Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Η Αγάπη ποτέ δεν πέφτει...

Εάν τις γλώσσες τῶν ἀνθρώπων λαλώ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ έχω, γέγονα χαλκός ήχον ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ εάν έχω προφητείας καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πάσαν τὴν γνώσιν, καὶ εάν έχω πάσαν τὴν πίστη, ώστε όρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ έχω, οὐδέν ειμί. καὶ εάν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ εάν παραδώ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ έχω, ουδέν ωφελούμαι. Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ασχημονεί, οὐ ζητεί τὰ εαυτής, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει επί τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· είτε γλώσσες, παύσονται· είτε γνώσις, καταργηθήσεται. ἐκ μέρους δὲ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· όταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δὲ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου. βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι' ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην. νυν δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.



Αν τις γλώσσες των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αλλά αγάπη δεν έχω, έχω γίνει χαλκός που ηχεί ή κύμβαλο που αλαλάζει. Και αν έχω προφητεία και ξέρω τα μυστήρια όλα και όλη τη γνώση, και αν έχω όλη την πίστη, ώστε όρη να μετακινώ, αλλά αγάπη δεν έχω, τίποτα δεν είμαι. Και αν δώσω για τροφή όλα τα υπάρχοντά μου και αν παραδώσω το σώμα μου, για να καώ, αλλά αγάπη δεν έχω, τίποτα δεν ωφελούμαι. Η αγάπη μακροθυμεί, συμπεριφέρεται με χρηστότητα, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη δε μεγαλοκαυχιέται, δε φουσκώνει από υπερηφάνεια, δε συμπεριφέρεται άσχημα, δε ζητά τα δικά της, δεν παροξύνεται, δε λογίζεται το κακό, δε χαίρει για την αδικία, συγχαίρει όμως στην αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν πέφτει.

Απόστολος Παύλος, Επιστολή Προς Κορινθίους


Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Για όλα αυτά πατέρα...

Ξέρεις πατέρα, είναι πολλά αυτά τα "λίγα" που μας κρατούν εδώ. Καρφωμένους στη γη. Γι' αυτό το κάτι, που ποιος ξέρει αν θα 'ρθει. Μόλις χθες πατέρα κατάλαβα τι είναι αλήθεια η μικρή μας στιγμή. Κι όλο ξεφεύγει πατέρα. Ένα πραφ κι έφυγε. Δεν προλαβαίνω ούτε καν να την χωρέσω.

Θυμάσαι πατέρα, όταν ήμουν μικρή; Στα μάτια σου έμαθα την αλήθεια του κόσμου. Να μη μισώ, να αγαπάω, να μοιράζομαι. Είναι αργά για μας πατέρα στον κόσμο ετούτο. Είναι σκληρή η ζωή για μας τους απ' αλλού φερμένους. Όμως εμείς, εκεί πατέρα. Κάθε μέρα σε πείσμα των καιρών, να σκαλίζουμε τη ζωή με τα νύχια μας. Για το αύριο πατέρα. Για να λέμε πως κάτι θα μείνει εδώ από μας. 

Δεν φοβάμαι πατέρα, όχι πια. Μόνο να, που και που, μια θλίψη ανεβαίνει και με πνίγει. Για εκείνα που γλίστρησαν και δεν τα πρόλαβα, επειδή εθώρουνα πως έχω καιρό. Έκανα λάθος πατέρα. Μα θα μου πεις πως ακόμα μπορώ. Προλαβαίνω, έτσι πατέρα; Μόνο αυτό να μου πεις. Προλαβαίνω. Και αν όχι πατέρα, να' σαι εδώ, να κρατηθώ, να μην φύγω στο κύμα.

Δεν στο λέω, μα πολλές φορές ντρέπομαι για ό, τι δεν κατάφερα πατέρα. Για τις ελπίδες που διέψευσα. Θα προσπαθήσω πατέρα, θα δεις. Και τότε θα λάμπω πατέρα. Σαν Κρήτη θα φαίνομαι στη Μεσόγειο. Βουνοκορφή στ' Ανωγειανά όρη.

Κάπου εδώ θα κλείσω πατέρα. Μα πριν τελειώσω θέλω να σου πω ευχαριστώ. Γιατί συνεχίζεις και είσαι ένας φάρος αναμμένος για να μην σκοντάφτει το σκαρί μου. Που ενώ δεν μπορείς, ΟΛΑ τα μπορείς για να μπορώ. Που ακόμη και τώρα που μεγάλωσα, εξακολουθείς να μου δίνεις μαθήματα ζωής και συμπεριφοράς. Που κάθε που κλαίω χωρίς να ρωτάς, χωρίς να μιλήσεις, ανοίγεις τα χέρια σου για να κλάψω μέσα.

Πατέρα σε ευχαριστώ, γιατί αν δεν ήσουν αυτό που είσαι, δεν θα ήμουν αυτό που είμαι. Και κυρίως γιατί εξακολουθείς να μου θυμίζεις πως θέλει κότσια να παραμείνεις άνθρωπος. Για όλα αυτά Πατέρα. Και για τα άλλα.



Μαρία Χρονιάρη


Πηγή:mchroniari.blogspot.gr

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Κρυφός καημός.

Η μάνα μου ήταν καλή και αγαθή, όπως όλες οι γυναίκες του καιρού της. Γλυκιά ημέρα ωστόσο δεν είδε με τον πατέρα μου γιατί - λες κι έφταιγε η δόλια! - έκανε όλο κορίτσια. Ξέρεις τι θα ειπεί φτω­χός και κορίτσια! Έξω απ’ αυτό ακόμη όριζαν Τούρ­κοι στα Μοριά κι ήταν καλύτερο να μην απόχταε κανείς παιδί παρά ν’ αποχτήσει θηλυκό. Κάθε νοικο­κύρης που έβλεπε να πηγαίνει το σπίτι του μπροστά θλιβότανε περισσότερο από κείνον που δεν είχε τίποτα. Για τούτο κι ο πατέρας μου δεν έπαυε κάθε τόσο να της χτυπάει, κάπως στα χωρατά, μα πάντα πικραμένα:
- Μωρέ γυναίκα· δεν κάνεις και συ ένα σερνικό!
Μια βραδιά μπήκε στο σπίτι ολόχαρος.
- Τέλειωσε, Καλομοίρα· είπε μόλις πάτησε στην πόρτα. Ό,τι παιδί κάνεις - ήταν ετοιμόγεννη η μάνα μου - θέλω να είναι σερνικό.
Σε λίγο γεννήθηκα εγώ. Όταν πήγαν να του πά­ρουν τα συχαρίκια, στέναξε βαθιά. - Ο γέρο Βαρσάμης, σκέφτηκε, οχτώ ντουφέκια· ο Βασίλης πέντε· ο κουμπάρος μου ο Ανέστης τέσσερα - και τι; - ένα κι ένα! Εγώ τίποτα για το Γένος! Εμείς θέλουμε ανθρώπους για σπαθί κι η γυναίκα μου γεννάει για τη ρόκα!... Και με το γρόθο του έδωκε μια κι έσπασε το τραπέζι.
- Μα δεν πειράζει· είπε σε λίγο. Εγώ θα το κάμω σερνικό. Θα γένει καλύτερο από σερνικό.
Το είπε κι έγινε. Μόλις μεγάλωσα λίγο, μου φόρεσε αντρίκια και μ’ έλεγε Χρύσαντο από Χρυσή που ήταν τ’ όνομά μου. Στη μάνα μου, σε όλους έτσι έλεγε να με φωνάζουν. Από μικρή με έμαθε στ’ άρματα. Μέρα νύχτα με δασκάλευε να παίζω το σπαθί, να λυγίζω το κορμί, να ρίχνω στο σημάδι. Την καθεμερνή μ’ έπαιρνε στο χωράφι· τη γιορτή στο κυνήγι να κυνηγούμε τους λύκους και τ’ αγριογούρουνα στη Δροσελή.
- Θέλω... να περνάς το βόλι απ’ το δαχτυλίδι· μου έλεγε.

