.
Εγώ είμαι αυτός που είμαι.
Δεν είμαι αυτός που θα ήθελα να είμαι.
Δεν είμαι αυτός που θα έπρεπε να είμαι.
Δεν είμαι αυτός που η μαμά μου θα ήθελε να είμαι.
Δεν είμαι καν αυτός που ήμουν.
Είμαι αυτός που είμαι.
Όλες οι νευρώσεις ξεκινούν από τη στιγμή που προσπαθούμε να είμαστε αυτό που δεν είμαστε.
Εσύ είσαι όπως είσαι.
Εσύ δεν είσαι όπως χρειάζομαι να είσαι.
Εσύ δεν είσαι όπως ήσουν.
Εσύ δεν είσαι όπως συμφέρει εμένα να είσαι.
Εσύ δεν είσαι όπως θέλω εγώ να είσαι.
Εσύ είσαι όπως είσαι.
Ο ορισμός μιας ώριμης και αληθινής σχέσης είναι η ανιδιοτελή προσπάθεια να δημιουργείς χώρο στον άλλον, ώστε να μπορεί να είναι όπως είναι.
Δεύτερη αλήθεια

Τίποτα καλό δεν είναι δωρεάν.

Αν επιθυμώ κάτι που είναι καλό για ‘μένα, θα όφειλα να ξέρω ότι θα πληρώσω κάποιο αντίτιμο γι’ αυτό.
Οπωσδήποτε αυτή η πληρωμή δεν είναι πάντα χρηματική (αν χρειάζονταν μόνο τα χρήματα, θα ήταν τόσο εύκολο!). Το αντίτιμο είναι κάποιες φορές υψηλό κι άλλες φορές πολύ χαμηλό, αλλά πάντα υπάρχει. Γιατί τίποτα καλό δεν είναι δωρεάν.
Αν οι γύρω μου μου προσφέρουν κάτι, αν μου συμβαίνει κάτι καλό, αν ζω καταστάσεις ευχάριστες και απολαυστικές, είναι επειδή τις έχω κερδίσει. Τις έχω πληρώσει, τις αξίζω.
Μόνο για να προετοιμάσω τους απαισίοδοξους και για να αποθαρρύνω τους καιροσκόπους, θέλω να ξεκαθαρίσω ότι η πληρωμή γίνεται πάντα προκαταβολικά: το καλό που ζω το έχω ήδη πληρώσει. Πληρωμή με δόσεις, δε γίνεται.)
Τρίτη αλήθεια

Είναι αλήθεια ότι κανείς δε μπορεί να κάνει πάντα αυτό που θέλει, αλλά ο καθένας μπορεί να ΜΗΝ κάνει ΠΟΤΕ αυτό που ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ.

Ποτέ να μην κάνω αυτό που δεν θέλω.
Αν είμαι ενήλικος, κανείς δε μπορεί να με αναγκάσει να κάνω κάτι που δεν θέλω. Αρκεί να καταφέρω να απαλλαγώ απ’ την ανάγκη μου να βλέπω κάποιους να με επικροτούν, να με χειροκροτούν, να με αγαπούν.
Το να μάθει κανείς να ζεί σύμφωνα με αυτή την αλήθεια, δεν είναι εύκολο πράγμα. Και κυρίως, δεν είναι δωρεάν.
(Τίποτα καλό δεν είναι δωρεάν κι αυτό είναι κάτι καλό).
Το κόστος είναι ότι όταν κάποιος τολμάει να πει ”όχι” αρχίζει να ανακαλύπτει κάποιες άγνωστες πλευρές των φίλων του: το σβέρκο, την πλάτη και όλα τα σημεία που γίνοντα ορατά μόνο όταν ο άλλος φεύγει.

