Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Παναγία του Χάρου.

  

Παναγία του Χάρου
Ξεχωρίζει για τη μοναδικότητα της καθώς είναι η μοναδική εικόνα της Παναγίας που δεν κρατά το Θείο Βρέφος, αλλά τον Εσταυρωμένο Χριστό. Ο λόγος για την Παναγία του Χάρου, που όσο και αν ακούγεται παράξενο το όνομά της, εδώ και εκατοντάδες χρόνια ευλογεί το νησί των Λειψών.
Η Παναγία του Χάρου πήρε το όνομά της, από το γεγονός ότι ο νεκρός Χριστός στον σταυρό του μαρτυρίου και ο Χάρος σχετίζονται μεταξύ τους εννοιολογικά. Το μοναστήρι της Παναγίας βρίσκεται ένα χιλιόμετρο έξω από το βασικό οικισμό των Λειψών. Τόσο το εξωμονάστηρο όσο και η εικόνα χρονολογούνται από το 1600 μ.Χ., όταν έφτασαν στο νησί δύο μοναχοί στην Πάτμο.

Το διάβα των αιώνων άφησε ανέπαφη την Εκκλησία, ενώ ερήμωσε τα γύρω κελιά των Μοναχών. Μα σεβάστηκε το Ιερό Κειμήλιό τους, την πρωτότυπη και Θαυματουργική Εικόνα της Παναγίας του Χάρου.
Η Παναγία του Χάρου γιορτάζει στις 23 Αυγούστου (εννιάμερα της Παναγίας) και στους Λειψούς στήνεται μεγάλο πανηγύρι. Από το 1943 μέχρι σήμερα τη θαυματουργή εικόνα κοσμούν τα περιώνυμα “κρινάκια της Παναγίας”. Τα λουλούδια τοποθετούνται στην εικόνα την Άνοιξη, στη συνέχεια ξεραίνονται και στη γιορτή της, κατακαλόκαιρο, ανθίζουν βγάζοντας μοσχομυριστά μπουμπούκια.

Αξιοσημείωτο είναι το ακόλουθο ιστορικό:
 Τον Απρίλιο του 1943 η ευσέβεια μιας κοπέλας τοποθέτησε στην Εικόνα άσπρους κρίνους. Αυτοί ξεράθηκαν, όπως ήταν φυσικό. Μα ξαφνικά τον Ιούλιο οι αποξηραμένοι κρίνοι άρχισαν παράδοξα να αποκτούν χυμούς και μάλιστα όσο πλησίαζε η Εορτή της 23ης Αυγούστου, έφτασαν να βγάζουν μπουμπούκια μοσκομύριστα, ολοκληρωμένα την ημέρα του Πανηγυριού της.
 Το Θαύμα αυτό πραγματοποιείται από τότε μέχρι σήμερα. Και προσφέρεται ως Ευλογία της Παναγίας του Χάρου σε κάθε προσκυνήτρια ψυχή, αλλά συγχρόνως και ως «σημείον αντιλεγόμενον» για τους άπιστους που, ενώ «θέτουν τον δάκτυλον επί των τύπων των… κρίνων», πασχίζουν να το εξηγήσουν με λογικοφανείς ερμηνείες, γεννημένες από τη θολοκουλτούρα τους.
Κι όμως η Παναγία του Χάρου, είτε για χάρη των πιστών Της είτε για προβληματισμό των απίστων συνεχίζει το Θαύμα Της. Και μας καλεί όλους να πυκνώσουμε με την παρουσία μας τη στρατιά των πανηγυριωτών και να οδεύσουμε σ’ Αυτήν, για να αποθέσουμε τις ελπίδες μας και τους οραματισμούς μας. 

Όταν η παναγία συνάντησε την μάνα του Ιούδα.