Πέρασαν έτσι κάμποσα χρόνια. Οι ραγιάδες άρχισαν κάπως ν’ ανακατώνονται. Στις εκκλησιές διαβάζανε κάτι παράξενα τροπάρια για τους Αγαρηνούς. Οι χαλ­κιάδες κι οι τουφεξήδες νύχτα δούλευαν τα σύνεργα του πολέμου. Τα παλικάρια γυμνάζονταν στ’ άρματα, έχυναν βόλια, τραγουδούσαν τα κλέφτικα. Α! πως έγινε και κείνο το αγουροξύπνημα! Την παραμονή του Βαγγελισμού - Πέφτη θυμούμαι ήταν - βλέπουμε κατά το κοντόβραδο το Σισίνη από τη Γαστούνη, το Σταματόπουλο από τα Λεχαινά και τον καπετάν Αντω­νάκη από τη Μανωλάδα με καμιά τρακοσαριά παλικάρια. Ο πατέρας μου είχε ρεματισμούς και δε μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Με φώναζε να πάω κοντά, μου έζωσε το σπαθί, μου έδωκε το καρυοφύλλι στο χέρι και·
- Σύρε με την ευκή μου· λέει. Ξέρεις, δεν είσαι γυναίκα, είσαι άντρας· πρέπει να είσαι άντρας! Πέφτε άφοβα στη φωτιά· σκότωνε όσους άπιστους μπορείς. Ο παπα-Δημήτρης λέει, όσο περσότερους σκοτώνεις τόσα κρίματα συχωριώνται.
Η μάνα μου και τα κορίτσια παράμερα κρυφόκλαιαν. Εγώ ήθελα να κρατηθώ, μα τα έρμα μάτια μου ψιχάλιζαν. Η ώρα του μισεμού ανάστησε στην καρδιά μου κάτι που δεν το ένιωθα πριν. Το σπίτι με τράβαε. Έβλεπα τα στρωσίδια του κρεβατιού, τον αργαλειό, την ανέμη, τ’ άλλα του σωθέματα και πίστευα πως ήταν δικά μου εργόχειρα. Έβλεπα τις γυναίκες και κάτι μέσα μου μ’ έσπρωχνε να τρέξω, να τυλιχτώ στα φουστάνια τους, φυλαχτό να τα βάλω στην τρέλα του πατέρα μου. Α! το σπιτικό πουλί κι αν το φερε η μοίρα να κρεμάσει αϊτού φτερά, πάντα τρο­μάζει να πετάξει στα κορφοβούνια! Κρύος ίδρωτας με τσάκισε και το κορμί λάγκευε κάτω από τ’ άρματά μου. Σαν να το μάντεψε ο γέροντας, πήδησε από το στρώμα του, μ’ έσπρωξε στην πόρτα και με φίλησε.
- Σύρε στο καλό, λέει με τρεμουλιαστή φωνή! Σα φύγουν οι Τούρκοι από το Μοριά, τότε να γυρίσεις και συ.