Χόρχε Μπουκάι


Πηγή:olympia.gr

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Θέλω - Μπουκάι

Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις
Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές
Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις
Θέλω τη βοήθειά σου, κι όχι ν΄ αποφασίζεις για μένα
Θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις
Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σε μένα
Θέλω να μ΄ αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ
Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις
Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι
Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα
Θέλω να πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις
Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σ΄ενοχλούν
Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις
Θέλω να ξέρεις…πως σήμερα μπορείς
να βασίζεσαι πάνω μου…
Χωρίς όρους.
-----------------------------

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Άκου ανθρωπάκο!!!

ΔΕN Σ’ΑΓΑΠΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ, ΣΕ ΠΕΡΙΦΡΟΝΟΥΝ, ΕΠΕΙΔΗ ΠΕΡΙΦΡΟΝΕΙΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ.
Σε ξέρουν απ’ έξω κι ανακατωτά.
Γνωρίζουν τις χειρότερες αδυναμίες σου, όπως θα έπρεπε να τις γνωρίζεις εσύ.

Σε θυσίασαν σ ʼ ένα σύμβολο κι εσύ τους έδωσες τη δύναμη να σ ʼ εξουσιάζουν.
Εσύ ο ίδιος τους αναγόρευσες αφεντικά σου και συνεχίζεις να τους στηρίζεις, παρόλο που πέταξαν τις μάσκες τους.
Στο είπαν κατάμουτρα: “Είσαι και θα είσαι πάντα κατώτερος, ανίκανος να αναλάβεις την παραμικρή ευθύνη”.
 Κι εσύ τους αποκαλείς καθοδηγητές και σωτήρες και φωνάζεις “ζήτω, ζήτω”.

ΣΕ ΦΟΒΑΜΑΙ ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ. ΣΕ ΤΡΕΜΩ, ΕΠΕΙΔΗ ΑΠΟ ΣΕΝΑ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ.
Σε φοβάμαι επειδή το κυριότερο μέλημα σου στη ζωή είναι να δραπετεύεις από τον εαυτό σου. Είσαι άρρωστος, ανθρωπάκο, άρρωστος βαριά.
Δε φταις εσύ γιʼ αυτό, μα έχεις υποχρέωση να γιατρευτείς.
 Θα ʽχες από καιρό αποτινάξει τα δεσμά σου, αν δεν ενθάρρυνες ο ίδιος την καταπίεση και δεν τη στήριζες άμεσα με τις πράξεις σου.
ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ ΓΙΑΤΙ ΓΕΛΟΥΝ ΜΑΖΙ ΣΟΥ, ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ: επειδή σε παίρνω στα σοβαρά, πολύ στα σοβαρά.
Το σκεπτικό σου πάντα χάνει την ουσία.
 Μου θυμίζεις δεινό σκοπευτή που σκόπιμα χάνει το κέντρο του στόχου, από καπρίτσιο. Διαφωνείς; Θα σου το αποδείξω.
Αν η σκέψη σου επικεντρωνόταν στην ουσία, θα ‘χες γίνει κύριος της ζωής σου από καιρό.

 Απόσπασμα από το βιβλίο του Βίλχεμ Ράιχ, Άκου ανθρωπάκο, εκδόσεις Αποσπερίτης.

Πηγή:mantoudi.blogspot.gr

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

«Προς άπασας τας Αρχάς του Κράτους, Νομάρχας και Δημάρχας»! Εκπληκτική διαταγή Υπενωμοτάρχη από το 1883!