1
Η στιγμή που η Παναγία συναντά την μάνα του Ιούδα είναι συγκλονιστική. Η μάνα Παναγία πενθεί για τον Θεάνθρωπο γιο της κι η μάνα του Ιούδα πενθεί για τον προδότη γιο της. Ο πόνος είναι ο ίδιος, είναι ο μεγάλος πόνος της μάνας που έχει χάσει το παιδί της, θρηνεί και σπαράζει για το σπλάχνο της.
Με αργό το βήμα η Παναγιά, με αμέτρητο τον πόνο, την νύχτα από τον Γολγοθά κατέβαινε με μόνο, τον Ιωάννη πλάι της μες στο σκοτάδι εκείνο και οι πέτρες ανατρίχιαζαν στον μυστικό της θρήνο.
Γύρω, τριγύρω σιγαλιά, βουβός είναι ο δρόμος, θαρρείς τον κόσμο νέκρωσε κάποιος μεγάλος τρόμος.
Και όσο βαδίζουν σαν σκιές στα άχαρα εκείνα μέρη, και μοιρολόγια η Παναγιά τα πιο όμορφα που ξέρει τα λέει και ο αντίλαλος από όπου και αν διαβαίνει κάθε λουλούδι τρυφερό που βρίσκεται μαραίνει.
Πώς να μην κλάψει που ‘γινε για αυτήν σκοτάδι η μέρα;
Κ’αν είναι Αυτός θεάνθρωπος, εκείνη είναι μητέρα. Και να που ακόμη μια φωνή την ερημιά ταράζει. Αχ,τι φωνή λυπητερή. Ποιος και γιατί στενάζει;
Ποιος σαν Αυτή άλλος πονεί και μοιρολόγια λέγει, μη του παιδιού της το χαμό και άλλη μανούλα κλαίει;
Ναι, κάποια μάνα είναι αυτή, που μονάχη στην άκρη απαρηγόρητα θρηνεί και χύνει μαύρο δάκρυ
Και τούτη σαν τη Μαριάμ, τον γιό της έχει χάσει και δεν μπορεί τέτοιο κακό ποτέ να το ξεχάσει. Η Μαριάμ τον Ιησού τον είδε σταυρωμένο και τούτη είδε τον γιόκα της στο δέντρο κρεμασμένο Και κλαίει, μα το κλάμα της δεν συγκινεί κανέναν, νιώθει όμως τον πόνο της η Παναγιά η Παρθένα, που την ακούει τραβά και πάει να την γνωρίσει λόγια αγάπης να της πεί, να την παρηγορήσει.
Με ένα γλυκό χαμόγελο συμπόνοια γεμάτο μάνα της κράζει, δύστυχη μη σέρνεται εδώ κάτω.
Δεν είσαι μόνη που έχασες το φώς των ματιών σου, είμαι κ’εγώ, μην δέρνεσαι ποιος ήταν πες μου ο γιός σου;
Και αυτή δειλά, σαν ένοχος της απαντά:
Αδελφή μου, Ιούδας ονομάζεται το σπλάχνο το παιδί μου. Μόνο μια μάνα μόνο αυτή, σε όλο τον κόσμο ξέρει ποιο κοφτερό νιώθει βαθιά στα σπλάχνα της μαχαίρι, Στους πέντε δρόμους ρίχτηκα, παιδί μου σαν ζητιάνα, Αχ κάλλιο να μην έσωνα Θεέ να γίνω μάνα
Η Παναγιά κατάλαβε, τον γιό της τον γνωρίζει μα σαν μητέρα του Χριστού, δεν φεύγει, δεν γογγύζει.
Τον δικό της τον καημό ξεχνά την ώρα εκείνη και για τη μάνα τώρα αυτή τα δάκρυά της χύνει
Σκύβει και την ασπάζεται, χαιδεύει τα μαλλιά της, και την κρατάει με στοργή πιστά στην αγκαλιά της
Της λέει λόγια της καρδιάς και την γλυκομερώνει, της δίνει θάρρος, δύναμη και απάνω την σηκώνει.
Έλα και μείνε σπίτι μου την νύχτα να περάσεις, εκεί και οι δυό τον πόνο μας, τον μητρικό να πούμε, το δάκρυ μας να σμίξουμε και να προσευχηθούμε. Η μια στης άλλης το πλευρό σκυφτές συλλογισμένες, οι δυό μανάδες περπατούν αδελφαγκαλιασμένες.
Ο Ιησούς που στον Γολγοθά κρεμάται έδωσε τέτοια εντολή:
Αλλήλους ν’ Αγαπάτε!
http://www.agioritikovima.gr/

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης :Καπετάνιος - Στρατηγός της Επανάστασης του 1821

Γέννηση 3 Απριλίου 1770 Ραμαβούνι, Μεσσηνίας
Θάνατος 4 Φεβρουαρίου 1843 (72 ετών) Αθήνα, Ελλάδα
Εθνικότητα Έλληνας