Η Γαστούνη εκείνον τον καιρό ήταν κεφαλοχώρι. Εκεί καθότανε ο βόϊβοντας, ο κατής, άλλοι μεγάλοι Τούρκοι κι ο Σισίνης που ήταν Μορογιάνης του Σουλ­τάνου. Ανήμερα του Βαγγελισμού την πατήσαμε. Οι Τούρκοι υποψιάστηκαν και δεν ήβραμε ψυχή από δαύ­τους. Εκεί να έβλεπες το ρωμαίικο τ’ ασκέρι! Ρίχτη­καν στα τούρκικα κονάκια, άρπαξαν ασημικά, άρπα­ξαν ρούχα, τα φόρτωσαν στ’ άλογα και δρόμο για τα χωριά τους.
- Σταθείτε, μωρέ παιδιά· εμείς ήρθαμε να πολε­μήσουμε! τους φώναζαν οι καπετανέοι.
Πού εκείνοι! Σε λίγη ώρα μαθαίνουμε πως οι Τούρ­κοι γύριζαν πίσω. Πήγαν να περάσουν στου Λάλα, μα στο Στενό τούς χτύπησε ο καπετάν Βιλαέτης με τους Πυργιώτες και τους ανάγκασε να πισωπατήσουν.
- Τι θα κάνουμε τώρα: ρωτάει ο Σισίνης,
- Τι θα κάνουμε! Θα τους βαρέσουμε· λέει ο κα­πετάν Αντωνάκης.
Όσοι μείναμε κινήσαμε να βαρέσουμε τους Τούρ­κους. Τους απαντήσαμε ανάμεσα Ροβιάτα και Σαβάλια. Καθώς μας είδαν έβαλαν τα χαρέμια στη μέση, και με φωνές χύθηκαν απάνω μας. Σκορποχώρι εμείς. Ούτε του πατέρα μου τα λόγια συλλογίστηκα ούτε ντροπή. Άκουα το άλα! άλα! των Τούρκων πίσω μου, τ’ άγρια ποδοβολητά τους κι έλεγα τώρα το βόλι θα χωθεί στην πλάτη μου. Πήδαγα τράφους, χαντά­κια, αγριάγκαθα, χωρίς να σκέφτομαι άλλο παρά πώς να ξεφύγω τη λύσσα τους. Άξαφνα βλέπω μπροστά μου το Σταματόπουλο. Ήταν γέρος και παχύς· μόλις μπορούσε να κουνηθεί. Το κοπέλι του με το πρώτο τσάκισμα καβάληκε τ’ άλογο του κι έφυγε.
- Σώσε με, παλικάρι, ν’ αγιάσουν τα πεθαμένα, σου· φωνάζει αγκομαχώντας. Ντροπή στα νιάτα ν’ αφήνουν πίσω τα γεράματα...
Σταμάτησα. Χωρίς να ειπώ λέξη, γονάτισα, τον πήρα στον ώμο και τραβώ για τη Γαστούνη. Μα οι Τούρκοι σε λίγο μας έφτασαν.
- Τώρα, γέρο μου, του λέω, κάμε το σταυρό σου. Η Παναγιά ας βάλει το χέρι της.
Τον απίθωσα χάμω και στάθηκα μπροστά του με το καρυοφύλλι. Σε λίγο έριξα, μα δεν ξέρω αν σκότωσα κανένα. Ένιωσα μια κοπανιά στο κεφάλι· τα μάτια, μου θαμπώσανε και σωριάστηκα χάμω.
Τι έγινε ύστερα δεν ξέρω· για το γέρο Σταματόπουλο δεν άκουσα τίποτα. Όταν συνήρθα, ήμουν ξα­πλωμένη στο κρεβάτι κι ένα όμορφο παλικάρι έστεκε απάνω από το κεφάλι μου.
Ήταν καλή καρδιά ο Δήμος ο Βαρόσης· εκείνος μ’ έσωσε από τα χέρια των Τούρκων. Από τότε γινή­καμε φίλοι· νύχτα ημέρα μαζί. Θα πήγαινε κείνος στη βάρδια; Κοντά και γω. Θα μ’ έστελναν με τον καπετάν Λάππα να στρατολογήσω στα χωριά; Κοντά εκείνος. Ο πικρός σίφουνας που άρχισε την ημέρα του Βαγγελισμού όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Πόλεμος στου Λάλα, στην Πάτρα, στο Σανταμέρι, στο Χλιμούτσι! Αίματα, φωτιά, δάκρυα, εκδίκησες! Ο ρα­γιάς άλλαζε· σήκωσε κεφάλι και κοίταζε άφοβα τον αγά, τον προεστό και το θάνατο.
Έτσι λίγο λίγο άλλαξα και γω. Ό,τι δεν έκαμαν τα λόγια του πατέρα μου, έκαμε ο κίντυνος κι η κακοπάθεια. Δε με τρόμαζαν πια οι σκοτωμένοι και τα αίματα ούτε με συγκινούσαν τα δάκρυα, ο χωρισμός, η ορφάνια. Σ’ ένα μονάχα δε μπόρεσα ν’ αλλάξω, στη ματιά του Δήμου μου. Αχ, το κακοθήλυκο! Το κακοθήλυκο! Τι να κάμουν τ’ άρματα και τα φορέ­ματα: Τι να κάμει το θέλημα του γονιού; «Θέλω να είσαι άντρας!» Ε καλά! Και γω το ήθελα· μα πώς; Πού θα βρεθεί η ασημόβεργα της μάγισσας ν’ αλλάξει τη γυναίκια φύση, όπως αλλάζει σε κάρβουνα τους θησαυρούς στα παραμύθια; Ωχ! τι αγρύπνιες μέσα στον κάματο και τι φαρμάκια στη χαρά της νίκης! Πόσες φορές την αγάπη μου την έπνιξα σε θυμούς και πικρά λόγια εναντίον του! Ήρθαν στιγμές που σήκωσα ν’ αδειάσω την πιστόλα στα στήθη του, να σβήσω στο αίμα του τη λαύρα που με δαιμόνιζε. Δο­κίμασα να φύγω από κοντά του, να πάω με άλλον καπετάνιο. Μα τα πόδια μου μ’ έφερναν πάλι πίσω, όπως το τυφλάλογο στο πράσινο λιβάδι.
Μια ημέρα λίγο έλειψε να προδοθώ μοναχή μου. Όσο τη θυμούμαι κείνη τη μέρα, ανατριχιάζω. Ο Σι­σίνης μας έστειλε μ’ εκατόν πενήντα παλικάρια στον Κολοκοτρώνη. Είμαστε στα Δερβενάκια κι είχαμε καρτέρι του Δράμαλη, που γύριζε για την Κόρθο. Εμείς με το Νικηταρά είχαμε τον Αϊ-Σώστη. Οι Αλωνιστιώτες το Αγριλόβουνο, ο Αντωνάκης Κολοκοτρώ­νης το Ζυγό. Εγώ κι ο Δήμος είμαστε γονατιστοί πίσω απόνα πουρνάρι και καρτεράγαμε να μπούνε οι Τούρκοι στη ρεματιά. Εκείνος με κοίταζ’ έτσι γονα­τιστή και θάμαζε. Εγώ – ξέρεις - μη με τηράς τώρα· τότε ήμουν όμορφη, πολύ όμορφη! Έχωνα στην τρα­χηλιά το λαιμό μου, έκρυβα τα χέρια, έσφιγγα τα στήθη μου, άλλαζα τη φωνή μου, μα πού! Τα κατα­καημένα νιάτα φαίνονται, βλέπεις!
- Ορέ αδερφέ Χρύσαντε, τι χεράκια είναι φτούνα; μου λέει άξαφνα. Δεν κάνουν για σπαθί παρά για βελόνι.
Αλαφιάστηκα· έριξα τα μάτια χάμω και με έπι­ασε σύγκρυο.
- Μα το σταυρό, λέει πάλι· αν δε σε γνώριζ’ από καιρό, θα λίγα πως είσαι γυναίκα. Και πώς σ’ αγάπησα! όχι· άλλον άνθρωπο δεν αγάπησα έτσι!...
Ξύπνησε μέσα μου το φίδι! Τα λόγια του ανάδε­ψαν στα φυλλοκάρδια μου τον αμαρτωλό σπόρο της Εύας. Γύρισα τα μάτια ψηλά· κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος. Τ’ απόσκια πέφτανε στη ρεματιά! Εκείνο το σιγαλό μουρμούρισμα του νερού, το παθητικό τσιτσίρισμα των πουλιών κι η μοσκοβολάδα. που έβγαινε από τα θυμάρια, όχι, δεν ήθελαν πόλεμο· έκραζαν την αγάπη. Άναψαν τα μάγουλά μου και τα μάτια μου μισόκλεισαν. Έτρεμα ολόκορμη· τα μέλη μου έγιναν βαριά και μαλακά σαν προζύμι. Ένιωθα κατιτί στυφό στο λάρυγγά μου, που δε με άφηνε να πάρω ανάσα. Σήκωσα τα μάτια να τον ιδώ, και τα χείλη του, τα κόκκινα χείλη του, με τραβούσαν στην Κόλαση.
- Μπαμ! βρόντηξε μια ντουφεκιά.
Πήδησα ορθή. Έπεσε το πρώτο ντουφέκι κι ακού­στηκε η φωνάρα του Κολοκοτρώνη. Οι Τούρκοι μπή­κανε στη ρεματιά· οι καπεταναίοι τους χτύπησαν και τους έστειλαν απάνω μας. Τους χτυπήσαμε και μεις· τα έχασαν, θέλουν να πισωπατήσουν, μα δεν έχουν πούθε να κάνουν κι άλλοι γκρεμίζονται και τους συνε­παίρνει το ρέμα, άλλοι σκοτώνονται συνατοί τους. Τι φονικό που γίνηκε! Ακόμη σωροί κείτονται τα κόκαλά τους εκεί.
Ο Δήμος ήταν μαζί μου στην αρχή· μα τον έχασα. Τον γύρεψ’ αποδώ, αποκεί, φώναξα. Πού ν’ ακουστείς μέσα στην ανακατωσούρα και την αντάρα! Έβλεπες το σπαθί και χτύπαε στο κόκαλο και πέταε σπίθες. Δυο ώρες βάσταξε το πελέκι. Όσοι γλύτω­σαν, έφτασαν κακοί κακώς στην Κουρτέσα. Τα παλικάρια τότες ρίχτηκαν για λάφυρα.
Εγώ είχα μια σπαθιά στο κεφάλι και το αίμα μου θάμπωνε τα μάτια. Έκατσα σ’ ένα κοτρόνι να ξεκου­ραστώ. Το φεγγάρι ξετύλιγε χλωμά σάβανα στο μα­κελειό. Άλογα έτρεχαν χλιμιντρίζοντας και φτερνοκοπώντας τα χαλίκια· άλλα έσερναν ακόμη στη σέλλα νεκρά τ’ αφεντικά τους. Ίσκιοι φάνταζαν στα πλά­για πελώριοι· κάπου άστραφτε μια πιστολιά. Αναστενάγματ’ αποδώ, κλάματ’ αποκεί, που ήταν να φρίξει κανείς.
Άξαφνα θυμήθηκα το Δήμο κι ανατρίχιασα. Τάχα τι να γίνηκε; Τινάχτηκ’ απάνω κι έτρεξα πέρα δώθε πατώντας τους σκοτωμένους και φωνάζοντας. Φώναζα, ούρλιαζα και γω δεν ξέρω τι έκανα. Σε λίγο απόστασα και στάθηκα. Φωνάζω πάλι· μάτα φωνάζω. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Το αίμα έτρεχε από την πληγή μου. Κατάλαβα πως θα λιγοθυμούσα κι έπεσα σ’ ένα θυμάρι. Εκεί ακούω σαν σιγαλό βογκητό πίσω μου. Γυρίζω, βάζω φωνή·
- Δήμο! Δήμο μου!
- Χρύσαντε αδερφέ μου!...
Πήρα το κεφάλι του στην αγκαλιά μου, κόλλησαν τα χείλη μου στα δικά του. Αχ! τον έφαε το βόλι το πικρό. Τι δε θα ’δινα για να του δώκω ζωή! Τι δε θα ’κανα για να γνωρίσει τι λογής ήταν η αγάπη μου!
- Άκου, Δήμο μ’! άκου, καλέ μου! έκραζα με­γαλόφωνα στ’ αφτί του.
Ήθελα με το μυστικό μου να του σταματήσω το θάνατο. Του κάκου! Παίξανε τα ματόφυλλα μια στι­γμή κι οι κόρες του στυλώθηκαν απάνω μου. Κι είχαν κάτι σαν ξάφνισμα και σαν παράπονο. Το άκουσε τάχα; Τάχα λυπήθηκε, όπως εγώ, που δεν το έμαθε πρωτύτερα; Ποιος ξέρει. Μα τι φταίω και γω; Άλ­λοι τότε ήταν οι καιροί και κείνο που έχτιζε η αγάπη γρήγορα το χάλαε η καταδρομή. Για τούτο και γω δεν πάτησα το θέλημα του πατέρα μου. Έγινα κι έμεινα άντρας.
Τι κακομοιριές κι οι δικές μας!
Παλιές Αγάπες
Ανδρέας Καρκαβίτσας



Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Οι 10 μεγαλύτερες σφαγές της Ιστορίας.

Οι σφαγές είναι  από τα γεγονότα που οδήγησαν στο θάνατο πολλών αθώων ανθρώπων .Τα ανθρωπόμορφα τέρατα   που ξεκίνησαν τις σφαγές για να ξεδιψάσουν την δίψα τους  για εκδίκηση και τον  ανθρώπινο εγωισμό τους. Σε όλη την ιστορία θα βρείτε πολλά μικρά και μεγάλα γεγονότα σφαγής που έχουν αλλάξει τον κόσμο, αλλά αυτά τα 10 είναι σίγουρα οι μεγαλύτερες σφαγές στην ιστορία της ανθρωπότητας.


1. Η σφαγή της Νανκίν



Στη σφαγή της Νανκίν, η οποία είναι γνωστή και σαν “Ο βιασμός της Νανκίν”, εκατοντάδες χιλιάδες αθώοι πολίτες βιάστηκαν, βασανίστηκαν και σφαγιάστηκαν με κτηνώδη τρόπο στην ομώνυμη πόλη που ήταν η πάλαι ποτέ πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Κίνας. Η σφαγή έλαβε χώρα σε διάστημα 6 εβδομάδων, κατά το οποίο Ιάπωνες στρατιώτες εισέβαλαν στην πόλη και άρχισαν τις σφαγές. Θεωρείται η μεγαλύτερη σφαγή στην ιστορία, αφού προκάλεσε τον θάνατο 80.000 και πλέον ατόμων, μέσα σε διάστημα μόλις 6 εβδομάδων.



2. Η σφαγή του Μπάμπι Γυάρ



 Η σφαγή στο φαράγγι Μπάμπι Γυάρ έλαβε χώρα το 1941 και σ' αυτήν σφαγιάστηκαν περισσότεροι από 33 χιλιάδες Εβραίοι με μία και μόνη επιχείρηση, υπό τον επικεφαλής επιτελάρχη στρατηγό Φρίντριχ Έμπερχαρντ, τον αρχηγό της αστυνομίας Φρίντριχ Γιάκελν και τον υπασπιστή Οττο Ράς. Η επιχείρηση εκτελέστηκε από συντονισμένες ενέργειες διαφορετικών στρατιωτικών τμημάτων, όπως τα SS, τα SD και η SiPo. Το φαράγγι Μπάμπι Γυάρ βρίσκεται κοντά στο Κίεβο, πρωτεύουσα της Ουκρανίας. Εκεί προσπάθησε να κρυφτεί μεγάλος αριθμός Εβραίων για να αποφύγει τις συλλήψεις μετά την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην πόλη του Κιέβου. Είναι η μεγαλύτερη σφαγή που επιτελέστηκε με μία μοναδική επιχείρηση.



3. Η σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου

 Ελαβε χώρα το 1572 στο Παρίσι. Η σφαγή άρχισε 2 ημέρες μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατά του στρατηγού Γκασπάρ ντε Κολινύ, στρατιωτικού και πολιτικού ηγέτη των Ουγενότων. Λίγο μετά, η σφαγή επεκτάθηκε σε ολόκληρο το Παρίσι και στην περιφέρεια, από λεφούσια ρωμαιοκαθολικών που βρήκαν την ευκαιρία να ξεκαθαρίσουν λογαριασμούς με αντίπαλες συμμορίες. Πιστεύεται πως περισσότεροι από 30 χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν τον θάνατο στη σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου.



4. Σφαγές κρατουμένων της NKVD

 Πρόκειται για σφαγές που έγιναν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Πολωνία και τις χώρες της Βαλτικής στη διάρκεια του σταλινικού καθεστώτος από την NKVD (Narodnyy komissariat vnutrennikh del, Πολιτική Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων). Οι σφαγές έλαβαν χώρα σε διαφορετικά στρατόπεδα και χρονικές περιόδους. Θεωρείται ότι περισσότεροι από 22 χιλιάδες άνθρωποι σφαγιάστηκαν κατά τις επιχειρήσεις αυτές.



5. Η σφαγή του Κατύν


 Η “Σφαγή του δάσους” στο Κατύν της Ρωσίας έγινε σε βάρος Πολωνών αιχμαλώτων πολέμου από δυνάμεις της σοβιετικής NKVD. Στη διάρκεια της σφαγής έχασαν τη ζωή τους περισσότεροι από 21 χιλιάδες αιχμάλωτοι, αξιωματικοί, διανοούμενοι και αστυνομικοί της κατεχόμενης Πολωνίας. Τα θύματα μεταφέρθηκαν στο δάσος του Κατύν, στη Ρωσία, όπου ο Στάλιν διέταξε την άμεση εκτέλεσή τους, πράγμα που έγινε και αρχικά χρεώθηκε στους χιτλερικούς.



6. Η σφαγή της Θεσσαλονίκης

 Η σφαγή της Θεσσαλονίκης έγινε το 390 μχ, κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας του Θεοδόσιου. Σύμφωνα με τις πηγές, τον Απρίλιο του 390 ένας αρματηλάτης που είχε συλληφθεί από τις αρχές έπεσε θύμα του εξαγριωμένου πλήθους. Ο επικεφαλής αξιωματικός ανταπέδωσε σκοτώνοντας τους πρωταίτιους και αυτό είχε σαν συνέπεια μια σειρά από ταραχές και βιαιότητες εκατέρωθεν που κράτησαν αρκετές ημέρες, ώσπου οι ταραχές να σταματήσουν έπειτα από αυτοκρατορικό μήνυμα που αμνήστευε τους ταραχοποιούς. Ωσπου το μήνυμα να φθάσει στον εξαγριωμένο όχλο, είχαν ήδη χάσει τη ζωή τους περισσότεροι από 7.000 άνθρωποι.



7. Η σφαγή του στρατού του Έλφινστόουν


 Η σφαγή του στρατού τού Έλφινστόουν ήταν περισσότερο ένας πόλεμος ανάμεσα σε Αφγανούς από τη μία και Βρεττανούς και Ινδούς στρατιώτες από την άλλη, υπό την διοίκηση του στρατηγού Ουίλλιαμ Έλφινστόουν, στα 1842. Τρία χρόνια πριν, οι Βρεττανοί είχαν καταλάβει την Καμπούλ και από τότε η κατάσταση παρέμενε ταραγμένη με έντονα τα σημάδια της εξέγερσης στις τάξεις του αφγανικού στρατού. Ωστόσο, όταν οι Βρεττανοί εγκατέλειπαν την Καμπούλ, αφγανικές δυνάμεις υπό τον Ακμπάρ Καν, γιο του Μοχάμεντ Καν, επιτέθηκαν στα βρεττανοϊνδικά στρατεύματα με μια αιφνιδιαστική στρατηγική κίνηση και τα αποδεκάτισαν, σκοτώνοντας περισσότερους από 4500 Βρεττανούς και Ινδούς στρατιώτες.