Διαβάστε την Αστυνομική εγκύκλιο-διαταγή που εξέδωσε ο  Αστυνομικός Διοικητής της Δημητσάνας την 3/12/1883, ο Υπενωμοτάρχης Εμμανουήλ Λαγουδάκης:
Προς άπασας τας Αρχάς του Κράτους, Νομάρχας και Δημάρχας της υπ’εμέ Αστυνομικής Περιφερείας, της πόλεως Δημητσάνας.
ΑΡΘΡΟΝ 1ον Παρακαλούνται πάντες και πάσαι όπως μεθαύριο, Πέμπτην 6ην Δεκεμβρίου 1883, κατά την πανηγυρικήν εορτήν του Αγίου Νικολάου και επί τη εσχάτη ευκαιρία της συγκεντρώσεως των ξένων, οι κάτοικοι της δικαιοδοσίας μου εκτελέσωσι γενικήν καθαριότητα των δρόμων της εγχωρίου ταύτης πόλεως.
ΑΡΘΡΟΝ 2ον Να ενώσωσι δια στερεών αλύσεων τους κύνας και τους σκύλους και άπαντα τα κακοποιά στοιχεία τα δυνάμενα να προσβάλλουν την εχγωρίαν αιδώ.
ΑΡΘΡΟΝ 3ον Να θέσωσι φίμωτρα ανά τα στόματα των φωνασκούντων εμψύχων ζώων και πτηνών, διαφόρων καταγωγών, γένους και φύσεως ή και ανθρωπογύναικων, ακαταλλήλων συμπεριφοράς εις ξένους κατά την υπερτελούμενην ενταύθα πανήγυριν.
ΑΡΘΡΟΝ 4ον Να εμποδισθούν βία το γκάρισμα των όνων και των μουλαριών, το χλιμίντρισμα των ίππων και των γαλών, δηλαδή των κατσουλιών.
ΑΡΘΡΟΝ 5ον Θα τους πεθάνω δι’άρθρων. Τι νομίζουν πώς είναι οι αυγοπώλαι, καπνοπώλαι, οινοπώλαι, λαχανοπώλαι, μη εξαιρουμένων και των γνωστών εν γένει εμπορευομένων. Να τηρήσουν άκραν καθαριότητα, καλήν ζύγισιν, αρίστην ποιότητα και σκευάζουν δικαιοστάσιον των ζυγαριών των, των σταθμών των και των μέτρων των, προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Οι παραβάται του διατάγματος τούτου τιμωρηθήσονται κατά το άρθρον 5 της Αστυνομικής ταύτης διατάξεως και του άρθρου 72 του Ποινικού Νόμου Περί Βλάβης Ηθών και Τιμής.
ΑΡΘΡΟΝ 6ον Απαγορεύεται το πλύσιμο τη θαλάσση. Επίσης η είσοδος αμφοτέρων των γενών και ουδετέρων εις θερμούς λουτήρας καθ’όλην την διάρκεια της εορτής. Ωσαύτως η διανυκτέρευσις και μετάβασις προς ρεμβασμόν εις τους πρόποδας της θαλάσσης, παρά τας θάλασσας, αμφοτέρων των γενών, προς αποφυγήν ακουσίου απαγωγής μεταξύ των.
horofylaki
ΑΡΘΡΟΝ 7ον Όσοι παρ’εμού αφθώσιν και των οργάνων μου συλλαβούντες άρρενες μετά θηλέων, θέλουσι ραβδισθεί ανελλιπώς εν τω κρατητηρίω.
ΑΡΘΡΟΝ 8ον Απαγορεύεται η διέλευσις ανθρώπων επί κτηνών προς αποφυγήν καταπατήσεων παίδων, ως και υπό βατήρος ελεύνοντος προ των κτηνών και ως λόγου χάριν είδον ο υποφαινόμενος άρρενα σπεύδων ψιτ ψιτ ψιτ όπισθεν θήλεου τινός, οι πόδες ηστόχησαν και δεν πάτησαν την εσθήτα του ποδός ταύτης, και ας είναι και άλλην ημέραν θα τιμωρηθώσι δια το σπουδαίον τούτο ζήτημα. Και δια να είμεθα εντός τάξεως οι παραβάται θα διώκονται βάσει του άρθρου 1072 του Ποινικού Νόμου.
ΑΡΘΡΟΝ 9ον Το κλείσιμον των καταστημάτων κανονίζω, πλην των λεσχών, την δύσιν του ηλίου και των οινοπωλείων την ενδεκάτην της νυκτός, των δε θεαμάτων την δωδεκάτην μεσονύκτιον πλην του δημοσίου θεάματος της καραγκιοζαρίας την πρωίαν περί το λυκαυγές αμά τη εμφανίσει του ηλίου εις την γην αβδηρίτων κοινοτήτων. Και αυτό διότι θα παρίσταται ο υποφαινόμενος εν τη μεγάλη στολή και παρασημοφορία.
ΑΡΘΡΟΝ 10ον Απαγορεύονται αι σεισμικαί δονήσεις προς αποφυγήν καταπλήξεως του κοινού και του λαού και χάριν της τηρήσεως αναψυχής.
ΑΡΘΡΟΝ 11ον Απαγορεύεται ενώπιον ξένων η μαγκουροφορία, ο πυροβολισμός, το απότομον βήξιμον, η εκκαθάρισις της ρινός (τούτου επιτρεπομένου εν απομακρυσμένη συνοικία και περί λύχνον αφάς, όπως λέγανε οι παππούδες μας).
ΑΡΘΡΟΝ 12ον Απαγορεύεται το συνομιλείν εντός του λουτήρος με άτομα εις άλλους λουτήρας, ως και το τάραγμα του ύδατος δι’αερίων αφεδρωνοκρουσιών.
ΑΡΘΡΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΝ Περί την μεσημβρίαν ψαλήσσεται μεγάλη παράκλησις προς απομάκρυνσιν πάσης ασθενείας ζώων, ανθρώπων, γυναικών, περονόσπορου, ποδάγρας κλπ. Η εκτέλεσις της παρούσης ανατίθεται εις τα υπ’εμέ όργανα.