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (3 Απριλίου 1770 - 4 Φεβρουαρίου 1843) ήταν Έλληνας κλέφτης, καπετάνιος, στρατηγός με πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821, πολιτικός, αρχηγός κόμματος, πληρεξούσιος, σύμβουλος της Επικράτειας. Έμεινε γνωστός και ως Γέρος του Μοριά.
Προερχόταν από φημισμένη οικογένεια κλεφταρματολών. Το επώνυμο της οικογένειάς του αρχικά ήταν Τσεργίνης. Αργότερα, σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση που διηγείται ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο παππούς του, Γιάννης Μπότσικας (Τσεργίνης), υιοθέτησε το «Κολοκοτρώνης» ως οικογενειακό όνομα, σαν μετάφραση του αρβανίτικου παρωνυμίου "Μπιθεκούρας" που του αποδόθηκε από κάποιον Αρβανίτη. Ο Κολοκοτρώνης γεννήθηκε στο Ραμαβούνι της Μεσσηνίας, καταγόταν από το Λιμποβίσι της Καρύταινας και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Αλωνίσταινα της Αρκαδίας που ήταν τόπος καταγωγής της μητέρας του, Ζαμπία Κωτσάκη (εκεί κατέφυγαν οι δυο τους μετά τον θάνατο του πατέρα). Ο πατέρας του Θεόδωρου, Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, πήρε μέρος στην ένοπλη εξέγερση που υποκινήθηκε από την Αικατερίνη Β' της Ρωσίας το 1770 και σκοτώθηκε μαζί με δύο αδελφούς και τον φημισμένο Παναγιώταρο στον πύργο της Καστάνιτσας από τους Τούρκους. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης εισχώρησε στα σώματα των κλεφτών της Πελοποννήσου και στα 15 του έγινε καπετάνιος. Έχοντας αποκτήσει πείρα και στη θάλασσα ως κουρσάρος, το 1805 πήρε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις του ρωσικού στόλου κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο.
Τον Ιανουάριο του 1806 και ενώ βρισκόταν στην Πελοπόννησο βγήκε διάταγμα δίωξής του. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να ακολουθήσει πολύμηνη περιπετειώδης και δραματική καταδίωξή του από τους Τούρκους σε πολλά χωριά και πόλεις της Πελοποννήσου. Κατάφερε - μαχόμενος - να διαφύγει τελικά με πλοιάριο, φεύγοντας από περιοχή στα ανατολικά του Λακωνικού κόλπου και περνώντας στα ρωσοκρατούμενα Κύθηρα με ενδιάμεση στάση στην Ελαφόνησο λόγω κακοκαιρίας. Από το 1810 υπηρέτησε στο ελληνικό στρατιωτικό σώμα του αγγλικού στρατού στη Ζάκυνθο και τιμήθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη για τη δράση του εναντίον των Γάλλων.
Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και άρχισε να προετοιμάζει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Ως απεσταλμένος της στη Μάνη σήκωσε τη σημαία της Επανάστασης στην Καλαμάτα στις 23 Μαρτίου 1821. Πρωταγωνίστησε σε πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις του αγώνα, όπως στη νίκη στο Βαλτέτσι (14 Μαΐου 1821), στην άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), στην καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου 1822), όπου διέσωσε τον Αγώνα στην Πελοπόννησο, αφού πρυτάνευσαν η ευφυΐα και η τόλμη του στρατηγικού του νου. Οι επιτυχίες αυτές τον ανέδειξαν σε αρχιστράτηγο της Πελοποννήσου. Στη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου πολλές φορές προσπάθησε να αμβλύνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στους αντιπάλους, αλλά παρόλα αυτά δεν απέφυγε τη ρήξη. Μετά από ένοπλες συγκρούσεις, ο ίδιος και ο γιος του συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν στο Ναύπλιο.
Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Κολοκοτρώνη στα απομνημονεύματά του σχετικά με την κατάληψη της Τριπολιτσάς: Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: «Άιντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί», και διέταξα και το έκοψαν.
Ο Σουλτάνος ζήτησε τη βοήθεια της Αιγύπτου για να σταματήσει την Επανάσταση, οπότε ο γιος του Μεχμέτ Αλή και διάδοχος του αιγυπτιακού θρόνου Ιμπραήμ αποβιβάστηκε το 1825 στην Πελοπόννησο. Η Σφακτηρία και το Ναυαρίνο έπεσαν στα χέρια των Αιγυπτίων και τότε ο Κολοκοτρώνης αποφυλακίστηκε για να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Χωρίς πολυάριθμο στρατό ξεκίνησε και πάλι τον κλεφτοπόλεμο, που διήρκεσε ως το 1828, όταν στην Ελλάδα έφτασε το στράτευμα του στρατηγού Μεζόν με εντολή του Καρόλου Ι´ της Γαλλίας για να διασώσει την Ελλάδα από τα αιγυπτιακά στρατεύματα (η Γαλλική Εκστρατεία του Μωριά).
Αξίζει να τονιστεί η στρατηγική φυσιογνωμία του Κολοκοτρώνη, καθώς διοικούσε τα στρατεύματα με ιδιοφυή τρόπο, χρησιμοποιώντας τις τακτικές του κλεφτοπολέμου, ώστε να μπορεί να αντεπεξέρχεται το στράτευμα στην αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου. Ενδεικτικό της δυσκολίας του αγώνα του 21 είναι το παρακάτω απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του.
O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου.
Επίσης μεγάλη σημασία έδινε στην καταστροφή των πόρων (τροφές - ζωοτροφές) του αντιπάλου, καθώς και στην εξασφάλιση τροφής για το στράτευμα του. Αναγνώρισε πολλές φορές το έργο και τη σημασία των Ελλήνων κτηνοτρόφων, που εξασφάλιζαν με τα χιλιάδες ζώα τους τροφή για την υποστήριξη των μαχητών και γενικά της επανάστασης.
Ως το τέλος της Επανάστασης ο Κολοκοτρώνης συνέχισε να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά πράγματα της εποχής.
Τα όπλα και η περικεφαλαία του ΚολοκοτρώνηΥπήρξε ένθερμος οπαδός της πολιτικής του Καποδίστρια και πρωτοστάτησε στα γεγονότα για την ενθρόνιση του Όθωνα. Το 1833, όμως, οι διαφωνίες του με την Αντιβασιλεία τον οδήγησαν, μαζί με άλλους αγωνιστές, πάλι στις φυλακές του Ιτς-Καλέ στο Ναύπλιο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και στις 25 Μαΐου 1834, μαζί με τον Πλαπούτα, καταδικάστηκε σε θάνατο. Έλαβε χάρη μετά την ενηλικίωση του Όθωνα το 1835, οπότε και ονομάστηκε στρατηγός και έλαβε το αξίωμα του «Συμβούλου της Επικρατείας». Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα «Απομνημονεύματά» του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836 και τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε μια νύχτα του 1843 από εγκεφαλικό επεισόδιο, επιστρέφοντας από γλέντι στα βασιλικά ανάκτορα.
Σημείο αναφοράς της ομιλίας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στη Πνύκα (1838) αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα:
« Όταν αποφασήσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «Που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;», αλλά , ως μία βροχή, έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση. »
Παιδιά του ήταν ο Γιάννης, που έγινε στρατιωτικός και μετέπειτα πρωθυπουργός, ο Κωνσταντίνος, ο Πάνος, που δολοφονήθηκε το 1824, ο μετέπειτα συνονόματος Πάνος και η Ελένη, σύζυγος του Νικήτα Δικαίου.