8. Η σφαγή της Σάμπρα και της Σατίλα


 Το 1982, Το κόμμα Καταέμπ που καθοδηγείτο από λιβανικές χριστιανικές δυνάμεις, ξεκίνησε σειρά από σφαγές στα στρατόπεδα προσφύγων της Σατίλα και της Σάμπρα, κατά τις οποίες έπεσαν θύματα Παλαιστίνιοι και Λιβανέζοι πολίτες που πρόσκεινταν στον ισλαμισμό. Οι σφαγές εντάθηκαν έπειτα από τη δολοφονία του ηγέτη των φαλαγγιτών και προέδρου του Λιβάνου Βαχίρ Τζεμαγιέλ. Όπως αναφέρουν πηγές, περισσότερα από 3500 άτομα έχασαν τη ζωή τους στις σφαγές. Θεωρείται ότι ισραηλινά στρατεύματα που απέκοψαν τις οδούς διαφυγής των προσφύγων, βοήθησαν κατά πολύ τους πρωταίτιους αυτού του γεγονότος που μονοπώλησε τα πρωτοσέλιδα του παγκόσμιου τύπου για πολλά χρόνια.



9. Η σφαγή του Μπατάκ
  Η σφαγή του Μπατάκ έγινε σε βάρος ανυπεράσπιστων Βούλγαρων που ζούσαν στην περιοχή Μπατάκ, από οθωμανικά στρατεύματα του Αχμέτ Αγά, ως επί το πλείστον τουρκικά, το 1876. Θεωρείται ότι περισσότεροι από 3000 ανυπεράσπιστοι πολίτες βρήκαν τον θάνατο στις σφαγές αυτές.



10. Η σφαγή της Γρανάδας
 Κατά τη σφαγή της Γρανάδας, όχλος ισλαμιστών εισέβαλε στα ανάκτορα της Γρανάδας και έσφαξε αρχικά τον Εβραίο ηγέτη Γιοσέφ Ιμπν Ναγκίλα που ήταν φιλοξενούμενος του Βερβέρου ηγημόνα της Γρανάδας. Στη συνέχεια οι σφαγές γενικεύτηκαν με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους περισσότερες από 1500 εβραϊκές οικογένειες της πόλης. 

                                     Πηγή:topaliatzidiko.com

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Πρώτη επίσημη Ελληνική εφημερίδα.

Ο Ελληνικός Τύπος γεννήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα στο χώρο της Ελληνικής διασποράς και στο πλαίσιο ιδιαίτερα ευνοϊκών ιστορικών και κοινωνικών συγκυριών (εποχή διάδοσης των ιδεών του Διαφωτισμού και οικονομικής δύναμης των Ελλήνων της διασποράς).

Η πρώτη Ελληνική εφημερίδα εκδόθηκε το 1784 στη Βιέννη - σημαντικό κέντρο Ελληνικού εμπορίου και λίκνο της Ελληνικής δημοσιογραφίας - από τον Ζακυνθινό τυπογράφο και εκδότη Γεώργιο Βεντότη. Ωστόσο, τουρκικές διπλωματικές πιέσεις προς τις αυστριακές αρχές είχαν ως αποτέλεσμα την οριστική παύση της έκδοσης τον Ιούλιο του ίδιου έτους.



Η "Εφημερίς" των Μαρκίδων Πουλίων εκδίδεται επίσης στη Βιέννη (1790-1798) δημοσιεύοντας ειδήσεις για τη Γαλλική Επανάσταση και διάφορα ευρωπαϊκά γεγονότα, αλλά και πληροφορίες ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τον Ελληνισμό της εποχής. Η έκδοσή της εφημερίδας αυτής συνδέεται άμεσα με τις ελπίδες περί κοινωνικής αλλαγής που γέννησε η Γαλλική Επανάσταση μεταξύ των βαλκανικών λαών. Παρόλο που η εφημερίδα έκλεισε λόγω της σχέσης των εκδοτών της με το Ρήγα Βελεστινλή και των επαναστατικών του ιδεών, η ιστορία του Ελληνικού τύπου είχε ήδη σημειώσει τα πρώτα της ουσιαστικά βήματα.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1811-1821 στα τυπογραφεία της Βιέννης και του Παρισιού εκδίδονται πολλά έντυπα. Το 1811 ο κληρικός ¶νθιμος Γαζής εκδίδει την δεκαπενθήμερη εφημερίδα "Λόγιος Ερμής" με την άδεια της αυστριακής κυβέρνησης, εφημερίδα η οποία αποτέλεσε το επίκεντρο πνευματικών αναζητήσεων και αμέτρητων φιλολογικών συζητήσεων. Στο Παρίσι εκδίδεται η "Αθηνά", η "Μέλισσα" και το "Μουσείον". Στο Λονδίνο εκδίδεται η "Ίριδα".

Όσον αφορά τις εκδόσεις σε Ελληνικό έδαφος, το 1812 εκδίδεται στα Επτάνησα η "Ιονική".

Ως πρώτη επίσημη Ελληνική εφημερίδα χαρακτηρίζεται η "Σάλπιγξ Ελληνική" του Ιωάννη Τόμπρου με διευθυντή τον Θεόκλητο Φαρμακίδη η οποία εκδόθηκε την 1η Αυγούστου του 1821 στην Καλαμάτα, ταυτόχρονα με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης.


Η Ελληνική συγκυρία είναι καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη του Τύπου στη χώρα. Η νέα πραγματικότητα του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα θέτει νέους στόχους και απαιτεί νέες επιλογές. Οι εφημερίδες του αγώνα αφενός προσπαθούν να καλύψουν την επικαιρότητα των πολεμικών εξελίξεων κι αφετέρου να ενημερώσουν για γενικότερα πολιτικά και κοινωνικά θέματα, δημοσιεύοντας άρθρα πολιτικής θεωρίας, κρίνοντας την εξουσία και πρεσβεύοντας τις αρχές της ελευθεροτυπίας. Το 1822 εκδίδεται στη Στερεά Ελλάδα η χειρόγραφη εφημερίδα "Αιτωλική" ενώ το 1824 ο Ελβετός φιλέλληνας Ιάκωβος Μάγερ εκδίδει την εφημερίδα "Ελληνικά Χρονικά" στο Μεσολόγγι.

Η πρώτη εφημερίδα στην Αθήνα ήταν η "Εφημερίς των Αθηνών" που εκδόθηκε το 1824 από το Γεώργιο Ψύλλα και η οποία γράφεται στη δημοτική και δημοσιεύει σειρά κειμένων για την πνευματική δραστηριότητα της εποχής. Το 1825 εκδίδεται στο Ναύπλιο με διευθυντή τον Θεόκλητο Φαρμακίδη η "Γενική Εφημερίς της Ελλάδας", που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε "Εφημερίς της Κυβερνήσεως" και εκδίδεται μέχρι σήμερα.