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Μια βόλτα με τον πατέρα μου

Πολλά χρονιά πριν, όταν οι γειτονιές μύριζαν βασιλικό και δυόσμο, όταν τις Κυριακές μετά την εκκλησία σε περίμενε το Κυριακάτικο τραπέζι, τότε που οι φωνές των παιδιών ήταν χαρούμενες ακόμη, τότε που όλα ήταν διαφορετικά, τα χρώματα, οι μυρωδιές, η οικογένεια, οι άνθρωποι...
Καιρός πάει που έφυγε ο πατέρας μα ακούω ακόμα τα βαριά του βήματα από την άκρη του δρόμου να έρχεται κουρασμένος απ'την δουλειά...
Καιρός πάει που έφυγε, αλλά ακόμα ακούω τα λόγια του...
Παιδί μου να προχώρα όρθιος ως το τέλος (ήταν ήρωας πολέμου με τρία παράσημα ανδρείας).....αυτά βέβαια πότε δεν μέτρησαν, το μεγαλύτερο παράσημο του ήταν όπως έλεγε, τα παιδιά του...
Γιε μου να ξέρεις ότι δεν μπορώ να σου δώσω τίποτα παρά μονό ένα καλό και καθαρό όνομα...
Καιρός πάει που έφυγε και θυμάμαι να πίνει καφέ ώρες ολάκερες με την Μανά μου και να σωζότανε, αυτοί οι δυο έκαναν την καλύτερη παρέα...μια φορά τον ρώτησα: αλήθεια ρε πατέρα, τι λέτε τόσες ώρες μαζί? μου είπε κάτι που με πήρε χρόνια να το καταλάβω, όταν διάβασα ένα χαρτί, κάτι σαν διαθήκη......δεν είχε τίποτα να αφήσει παρά ένα σπιτάκι και αυτό με δάνειο απ'τον ΟΕΚ,το άφηνε στην μάνα μας...και κατέληγε στο τέλος: Επιθυμώ και παρακαλώ τα παιδιά μου να περιοριστούν στην νόμιμη και μονό μοίρα τους και όσο θα ζει η Μάνα τους,να την αγαπούν, να την σέβονται και να την προστατεύουν όταν θα έχει ανάγκη προστασίας (16 του Νοέμβρη 1978)
Με πήρε πολλά χρόνια να καταλάβω πως μου είπε ότι : Το πιο σημαντικό έργο που κάνει ένας πατέρας για τα παιδιά του, είναι να αγαπαει την μάνα τους.!!!!
Δεν με χτύπησε ποτές, μου λεγε ότι "αυτός που έχει δύναμη, δεν υψώνει την φωνή, ούτε και το χέρι....(για αυτό όλο το ξύλο το έτρωγα απ'την μάνα μου)...
Ήταν στρατιώτης δέκα χρονια, Αλβανια, Μεση Ανατολη, Ριμινι... δεν ζήτησε τιποτα, μου έλεγε να "μην έχω υποχρέωση σε κανέναν"...
Μου έμαθε ποδήλατο, μου έλεγε ότι για να μάθω ποδήλατο, πρεπει να ξέρω ισορροπία, θα σου χρειαστεί η ισορροπία γιε μου,στην ζωή...
Καιρός πάει που εφυγε, δεν μιλαγε πολυ, μα δάκρυζε... κάποιος αργότερα έγραψε ότι "Λόγια είναι τα δάκρυα".....
Έγινα πατερας, εγινα παππούς....αν με ρωτούσε κάποιος τι θα ήθελα σαν δώρο πιο πολύ στην ζωή μου,θα του απαντούσα: Mια βόλτα με τον πατέρα μου στην θάλασσα, ενα ήσυχο καφενειο, δυο καφέδες και να κοιταζόμαστε στα ματιά... α ρε ΠΑΤΕΡΑ....
~ Χάρης Ανεμούδης
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Όπου και αν γυρίσεις... θεοί, μύθοι, ήρωες. Μια ιστορία για την Ελλάδα»