Το θαύμα του 1821.

Γράφει ο Aθανάσιος Δέμος
Δεν είναι υπερβολή, όταν χρησιμοποιούμε τον όρο θαύμα για την Eλληνική επανάσταση του 1821. Πρέπει να έχουμε υπόψη οτι πριν από το 1821 η Oθωμανική Aυτοκρατορία εθεωρείτο από όλους πραγματικός γίγαντας ακατανίκητος. H Eυρώπη έτρεμε το Σουλτάνο. Oι Eυρωπαίοι πρεσβευτές υποκλίνονταν "εδαφιαίως" μπροστά στα πόδια του, όταν γίνονταν δεκτοί. Όταν τους γίνονταν η υψίστη τιμή να προσκληθούν σε γεύμα, δεν παρακάθονταν στο σουλτανικό τραπέζι ως ομότιμοι, αλλά σχεδόν σαν επαίτες.
Όλα αυτά γιατί ο Σουλτάνος δεν ήταν κοινός ηγεμόνας, αλλά "μέγιστος των βασιλέων και υπέρτατος μονάρχης των αιώνων κατά την πομπώδη ανατολική φρασεολογία κύριος των δύο Hπείρων και των δύο θαλασσών, Aυτοκράτωρ των δύο Aνατολών και των δύο Δύσεων, θεράπων των δύο ιερών πολέμων των θνητών και κόρη οφθαλμού πάσης Yφηλίου". Ίλιγγος και δέος θα εκυίευε τον νουν και την ψυχή εκείνου, ο οποίος θα ήθελε να αναμετρήσει, με τα κριτήρια, του ψυχρού λογισμού, το κίνημα, που επρόκειτο να επιχειρηθεί.
Όμως η Iστορία των Eλλήνων δεν έχει γραφεί ποτέ με το διαβήτη των καλών υπολογισμών. Aλλά με τη θεία φλόγα της βαθύτατης πίστης στο θαύμα. H ασάλευτη αυτή πίστη, ότι για τους Έλληνες είναι κατορθωτά, όσα ο ψύχραιμος λογισμός θεωρεί αδύνατα, δεν είναι απαύγασμα μυστικισμού, αλλά καταστάλαγμα μακρότατης εθνικής πείρας.
Kαι αυτό αποδεικνύεται από τα τόσα και μεγάλα κατορθώματα, τα θαύματα, που πέτυχε στο πέρασμα των αιώνων. Aυτά τα προηγούμενα θαύματα, είναι ο πρώτος και θεμελιώδης παράγων του θαύματος του Eικοσιένα. Γιατί συναποτελούν τη μεγάλη και ασύγκριτη παράδοση της Eλληνικής φυλής, που υπήρξε πάντα ζωντανή δύναμη, ζυμωμένη με τα κύτταρα των Eλλήνων και κυκλοφορεί στο αίμα τους.
Kαι κατά την τραγικότατη ακόμη στιγμή, κατά την οποία κατέρρεε σε αιματόβρεκτα ερείπια η Bυζαντινή Aυτοκρατορία, έλαμψε, σε όλη την αίγλη της η υψηλή παράδοση της φυλής, στην πράξη ενός νέου Kόδρου και ενός νέου Λεωνίδα: πέφτοντας, ως μάρτυρας και ως ήρωας, ως απλός μαχητής ανάμεσα στους άνδρες του στην πύλη του Pωμανού, ο Kων/νος Παλαιολόγος, κατέλειπε το θρύλο ως βαρύτιμη κληρονομιά πίστης και ελπίδας στο θαύμα της αυριανής Aναστάσεως. Έτσι ο λαϊκός τραγουδιστής, αντί να μοιρολογεί, έψαλλε τη χαρμόσυνη στροφή της ελπίδας:
"Πάλι με χρόνια, με καιρούς,πάλι δικά μας θάναι!".
Kαι αφού εθέσαμε ως πρώτιστο παράγοντα του εικοσιένα την αείζωον παράδοση της φυλής, ας έλθομε στο δεύτερο παράγοντα: Στην ιερή κιβωτό, που διαφύλαξε αυτή την παράδοση αλώβητη και γονιμοποιό, μέσα στον Eθνικό κατακλυσμό, THN OPΘOΔOΞH EΛΛHNIKH EKKΛHΣIA. Όταν ο Mωάμεθ ο B' μπήκε στα παλάτια των Aυτοκρατόρων εστάθηκε για πολλή ώρα σιωπηλός. Kατόπιν, με βαθύ αναστεναγμό, είπε: "H αράχνη ύφαινε, τον ιστό της στον οίκον αυτόν των βασιλέων. Kαι αντί του άσματος των φρουρών, ακούεται ο θρήνος της κουκουβάγιας στον πύργο του Eφρασυάβ!". (Στίχοι 'ραβα ποιητή).
Aλλά βιάστηκε πολύ να απαγγείλει τον επικήδειο του Eλληνισμού ο Mωάμεθ. Γιατί αυτός ο ίδιος, που κατέλυσε την Aυτοκρατορία, την ανάστησε, την επόμενη ημέρα της νίκης του, με την παραχώρηση προνομιακής θέσης στην Eλληνική Eκκλησία. Όταν έδινε στον πρώτο, μετά την άλωση της Kων/πόλεως την αργυρή ποιμαντορική ράβδο, συγκροτούσε την ενότητα του Eλληνισμού, που είχε υποτάξει.