Στα επόμενα χρόνια εκδίδονται πολλοί τίτλοι εφημερίδων μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η "Εστία" που εκδόθηκε από τους αδελφούς Κύρου και εξακολουθεί να εκδίδεται μέχρι και σήμερα. Η πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα θεωρήθηκε η "χρυσή εποχή" των εφημερίδων. Η ραγδαία εξέλιξη των τεχνικών μέσων, η πρόοδος των μέσων επικοινωνίας και η οικονομική ενίσχυση των εφημερίδων επηρεάζει ριζικά την ύλη και εμφάνισή τους. Οι κυκλοφορίες αυξάνονται εκθετικά και τα πρώτα σωματεία δημοσιογράφων και διευθυντών εφημερίδων εμφανίζονται. Από το 1935 μετά την ψήφιση του "νόμου περί Δημοσιογραφικών Συλλόγων" στην Αθήνα παρέμεινε μόνο η Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (Ε.Σ.Η.Ε.Α).

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αμέσως μετά εκδόθηκαν στην Αθήνα οι εξής εφημερίδες: Έθνος, Eλευθεροτυπία, Ελεύθερος Τύπος, Βαλκανικός Ταχυδρόμος, Πολιτεία, Καθημερινή, Βραδυνή, Αθηναϊκή, Χρονικά, Ελεύθερον Βήμα, Ελεύθερος Λόγος, Δημοκρατία, Εφημερίς της Ελλάδας, Πρόοδος, Ριζοσπάστης.







Κατά τη διάρκεια της επταετίας (1967-1974) διακυβέρνησης της χώρας από τη στρατιωτική χούντα λειτουργούν οι εφημερίδες "Βραδυνή", "Απογευματινή", "Βήμα", και "Τα Νέα" ενώ διακόπτουν την έκδοσή τους το "Έθνος" η "Καθημερινή" η "Μεσημβρινή", η "Αυγή" και η "Αθηναϊκή". Μετά τη μεταπολίτευση οι εφημερίδες αυτές επανεκδόθηκαν, ενώ στην περίοδο 1974-1988 πρωτοεκδόθηκαν οι ημερήσιες εφημερίδες "Αυριανή", "Ελεύθερη Ώρα", "24Ώρες", "Πρώτη" και "Δημοκρατικός Λόγος".

Έως τα μέσα της δεκαετίας του '90 υπήρχαν στην Ελλάδα περίπου 300 εφημερίδες, τοπικής, περιφερειακής και πανελλαδικής εμβέλειας.

                                           Πηγή:topaliatzidiko.com


Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Η Παναγιά η γοργόνα.