 «Θεοί, μύθοι, ήρωες»
             Έτσι ξεκινάει το φιλμ με τίτλο «Gods, Myths, Heroes», παραγωγής του ΕΟΤ, το οποίο οπτικοποιεί όλη την επικοινωνία για το 2015. Κάθε ελληνικός προορισμός είναι τόπος γέννησης ενός αρχαίου θεού, κάθε μέρος στην Ελλάδα κρύβει έναν μύθο, μία μαγική ιστορία, την ενέργεια που είναι ακόμη και σήμερα ζωντανή, είπε η υπουργός Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη κατά την παρουσίαση του βίντεο.
             Σοφία, λάμψη, ελευθερία, γνώση, ομορφιά, καθαριότητα είναι μερικές από τις λέξεις που χρησιμοποιούνται από τον αφηγητή Don Morgan Nielsen για να περιγραφεί η χώρα μας. Τα ελληνικά νησιά και το απέραντο γαλάζιο δεν θα μπορούσαν φυσικά να λείπουν από το βίντεο. 
            «Αν και πριν την επισκεφθώ διάβασα τα πάντα για τον πολιτισμό της, δεν ήμουν προετοιμασμένος για το φως. Πόσο διαφορετικό και πόσο πιο καθαρό από κάθε άλλη χώρα... Το φως της Ελλάδας μού άνοιξε τα μάτια. Στην Ελλάδα το φως παίρνει άλλη διάσταση», λέει στην αρχή της ιστορίας του ο Don Morgan Nielsen, για να τονίσει στη συνέχεια: «Ελλάδα: Ένα μέρος τόσο διαφορετικό, τόσο μοναδικό, τόσο ξεχωριστό». «Η Ελλάδα μού έδωσε αυτό το δώρο, να κρατώ τη στιγμή και να χαίρομαι τη ζωή», καταλήγει ο αφηγητής.  Ας την ανακαλύψουμε μέσα από ένα δωδεκάλεπτο, εκπληκτικό, γεμάτο λάμψη βίντεο...
                  http://youtu.be/4ab-yQYnOOs -- πατήστε εδώ!
             Στην ομιλία της στο World Travel Market η υπουργός Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη τόνισε ότι η Ελλάδα αποτελεί ένα ιδιαίτερα ισχυρό, παγκόσμια αναγνωρισμένο brand name, επισημαίνοντας τη διαχρονικότητα και την κλασικότητα του ελληνικού τουρισμού και επεσήμανε τις θεματικές ενότητες που αναπτύσσονται με στόχο να καλύψουν τα ενδιαφέροντα του σύγχρονου και επιλεκτικού επισκέπτη.
            «Στην επικοινωνιακή στρατηγική, κρατάμε όλα τα βασικά χαρακτηριστικά που μας καθιέρωσαν ως παγκόσμιο τουριστικό προορισμό και σήμερα επιλέγουμε να αναδείξουμε πρόσθετα στοιχεία και δυνατότητες που έχει ο τόπος μας», ανέφερε η κα Κεφαλογιάννη. «Κάθε τόπος στη χώρα μας κρύβει έναν μύθο, μία μαγική ιστορία, η ενέργεια της οποίας είναι ζωντανή μέχρι σήμερα», υπογράμμισε.