Tην συγκροτούσε κάτω από το ιερό σκήπτρο της Eκκλησίας και αναγνώριζε έμπρακτα την υπεροχή του. H ενέργεια αυτή του Σουλτάνου υπαγορεύτηκε από την αδυναμία του κατακτητή να κυβερνήσει ένα Έθνος ανώτερο πνευματικά και πολιτισμικά με τα άξεστα στίφη του, με τα οποία τα είχε νικήσει. Έτσι η Eκκλησία έγινε η κιβωτός της σωτηρίας του Έθνους. Για πρώτη φορά βρέθηκε τόσο ολοκληρωτικά, τόσο σφικτά και πειθαρχικά ενωμένος ο Eλληνισμός, όσο ακριβώς όταν έπεσε η Aυτοκρατορία.

Aυτοκράτορα των Eλλήνων, "αιχμάλωτον εις τας χείρας του Σουλτάνου", χαρακτηρίζει ο Mένδελσων Bαρθόλδυ, τον Πατριάρχη της Kων/πόλεως. Aυτός ο αιχμάλωτος αυτοκράτορας και το επιτελείο του, το ανώτερο ιερατείο, που τον περιστοιχίζει και οι πνευματικοί του Mέραρχοι, οι μητροπολίτες και οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες του, οι ιερείς στις πόλεις και τα χωριά, όλο το απέραντο στράτευμά του, εργάζονταν για την απολύτρωση του Γένους. Eργάστηκε με όλες τις δυνάμεις της για την εξάπλωση της ελληνικής παιδείας, από την οποία προσδοκούσε την Aνάσταση του Έθνους.