Κατάμπροστα στο ψαραδολίμανο, μέσα στο μάτι του πουνέντη, ορθώνεται πάνω σε θεώρατη θαλασσοβραχιά το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γοργόνας. Τούτο τον όγκο της πέτρας τόνε κράζουν οι χωριανοί «της Παναγιάς τα Ράχτα». Ο βράχος είναι ριζωμένος στον πάτο. Σηκώνει την χήτη του μες από τα νερά σα θεριό που ξενέρισε το μισό και εκεί πέτρωσε. Οι άνθρωποι ρίξανε ριχτίμι στην προέχταση του βράχου. Έτσι έκαναν εύκολα το μόλο του λιμανιού, και το διαφεντεύουν από τις αγροκαιριές της Ανατολής. Όσο γέρνει η μέρα σκουραίνουν οι ίσκοι μέσα στα νερά και τα ράχτα ροδίζουνε στον ήλιο με το χρώμα του ξερού τριαντάφυλλου. Τη νύχτα ο όγκος τους ξεκόβει ψηλός και σκοτεινός μες από την ισάδα της ακρογιαλιάς και του νερού. Στέκεται σα δραγάτης και ξαγρυπνά πάνω από τα μαγαζάκια και τα λίγα σπίτια της Σκάλας. Οι περαστικοί τρατάρηδες ανεβαίνουν και ανάβουν φωτιές εκεί πάνω, στις γούβες και στα σπηλάδια, να βράσουν την κακαβιά. Οι μεγάλοι ίσκοι τους κουνιούνται με την αντιλαμπή στ’ ασβεστωμένα ντουβάρια της Παναγιάς και πάλι χάνουνται. Το ξωκλήσι δεν είναι να πεις τίποτα παλαιικό χτίσμα, απ’ αυτά τα μικρά αριστουργήματα που μαστόρεψε η βυζαντινή αρχιτεχτονική σ’ όλη την Ελλάδα. Είναι τετράγωνο και γερό, χτισμένο με πολλή ευλάβεια και λίγο γούστο από κάτι θεοφοβούμενους μαστόρους και ναύτες, πάνε τώρα εβδομήντα ή ογδόντα χρόνια.
Περνούσαν με μια μπρατσέρα, κι ο εργολάβος τους μαζί, συμφωνημένοι στα βορεινά του νησιού, σ' ένα κεφαλοχώρι, να χτίσουν κάποιο σαπουνάδικο. Στο δρόμο τους πήρε αλακάπα ένα άγριο μπουρίνι. Πήγαν να μπατάρουν εκεί απέξω στον κάβο - Κόρακα, σαν αντίκρισαν ξάφνου της Παναγίας τα ράχτα. Γλίτωσε μας, τάχτηκε ο εργολάβος, και μεις θα σου χτίσουμε ένα ξωκλήσι. Μεμιάς καταλάγιασε ο καιρός, οι μαστόροι και το τσούρμο απάγγιασαν στο μικρό λιμάνι της Παναγιάς. Δέσανε πρυμάτσα και κάμαν το τάμα τους. Γι' αυτό το κλησάκι τούτο μοιάζει τόσο πολύ με μικρό λαδομάγαζο.
Έχει ένα καμπανάκι κρεμασμένο από σιδερένια καμάρα. Από σκέτο σίδερο είναι κι ο διπλός σταυρός πάνω στη σκεπή. Έχει ακόμα κ’ ένα ψηλό κατάρτι για τη σημαία, σιδεροδεμένο με χυτό μολύβι στο βράχο και στις γωνιόπετρες, εκεί πίσω στη ράχη της αχιβάδας. Αυτό το ξύλο είναι λάφυρο από τη ναυμαχία της «Έλλης» και το παρακύλησε το κύμα ως εδώ γύρω. Το περιμάζεψαν οι χωριανοί, και σα λευτέρωσε ο «Αβέρωφ» το νησί, το σήκωσαν εκεί και ισάρισαν μια μεγάλη γαλανόλευκη να παίζει χαρωπά με τον αγέρα κάθε Κυριακή, να τη βλέπουν και να καμαρώνουν.
Όμως κατόπι πλάκωσαν δίσεχτα χρόνια. Οι αγέρηδες κομμάτιασαν σιγά - σιγά τη σημαία, οι πόλεμοι, η φτώχεια και οι πολιτικάντηδες μάραναν τον ενθουσιασμό των ανθρώπων, και κανένας πια δεν είχε την όρεξη να γνιαστεί για μια καινούργια σημαία. Έτσι το ψηλό κατάρτι απόμεινε να σκεβρώνει και να ξεβάφει μέσα στον ήλιο και στις φουρτούνες.
Τα πρωτινά χρόνια, πριν αρχίσουν οι πόλεμοι, άναβε ακοίμητη μιαν ασημένια καντήλα μπροστά στο ξυλένιο τέμπλο. Το φωσάκι της φαινόταν κάθε νύχτα ν’ αγρυπνά πίσ' από το γαλάζιο τζάμι του στρογγυλού φεγγίτη. Ήταν το ήμερο μάτι της μικρής εκκλησίας. Κοίταζε με έγνια μες απ' το σκοτάδι τα κύματα να ξεδιπλώνουνται με τάξη, τα σπιτόπουλα και τις βάρκες να κοιμούνται, τον απέραντον ελιώνα να σαλεύει και να ψιθυρίζει με πολλές μικρές και μυστηριώδικες φωνές κάτω από τ' αμέτρητα άστρα.
Αυτό γινόταν όσο κατοικούσε μέσα στο κλησάκι ο καπτα - Λιάς, που τον παρανόμιαζαν και dεdέ, γιατί ζούσε κει μέσα ολομόναχος, σα μουσουλμάνος καλόγερος στον « τεκέ » του. Αυτός φρόντιζε νάναι όλα παστρικά και γυαλισμένα, οι μαλτεζόπετρες χάμου, τα τζάμια και οι μπρούντζοι, κ' η καντήλα, να μην της λείπει το λάδι και το φρέσκο καφτούρι στη μικρή σημαδούρα.
Εκεί μέσα είχε τα σύνεργα και το γιατάκι του, μια παλιά γούνα αιβαλιώτικη, που τυλιγόταν μέσα στις προβιές της το χειμώνα. Το καλοκαίρι και τις χειμωνιάτικες μέρες πούκανε λιακάδες, σα δεν είχε δουλειά, καθότανε ξαπλωμένος στα ράχτα και λιαζόταν. Χουζούρευε ανάσκελος, με το πρόσωπο κατάφατσα στον ουρανό, συλλογιόταν και κάπνιζε μια πίπα από μαύρο γιούσουρο. Τις καλοκαιριάτικες νύχτες κρέμαζε τα πόδια του απ' το γκρεμό και χάζευε ώρες κατ’ από τ’ άστρα. Τότες ακουγόταν να ξεκουκίζει το κομπολόι του από κερασόχρωμες κοκαλένιες χάντρες.
Κανένας δε θυμόταν πούθε τάχα να ξενέρισε κείνος ο άνθρωπος πάνω σε τούτο το βράχο. Οι γέροι Μουριανοί που πρόφτασαν και τόνε γνώρισαν, άλλος από τον Τσεσμέ τον κάνει, άλλος από τ' Αλάτσατα. Ό ίδιος δεν τόστρεξε ποτές ν' ανοίξει το στόμα πάνω στη ζωή του. Και μια φορά που τόνε ρώτησε ένας αστόχαστα από πού είναι, σώπασε κάμποσο, υστέρα του απάντησε κοιτάζοντας μακριά : « Από τούτο τον κόσμο είμαι και γω, γιε μου. Πατριωτάκια είμαστε, βλέπεις. » Τώρα, είναι χρόνια που σηκώθηκε κ’ έφυγε ( κανένας δεν έμαθε πού πήγε και πότε πέθανε ), ακόμα κι ακόμα η κουβέντα του γυρίζει από στόμα σε στόμα, σαν παραμύθι και σαν παροιμία : « Από τούτο τον κόσμο είμαι κ’ έλόγου μου, πατριωτάκια. είμαστε, γιε μου. »
Οι πιο παλιοί που τον θυμούνται λεν πως τον έφτασαν ένα γέρικο, γεροδεμένο σκαρί. Παστρικός στα ρούχα του, με άσπρη γενειάδα απλωμένη στο φαρδύ στέρνο, πάνω στη μαβιά ναυτική φανέλα, σκορπούσε γύρω έναν αγέρα από καλοσύνη και σέβαση. Σα στεκότανε μπροστά στο μικρό ξωκλήσι, έτσι μεγαλόκορμος, με τα μπράτσα στις δυο πετρένιες παραστάτες της πόρτας, έδινε την εντύπωση πως φορούσε το κλησάκι στη ράχη όπως ο κόχυλας το καβούκι του.
Μόλις ξεχώριζε μακριά νάρχεται κανένα καΐκι με ρότα για το λιμάνι, το παρακολουθούσε με τα καθάρια μαβιά μάτια του ώσπου κόντευε. Τότες πετιόταν απάνω σβέλτος κι αλαφρύς, κ' έτρεχε στο μόλο ν' αρπάξει στα πεταχτά και να θελιάσει κάβο στη δέστρα. Σαν ήταν άβολος ο καιρός και δεν του άρεζε η μανούβρα, έβαζε τα χέρια χουνί κ' έδινε από την άκρα του μόλου τα όρντινα στον καπετάνιο που δεν ήξερε τα νερά και ρεζιγάριζε να καθίσει σε καμιά ρηχοπατιά. Κάθε επέμβαση τέτοιας λογής σκυλιάζει τους ναυτικούς, όμως με τον καπτα-Λιά ποτές κανένας δε θύμωσε. Τόσο σωστός ήταν ό λόγος του και με τόσο καλοσυνάτον τρόπο έκανε το κάθε τί.