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

“Η Ιστορία ενός Ανθρώπου” του Σπύρου Αραβανή


Ηταν ένας άνθρωπος που περπατούσε πάντοτε σκυμμένος μέρες, μήνες, χρόνια..
 «Πιστεύεις στο Θεό;»... τον ρώτησαν κάποτε.
«Όσο αυτός σε μένα»απάντησε και δεν τον ξαναενόχλησε κανείς...
«Χρωστάς ένα ποίημα»του είπε η Ζωή ένα βράδυ.
«Γερνάω λέξεις»απάντησε και δεν τον ξαναενόχλησε ποτέ...
 «Γιατί δεν με βλέπεις;»τον προκάλεσε κάποια φορά ο Έρωτας.
«Είσαι τυφλός»απάντησε και δεν τον ξαναενόχλησε καθόλου....
«Θέλεις να παίξουμε;»του ζήτησε μια μέρα ο Θάνατος.
«Δεν έχω χρόνο»απάντησε και δεν τον ξαναενόχλησε κατόπιν....
 Κάποια μέρα έφθασε σε ένα πανδοχείο.Ζήτησε δωμάτιο.Η ξενοδόχος απόρησε:
-Κύριε, φαίνεστε τόσο κουρασμένος και ταλαίπωρος!
Από πού έρχεστε;
-Έρχομαι από τα βάθη της ψυχής.
-Και πού πηγαίνετε;
-Πηγαίνω ως την άκρη της ζωής.
-Κι όλη αυτή η σκόνη στα παπούτσια σας, τι είναι;
-Σημάδια για το δρόμο μου.
-Φοβάστε μη χαθείτε;
-Φοβάμαι μη ξεχάσω.....


Σπύρος Αραβανής, “Η Ιστορία ενός Ανθρώπου”

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Μονόγραμμα...

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο


Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.


ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.


VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

Οδυσσέας Ελύτης

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

"Η καρδιά της Μάνας"

"Η καρδιά της Μάνας", Άγγελος Βλάχος


Ένα παιδί, μοναχοπαίδι αγόρι,

αγάπησε μιας μάγισσας την κόρη.
- Δεν αγαπώ εγώ, του λέει, παιδιά,
μ' αν θέλεις να σου δώσω το φιλί μου,
της μάνας σου να φέρης την καρδιά
να ρίξω να την φάη το σκυλί μου.

Τρέχει ο νειός, την μάνα του σκοτώνει

και την καρδιά τραβά και ξεριζώνει
και τρέχει να την πάη, μα σκοντάφτει
και πέφτει ο νειός κατάχαμα με δαύτη.