Aκόμη να προσθέσουμε ότι ο ιερωμένος που παιδαγωγούσε το Έθνος, όταν ήρθε η μεγάλη ημέρα έγινε μάρτυρας και ήρωας του εθνικού αγώνα. Kαι πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι είναι μεγάλο λάθος να υποστηρίζεται ότι η Eπανάσταση του 1821 είχε ως πρότυπο τη Γαλλική Eπανάσταση. H επανάσταση εκείνη, που ήταν κυρίως κοινωνική, ήταν σαφέστατα και αντικληρική. Tη σημαία, όμως, του Eικοσιένα ύψωσαν και εκράτησαν χέρια επισκόπων.
Tρίτος παράγοντας υπήρξε η πνευματική ηγεσία του Έθνους. Eυθύς αμέσως μετά την πτώση της Kων/πόλεως, άρχισε να ανασχηματίζεται η πνευματική αριστοκρατία της. Σε διάστημα μικρότερο των πενήντα ετών σχηματίστηκαν οι πρώτοι πυρήνες της μεταβυζαντινής πνευματικής ηγεσίας γύρω από την "ακάματον κυψέλην του Φαναρίου", όπου είχε εγκατασταθεί οριστικά το Πατριαρχείο.
Tην πνευματική αυτή ηγεσία αποτέλεσαν οι λόγιοι που συνέρευσαν από τα πέρατα του Eλληνισμού ρασοφόροι και κοσμικοί.
O Mατθαίος Παρανίκας γράφει: "Kατά τάς παραμονάς του Mεγάλου Aγώνος η Kων/πολις έβριθεν ανδρών πολυμαθών". Περιηγητής αναφέρει ότι παρακολούθησε παράσταση με τους "Πέρσες" του Aισχύλου σε φαναριώτικη οικία.
Aλλά, σπουδαίο ρόλο στην πνευματική αφύπνιση του υπόδουλου Eλληνισμού έπαιξαν και οι Eλληνικές παροικίες του εξωτερικού: της Pωσίας, της Oδησσού, της Mολδοβλαχίας, της Tεργέστης, της Bενετίας, της Παβίας, της Pώμης, του Λιβόρνου, της Bιέννης κ.λπ.
Aπό τα σπλάχνα της Eλληνικής Παιδείας εβλάστησαν οι ηγεμόνες της Bλαχίας και οι Mεγάλοι Δραγομάνοι, Yψηλάντες, Mουρούζηδες, Kαραμαντζάδες, Mαυρογέννηδες και τόσοι άλλοι, που μερικοί από αυτούς επέτυχαν να βάλουν την Πύλη να υπογράψει συνθήκες, όπως του Kιουτσούκ Kαϊναρτζή, που ευνόησε έμμεσα την ανάπτυξη της δύναμης των Eλλήνων.
Πριν αποβιβαστεί στη Mάνη ο Kολοκοτρώνης εκάθησε μαθητής, στα θρανία της Σχολής Mαρτελάου, στη Zάκυνθο. Πριν ο Παπαφλέσας πυρπολήσει τις ψυχές στην Πελοπόννησο με τη φλόγα του ενθουσιασμού του, ειχε γίνει μαθητής του Aινιάνα κ.λπ. Έτσι βοήθησε η πνευματική ηγεσία στην Aνάσταση του Γένους.
Tέταρτος παράγοντας του Eικοσιένα υπήρξε η Φιλική Eταιρεία. Aυτή ώθησε το Έθνος από το στάδιο των ονείρων και των ελπίδων στην περίοδο των ενδόξων έργων. Aυτή έδωσε το διάχυτο πόθο της ελευθερίας τη μορφή Πανελληνίου Συνωμοσίας, μιας συνωμοσίας, που δεν είχαν γνωρίσει ούτε πρόκειται να γνωρίσουν ποτέ τα χρονικά των λαών. O Aλέξανδρος Yψηλάντης στην επιστολή του προς τον Tσάρο Aλέξανδρο A', έγραφε ότι είναι συνωμοσία που περιλαμβάνει όλον τον άρρενα πληθυσμό, όχι μόνον αυτόν που ζει στην Eλλάδα, αλλά και τον σκορπισμένο έξω από αυτήν.
Eίναι από τα πλέον χαρακτηριστικά γεγονότα του '21, ότι η όλη οργάνωση υπήρξε απόφαση τριών εμπόρων: του Aθανασίου Tσακάλωφ, του Nικ. Σκουφά και του Eμμανουήλ Ξάνθου. Eγνώριζαν ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα ξένης βοήθειας. Eίχαν πειστεί όμως ότι το Έθνος πρέπει να στηριχθεί στις δικές του μόνο δυνάμεις. Για να το επιτύχουν, όμως αυτό καλλιεργούσαν, για ενθάρρυνση των ραγιάδων το μύθο περί ξένης βοήθειας, αλλά αυτοί εγνώριζαν, ότι ελπίδα ξένης βοήθειας δεν υπήρχε. Kαι αυτό ακριβώς αποτελεί την υψίστη αξία της σύλληψης της ιδέας αυτής. Γονυκλινείς προσφέρουμε σήμερα το θυμίαμα του θαυμασμού και της ευγνωμοσύνης μας στις μεγάλες αυτές μορφές.
Eρχόμαστε τώρα στον πέμπτο παράγοντα: Eίναι η ακμή και η οργάνωση του Eλληνικού Nαυτικού. Πώς ο εμπορικός στόλος μεταμορφώθηκε σε πολεμικό; Eίναι γνωστό ότι ισχυρό εμπορικό ναυτικό είχαν τα τρία νησιά, Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά. Mαζί με αυτά και όλα σχεδόν τα νησιά μας είχαν εμπορικά καράβια. H εξέλιξη των εμπορικών καραβιών σε πολεμικά οφείλεται σε δύο λόγους: Πρώτα με τις τολμηρές επιχειρήσεις εκέρδιζαν άφθονο χρήμα. Διασπούσαν τους αποκλεισμούς του Nέλσωνα και τροφοδοτούσαν την Eυρώπη. Eπέστρεφαν τότε στις βάσεις τους με σάκκους γεμάτους τάληρα αργυρά. Yποχρεώθηκαν κατόπιν να εξοπλίσουν με πυροβόλα και με αγήματα τα καράβια, για να αμύνονται από τις επιθέσεις των Bερβερίνων πειρατών και να δίνουν καθημερινές ναυμαχίες με άγριες εφόδους, τα λεγόμενα "ρεσάλτα" και να δίνουν μάχες σώμα με σώμα. Έτσι ήταν γυμνασμένοι και έτοιμοι για ναυμαχίες με τον Tουρκικό στόλο.
Δεύτερος τρόπος εξάσκησης στο πολεμικό ναυτικό ήταν η υποχρεωτική υπηρεσία στο Σουλτανικό ναυτικό. Oι Tούρκοι ήταν αδέξιοι ναυτικοί και είχαν ανάγκη από την πείρα και την τόλμη των Eλλήνων ναυτικών. Γι' αυτό επέβαλαν την υποχρωτική επιστράτευση στα νησιά και τα παράλια του Aιγαίου. H πιο μαύρη ημέρα ήταν, όταν έφθαναν στα νησιά οι "σεφερλήδες", για να πάρουν ναύτες για την Kων/πολη. Oυδέν κακόν αμιγές καλού. Eκεί εδιδάσκονταν πώς να πολεμούν
Aπό τα σπλάχνα του κόσμου των δύο κατηγοριών, που αναφέραμε, αναπήδησαν μέσα σε λίγο χρόνο οι τρομεροί θαλασσομάχοι μας, οι Mιαούληδες και οι Tομπάζηδες, οι Kανάρηδες και οι Πιπίνοι, οι Tσαμαδοί, οι Σαχίνηδες και οι Mατρόζοι
Kαι φθάνουμε, τέλος, στον έκτο παράγοντα του Eικοσιένα: Tη στρατιωτική του δύναμη. Aκούμε ή διαβάζουμε για αρματωλούς και κλέφτες χωρίς να ξεχωρίζουμε τις δύο αυτές κατηγορίες πολεμιστών της εποχής εκείνης. Oι αρματωλοί ήταν οι επίσημοι και αναγνωρισμένοι φρουροί των ορειών διαβάσεων, οι κλέφτες ήταν οι ανταγωνιστές τους. Ήταν οι νέοι που δεν άντεχαν το βάρος της σκλαβιάς, έπαιρναν το καριοφίλι και έτρεχαν στα βουνά για "μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή". Oι σωματικές τους ικανότητες έφθαναν σε απίστευτη ακμή. Στο τρέξιμο έφθαναν άλογα που κάλπαζαν. Mε μια αστραπή του γιαταγανιού εχώριζαν σφάγιο στα δύο. Περνούσαν το βόλι από το δαχτυλίδι κ.λπ.
Όταν ο Xάμιλτον ('γγλος ναύαρχος) επρότεινε στον Kολοκοτρώνη να μεσολαβήσει η Aγγλία, για μια έντιμη συνθηκολόγηση με την Tουρκία, ο Γέος του Mωριά απάντησε υπερήφανα: "O βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμιά συνθήκη δεν εκάμαμε ποτέ με τους Tούρκους. H φρουρά του είχε παντοτεινό πόλεμο με τους Tούρκους. Tα δύο φρούριά του ήταν πάντοτε ανυπότακτα". O Xάμιλτον τον ρώτησε: "Ποια είναι η βασιλική φρουρά του, ποια είναι τα φρούριά του;". O Γέρος απάντησε: "H φρουρά του βασιλέως μας, είναι οι λεγόμενοι κλέφτες, τα φρούρια η Mάνη και το Σούλι και τα βουνά".
Oι έξι αυτοί παράγοντες σε απόλυτη αρμονία, συνέκλιναν για να γίνει το θαύμα του 1821. Έτσι εδημιούργησαν το πυκνό αυτό δάσος των μεγαλουργημάτων, ενώπιον των οποίων οι λέξεις γίνονται φτωχές και οι τόνοι της υψηλότερης λύρας γίνονται ψελίσματα.
Πώς να υμνήσει και τι να πρωτοϋμνήσει κανείς; Kαι απλή, ονομαστική αναφορά προσώπων και κατορθωμάτων να κάμει κανείς, θα γεμίσει σελίδες ολόκληρες. Yπάρχει και ο φόβος να παραλείψει κάποια και να αδικήσει κάποιους.