Μέσα στο κλησάκι φύλαγε μια μικρή σανιδόκασα. Εκεί μέσα είχε τα σύνεργα του. Ντενεκεδάκια με λαδομπογιές, νερομπογιές και πινέλα. Μια ματσόλα, μια σφήνα, κάτι στουπιά, πίσσες και τέτοια, όλα χρειαζούμενα για το καλαφάτισμα και τα μερεμέτια του σκαριού. Ήτανε την πάσαν ώραν έτοιμος να δώσει ένα χέρι στο παλάμισμα, στο πάστρεμα, στο φόρτωμα της σαβούρας. Όμως η χαρά και το μεγάλο μεράκι του ήταν να ζουγραφίζει γοργόνες και λουλούδια στις μάσκες των καϊκιών που τούδιναν να μπογιαντίσει. Όλες οι γοργόνες του χαμογελούσανε σαν τα αρχαϊκά είδωλα. Και στο δικό του πρόσωπο ήταν το ίδιο το χαμόγελο. Έξαλλου κι όλα τα λουλούδια του είχανε χρώματα αφύσικα. Έβαφε τα τριαντάφυλλα του γαλάζια, πράσινα ή ασημιά, έκανε τα φύλλα βυσσινιά ή μαβιά, ανάλογα με τη μπογιά που του χτυπούσε στο μάτι κατά το κέφι της στιγμής.
Τούλεγαν οι ναυτικοί :
— Κόκκινα, μαθές, είναι τα τριαντάφυλλα, καπτά - Λιά. Πώς γίνεται και τα δικά σου είναι πράσινα σαν τα τσάγαλα!
— Έδετσι είναι τα δικά μου, απαντούσε κείνος και χαμογελούσε δίχως να σηκώνει κεφάλι. Κόκκινα κι άσπρα τριαντάφυλλα βρίσκεις σ' όλα τα περβόλια, γιε μου. Γαλάζια και πράσινα μόνο ετούτα είναι σ' όλο το ντουνιά.
Τόνε πλέρωναν οι καπεταναίοι κ' οι καραβοκύρηδες με οκαδιάρικα πακέτα καπνό, από το κοντραμπάντο της Ανατολής, τυλιγμένα σε μενεξελί χοντροχάρτι. Του γέμιζαν τα πανεράκια με ξερά σύκα, αλατισμένες ελιές και γαλέτα, τούδιναν καρπούζια και κουκιά, ό,τι είχανε στ' αμπάρι. Καμιά φορά τούβαζαν στο χέρι και ασημένια μετζίτια. Όμως και τίποτα να μην έπαιρνε πάλι δεν κακοκάρδιζε. Μάζευε τα σύνεργα σαν τέλειωνε η δουλειά κι ανέβαινε στα ράχτα γελαζούμενος. Μόνο, πριν ξεμακρύνει, κοντόστεκε, σταματούσε τρεις δρασκελιές από το καΐκι που ζωγράφιζε. Έγερνε έτσι - δα λίγο κατά τον ώμο το κεφάλι, ακουμπούσε ανοιχτή την απαλάμη πάνω στη γενειάδα και καμάρωνε με μισόκλειστα ματόφυλλα τα πλουμιά και τις γοργόνες του. Έκανε μια μικρή κίνηση με το χέρι.
— Άιντε και συ, έλεγε σα να το ξεπροβοδούσε. Άιντε στο καλό !
Στο πλεούμενο τόλεγε για στη γοργόνα, ποιος ξέρει. Θα τάβλεπε, λέγω, μες -στη φαντασία του και τα δυο ν' αρμενίζουν τις μεγάλες θάλασσες, να πλευρίζουν τις μακρινές στεριές που τις λαχταρούσε η καρδιά του και που αυτός ποτές πια δε θα τις ξαναχαιρόταν.
Απ' όλα τούτα τα φερσίματά του, οι χωριανοί έβγαζαν πως ο μπάρμπα - Λιάς ο δεδές θάτανε, δε γίνεται, κανένας ξεπεσμένος καπετάνιος, αποπαίδι της θάλασσας. Κανένα από κείνα τα βασανισμένα κορμιά, που παραπετά το πέλαγο αψήφιστα στη μια και στην άλλη, σαν τα γλειμμένα κούτσουρα που κατεβάζει ο καιρός ως εδώ, συνεπαρμένα, ποιος ξέρει από ποιές στεριές, κατεβασμένα από ποιές νεροποντές της Μικρασίας.
Εκεί αντίκρυ, βλέπεις, όλα είναι μεγάλα. Σαν τη στεριά της Ανατολής είναι μεγάλα. Και τα καλά της κ' οι φουρτούνες που τη δέρνουν. Έτσι οι πόταμοι κουβαλούν κάτι θεόρατα ξεριζωμένα δρυά, παλαιικά δέντρα, κατοχρονίτικα και βάλε. Οι κατεβασιές τα παραδίνουν στη θάλασσα ύστερ' από πολύν παραδαρμό. Κ' η θάλασσα πάλι τα παίρνει και τα βασανίζει από τη μια στεριά ως την άλλη, τα γδέρνει από το πετσί τους, τα γλείφει, τα ποτίζει άρμη και τα στρογγυλεύει. Τα γυαλίζει από παντού.
Λοιπόν, ύστερ' από μια γερή τραμουντάνα, τα βρίσκεις μισοχωμένα στην αμμουδιά, ν' ασπρολογούν στον ήλιο, θεόρατα κατακλυσμικά σκέλεθρα. Τίποτα πια δε θυμίζουν από το βουνό κι από το ξύλο, έτσι που ξεβγαίνουν μες από το νερό. Πιάνουν γλιστερό μούσκλι, οι κουφάλες τους γιομίζουν μικρά φαγάνικα καβούρια και σαλιγκάκια, όμως δε σαπίζουν. Απομένουν και μουσκεύουν στον ίδιον τόπο βδομάδες και μήνες, γίνουνται ένα με το τοπίο, δένουν με το περίγυρο. Όπου πηγαίνεις ξάφνου ένα πρωί να σεργιανίσεις τ' αμμογιάλι και απορείς που δεν τα βρίσκεις πια. Ο αγέρας πούβγαλε τη νύχτα η στεριά τα ξερίζωσε, τα σήκωσε και τα παράδωσε πάλι της θάλασσας. Ατέλειωτα να παραδέρνουν στα χέρια της Μοίρας, που κυβερνά τα πράματα με τον ακατανόητο νόμο της, το ίδιο σαν τους ανθρώπους. Ψάχνεις και δε βρίσκεις μηδέ το γιατάκι τους για σημάδι μέσα στον άμμο.
'Έτσι έρημος, άσπρος κι ακατέλυτος ήταν κι ο καπτα -Λιάς, έτσι και χάθηκε πάν' από της Παναγίας τα ράχτα ο δεδές ένα πρωινό. Σ' όλο το χωριό απάνω, και στο λιμάνι κάτω,, παραξενοφάνηκε τότες το πώς γίνεται νάφυγε αυτός και ν' απόμειναν πίσω τα ράχτα και το ξωκλήσι, τ' αδειανό θολάμι του. Αμ' πώς αλλιώς. Τον ξεσήκωσε και τον πήρε ακόμα μια φορά τα παραδείρι της αλήτισσας ζωής του σαν ήρθε η ώρα να τον καλέσει. Χάθηκε ένα πρωί, μεσοκαλόκαιρα του 1914, και την άλλη μέρα άραξαν στο νησί οι πρώτοι πρόσφυγες της Ανατολής. Κανένας δεν έμαθε για που τράβηξε ο δεδές και γιατί άφησε ξαφνικά το καυκί του. Όμως γύρισε ένας λόγος από στόμα σε στόμα, πως μπορεί νάταν κανένα πρόσωπο από την Ανατολή, που ο καπτα - Λιάς δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να το ξαναντικρίσει στη ζωή του. Τόσο μόνο. Καμιά γυναίκα ; Κανένα αχάριστο παιδί ; Ποιος μπορεί να ξέρει πόσων ειδών είναι το σαράκι που δαγκάνει την ανθρώπινη καρδιά. Όσοι είναι οι άνθρωποι τόσω λογιών είναι και τα μεράκια που τους παιδεύουν. Ο καπτα - Λιάς ο ίδιος έλεγε μια σημαδιακή κουβέντα, που ως τα σήμερα απόμεινε ν' ακούγεται στο στόμα των χωριανών. « Καθένας κι ο νους του, έλεγε. Καθένας κι ο θεός του. » Λέω πως πολύ θα συλλογίστηκε πάνω στα βάσανα της ζωής και τα φυσικά των ανθρώπων αυτός ο γέρος, για να κατασταλάξει σε τούτον το βαθυστόχαστο λόγο.
Τώρα ο dεdές δεν είναι πια εδώ. Θεός ξέρει πού λιώνουν τα κόκαλα του. Όμως στο λιμάνι της Παναγίας, κι απάνω στο χωριό, ζει ως τα σήμερα το παραμύθι της ζωής του, κ' οι ψαράδες ξαναλένε τις αξέχαστες κουβέντες του σαν τα βαγγέλια.
Σαν ακούστηκε τότες, ύστερ' από τον πόλεμο του 12-13, πως οι Τούρκοι θα διώξουν από την Ανατολή το χριστιανόκοσμο, είπε στους ταραγμένους χωριανούς : « Μην κάνετε δα έτσι. Όλοι για προσώρας είμαστε όπου και να πάμε. Μόνο, το νου μας, νάχουμε τον μπόγο δεμένο για παρτέντζα την πάσαν ώρα. Κ' ένα μαχαίρι, να κόψουμε γρήγορα την πρυμάτσα ...»
'Έτσι έγινε και μ' ελόγου του.
Σαν ήρθε η ώρα της παρτέντζας, πήρε στη ράχη το μπογαλάκι με τα σύνεργα του, έκοψε με αλύγιστη καρδιά την πρυμάτσα της αραξιάς του και χάθηκε. Όμως απόμεινε πίσω τ' όνομά του, απόμεινε ακόμα, αύτη πάνω απ' όλα, μια παράξενη ζουγραφιά, που την άφησε στορισμένη πάνω στον τοίχο της μικρής εκκλησίας. Στέκεται κει ως τα σήμερα, μισοσβησμένη από τον αγέρα και τ' αλάτι της θάλασσας, και είναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ' όλο τον κόσμο της χριστιανοσύνης.
Το κεφάλι της είναι έτσι όπως το ξέρουμε από τις τοιχογραφίες της Πλατυτέρας. Πρόσωπο μελαχρινό, ψιλοσήμαδο, συσταζούμενο στην έκφρασή του. Έχει στρογγυλό πηγούνι, μυγδαλωτά μάτια και μικρό στόμα. Έχει βυσσινί μαφόρι ως το κούτελο, έχει και το κίτρινο τ' αγιοστέφανο γύρω στο κεφάλι, όπως όλα τα κονίσματα.


( Μυριβήλης Στράτης)