Κυλάει ο γυιός και η καρδιά κυλάει

και την ακούει να κλαίη και να μιλάη.
Μιλάει η μάνα στο παιδί και λέει:
- Εχτύπησες, αγόρι μου;…και κλαίει!


Μια μελοποιημένη εκδοχή της ιστορίας υπάρχει στο τραγούδι του Παντελή Θαλασσινού, "Της μάνας η καρδιά".



Ένα παλικάρι ήτανε μια φορά,

που αγάπαγε με πάθος μια όμορφη κυρά.

Μια μέρα, όπως έπαιρνε τα λάγνα της φιλιά,

«ζήτα μου οτιδήποτε», της λέει τρυφερά.
«Αν μ' αγαπάς», του είπε, με νάζι και καημό,
«την καρδιά της μάνας σου εγώ επιθυμώ».

Έτσι λοιπόν ξεκίνησε, να πάει στο πατρικό του,

ποτέ του αυτός δεν πάτησε τον όρκο το δικό του.

«Δώσε μου, μάνα, την καρδιά, στα πόδια της ν' αφήσω».

«Αν είναι γιε μου για καλό, εγώ στηνε χαρίζω».

Κι έτσι της πήρε την καρδιά και χάθηκε στο δρόμο,

μα σε μια πέτρα σκόνταψε και δάκρυσε απ' τον πόνο.

«Χτύπησες μήπως γιόκα μου, ψηλό μου κυπαρίσσι;»

γυμνή η καρδιά τού μίλησε, προτού να ξεψυχήσει.

Με ματωμένα χέρια φτάνει στο σπιτικό της,

«να η καρδιά που γύρευες» και την αφήνει εμπρός της.

Μα αυτή καν δεν τον κοίταξε κι άρχισε να γελάει,

«μήπως θα 'ταν καλύτερο να μου τη φέρεις Μάη...».

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Κοιτάζει τα χέρια της.

Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της; Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν. Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της “πού τα ‘μαθες αυτά μω γυναίκα;” Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει. Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και στα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή. Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ‘πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά. Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει. Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα. Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δεν λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά, το ένα μέσα στο άλλο, “κοίτα”, λέει, “που μ’ έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα” και γελάει από μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να ‘χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.



 Από το βιβλίο του  Μιχάλη Γκανά  «Γυναικών – Μικρές και πολύ Μικρές Ιστορίες»

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Η μητέρα σου.

ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ
Η μητέρα του είχε μόνο ένα μάτι…Ντρεπόταν γι’ αυτήν κι ώρες ώρες την μισούσε!
Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στην φοιτητική λέσχη. Μαγείρευε για τους φοιτητές και τους καθηγητές για να βγάζει τα έξοδά τους… Δεν ήθελε να του μιλάει για να μην μαθαίνουν ότι είναι παιδί μιας μητέρας με… ένα μάτι. Οι φοιτήτριες έφευγαν γρήγορα, όποτε την έβλεπαν να βγαίνει για λίγο από την κουζίνα κι έλεγαν πως δεν άντεχαν το θέαμα και πως τους προκαλούσε μια ανυπόφορη ανατριχίλα…
Μα από μικρόs είχε πρόβλημα με την εικόνα της μητέρας του.Μια μέρα όταν ακόμη πήγαινε στο δημοτικό, πέρασε η μητέρα του στο διάλειμμα να του πει ένα γεια. Ένοιωσε πολύ στενοχωρημένos. «Πως μπόρεσε να του το κάνει αυτό»;… αναρωτιόταν… Την αγνόησε, της έριξε μόνο ένα μισητό βλέμμα κι έτρεμε. Την επόμενη μέρα ένας από τους συμμαθητές του φώναξε: «Εεεε, η μητέρα σου έχει μόνο ένα μάτι!.. Ήθελε να πεθάνει. Ήθελε να εξαφανιστεί. Όταν γύρισε σπίτι, της είπε: «αν είναι όλοι να γελάνε μαζί μου εξαιτίας σου τότε καλύτερα να πεθάνεις!». Αυτή δεν του απάντησε…
«Δεν μ’ ένοιαζε τι είπα ή τι αισθάνθηκε, γιατί ήμουν πολύ νευριασμένος», έλεγε αργότερα σ’ ένα φίλο του. «Ήθελα να φύγω από εκείνο το σπίτι και να μην έχω καμία σχέση μαζί της. Έτσι διάβασα πάρα πολύ σκληρά με σκοπό να φύγω μια μέρα μακριά για σπουδές… και τα κατάφερα, μα ήλθε κι έπιασε αυτή τη δουλειά στη λέσχη για να με βοηθάει… Δεν μπορούσε να πάει κάπου αλλού;…».
Αργότερα παντρεύτηκε. Αγόρασε ένα δικό του σπίτι. Έκανε δικά του παιδιά κι ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του, τα παιδιά του, την γυναίκα του και τη δουλειά του!
Μια μέρα μετά από χρόνια απουσίας, όπως ο ίδιος της ζήτησε η μητέρα του πήγε να τον επισκεφτεί.
Δεν είχε δει ποτέ από κοντά τα εγγόνια της. Μόλις εμφανίστηκε στην πόρτα, τα παιδιά του άρχισαν να γελάνε, θύμωσε επειδή είχε πάει χωρίς να του το ζητήσει και χωρίς να τον προειδοποιήσει. Τότε της φώναξε: «πως τολμάς να έρχεσαι ξαφνικά στο σπίτι μου και να τρομάζεις τα παιδιά μου; Βγες έξω! Φύγε!». Η μητέρα του απάντησε γαλήνια: «Αα, πόσο λυπάμαι, κύριε! Μάλλον μου έδωσαν λάθος διεύθυνση» κι εξαφανίστηκε, χωρίς να καταλάβουν τα μικρά πως είναι γιαγιά τους…
Πέρασαν χρόνια και μια μέρα βρήκε στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού του μια επιστολή για τη σχολική συγκέντρωση της τάξης του από το δημοτικό σχολείο, που θα γινόταν στην πόλη πού γεννήθηκε… Είπε ψέματα στη γυναίκα του ότι θα έκανε ένα επαγγελματικό ταξίδι και πήγε. Όταν τελείωσε η συγκέντρωση των συμμαθητών, πήγε στο σπίτι που μεγάλωσε, μόνο από περιέργεια… Οι γείτονες, του είπαν ότι η μητέρα του είχε πεθάνει πρόσφατα. Δεν έβγαλε ούτε ένα δάκρυ. Του έδωσαν ένα γράμμα που είχε αφήσει γι’ αυτόν:
«Αγαπημένε μου γιέ, σέ σκέφτομαι συνέχεια. Λυπάμαι που ήρθα στο σπίτι σου και φόβισα τα παιδιά σου. Έμαθα ότι έρχεσαι για την σχολική συγκέντρωση κι ένοιωσα πολύ χαρούμενη. Αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να μην είμαι σε θέση να σηκωθώ από το κρεβάτι για να έρθω να σε δω. Έγραψα αυτό το γράμμα να στο δώσουν αν δεν με προφτάσεις. Στεναχωριέμαι που σε έφερνα σε δύσκολη θέση και ντρεπόσουν για μένα όσο ήσουν μικρός. Βλέπεις… όταν ήσουν πολύ μικρός, είχες ένα σοβαρό ατύχημα κι έχασες το μάτι σου. Δεν θα μπορούσα να σε βλέπω να μεγαλώνεις με ένα μάτι. Έτσι σου έδωσα το δικό μου. Ήμουν τόσο υπερήφανη που ο γιος μου θα έβλεπε τον κόσμο με τη δική μου βοήθεια, με το δικό μου μάτι… Έχεις πάντα όλη την αγάπη μου».

Η μητέρα σου.