Oι παγκόσμιες συνέπειες του Eικοσιένα υπήρξαν άπειρες. H Iερά Συμμαχία, καταρρακωμένη ηθικά, από το θρίαμβο του Eλληνικού αγώνα, διαλύθηκε σαν ένας πολιτικός συνασπισμός κομμάτων, σαν ένας χάρτινος πύργος μετά τη διάσταση Pωσίας και Aυστρίας. H επίδραση του Eικοσιένα στην πορεία και τις τύχες των μεγάλων Eθνών υπήρξε αληθινά ευεργετική. Tο μεγαλύτερο ευεργέτημα του Eικοσιένα στην ανθρωπότητα είναι ότι ενεφύσησε νέα πνοή σε όλον τον διανοούμενο κόσμο της Δυτικής και της Kεντρικής Eυρώπης.

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Νοσταλγώ και ονειρεύομαι...



ΤΟ ΚΟΛΛΑΒΙΖΕΙΝ: Το κολλαβίζειν ή κολλαβισμός ήταν το γνωστό σε εμάς μπιζ. Πρώτα τα παιδιά έβαζαν κλήρο να δουν ποιος θα κλείσει τα μάτια. Το παιδί αυτό στεκόταν σκυφτό κι έβαζε το δεξί του χέρι στην αριστερή του μασχάλη, κρατώντας την παλάμη ανοιχτή προς τα πάνω. Με το αριστερό του χέρι κρατούσε τα μάτια του κλειστά. Ένα από τα άλλα παιδιά, που στέκονταν πίσω του, το χτυπούσε στη μασχάλη κι έπειτα όλα μαζί χοροπηδούσαν και στριφογύριζαν το δάχτυλο, φωνάζοντας «ζζζζζζζζζζ», όπως κάνει η μέλισσα. Το παιδί έπρεπε να μαντέψει ποιος το είχε χτυπήσει. Αν δεν τα κατάφερνε, καθόταν πάλι να το χτυπήσουν.

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Ο εθνικός ζωγράφος της επανάστασης του 1821 ήταν Βαυαρός!

Ο αξιωματικός Καρλ Κρατσάιζεν είναι ο λόγος που σήμερα γνωρίζουμε την αυθεντική μορφή των μεγάλων μας αγωνιστών

Τα πρόσωπα των ηρωικών αγωνιστών του 1821 ταυτίζονται κάθε χρόνο με τις εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου για τον εορτασμό της Επανάστασης και την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Κυρίαρχες μορφές όπως του Κολοκοτρώνη, του Καραϊσκάκη και του Μακρυγιάννη αποτελούν γνώριμες φυσιογνωμίες για όλους μας.

Μνημεία, προτομές και αγάλματα που σηματοδοτούν ηρωικές μάχες και πορτρέτα των πρωταγωνιστών φιλοξενούνται σε πολλά μουσεία.



Πώς όμως ήταν στην πραγματικότητα τα πρόσωπα της Παλιγγενεσίας; Τι μορφή είχαν άραγε οι αγωνιστές του '21; Πόσο κοντά στην αληθινή όψη τους απεικονίζονται στους γνωστούς πίνακες;

Δεκαετίες πριν επινοηθεί και διαδοθεί η φωτογραφία και η απαθανάτιση των ανθρώπων, τον ρόλο του φωτογράφου ή οπερατέρ, με τη σύγχρονη ορολογία, εκπλήρωναν όσοι κατείχαν την τέχνη της ζωγραφικής και του σχεδίου.



Αυτός ήταν ο ρόλος που ανέλαβε ο Καρλ Κρατσάιζεν, ένας Βαυαρός αξιωματικός, χάρη στον οποίο γνωρίζουμε σήμερα την αυθεντική μορφή των μεγάλων αγωνιστών.

Ηταν ένας φιλέλληνας, ο οποίος πολέμησε στο πλευρό των Ελλήνων και βρέθηκε σε πολλά πεδία μαχών, στην Αίγινα, στον Πόρο, στη Σαλαμίνα, στο Ναύπλιο και στη μάχη του Φαλήρου.



Στην ανάπαυλα των εχθροπραξιών, ο αυτοδίδακτος ζωγράφος ζητούσε από τους ηγέτες των Ελλήνων την άδεια να αποτυπώσει τη μορφή τους.

Στο τέλος, αφού τους απαθανάτιζε με το μολύβι του, τους έβαζε να υπογράψουν οι ίδιοι το έργο και η υπογραφή αυτή αποτελούσε πιστοποιητικό αυθεντικότητας.



Ο Κρατσάιζεν είχε έρθει στην Ελλάδα την περίοδο 1826-27, βρέθηκε σε αρκετά στρατόπεδα και συγκέντρωσε μια μεγάλη σειρά από προσωπογραφίες πολλών σημαντικών αγωνιστών: Κολοκοτρώνης, Μακρυγιάννης, Νικηταράς, Τομπάζης, Κουντουριώτης, Μιαούλης, Κανάρης, Σισίνης, Μαυρομιχάλης, Μαυροκορδάτος, Ζαΐμης, Φαβιέρος κ.ά.
Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η απεικόνιση του Γεωργίου Καραϊσκάκη, έργο που έμεινε ημιτελές. Ήταν λίγο πριν από τη μάχη του Αναλάτου, όταν ο Κρατσάιζεν φιλοτέχνησε το πορτρέτο του ήρωα λίγο πριν από τον θάνατό του, χωρίς να προλάβει να αποτυπώσει λεπτομερώς τα της ενδυμασίας του.


Μερικά χρόνια αργότερα στη Γερμανία πλέον, ο ίδιος σημειώνει ενδεικτικά στον πρόλογο ειδικής έκδοσης: «Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στην Ελλάδα μου δόθηκε η ευκαιρία να σχεδιάσω εκ του φυσικού τα πορτρέτα των περισσότερων εξαίρετων ανδρών της νεότερης ιστορίας της χώρας αυτής».

Παράλληλα με τους αγωνιστές, ο Βαυαρός αξιωματικός - ζωγράφος δημιούργησε σειρά έργων ως ένα μοναδικό χρονικό καταγεγραμμένο με ημερομηνίες. Σκίτσα και υδατογραφίες με το Παλαμήδι, την Αίγινα, τη ζωή των ανθρώπων, πολεμικές συνθέσεις και πλοία του αγώνα.

Όταν επέστρεψε στη Γερμανία, ο Κρατσάιζεν δημιούργησε μια σειρά από 24 λιθογραφίες που κυκλοφόρησαν σε ένα λεύκωμα.


Στο πέρασμα του χρόνου τα έργα του έπεσαν στη λήθη μέχρι τη στιγμή που οι κληρονόμοι του Κρατσάιζεν ανακοίνωσαν ότι διαθέτουν την περίφημη συλλογή. Και το 1926 ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου προέτρεψε την ελληνική κυβέρνηση να αγοράσει το κληροδότημα. Ετσι έναντι 200.000 δραχμών τα έργα του Κράτσαϊζεν επέστρεψαν στον τόπο που δημιουργήθηκαν.

Τις δεκαετίες μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας πολλοί καλλιτέχνες εμπνεύστηκαν από τα έργα του Κρατσάιζεν. Ανάμεσά τους και ο Θεόδωρος Βρυζάκης, ο πρώτος της Σχολής του Μονάχου. Στον περίφημο πίνακά του «Το εν Πειραιεί ευρισκόμενον στρατόπεδον του Καραϊσκάκη, έτος 1827» ανάμεσα στους αγωνιστές με τις φουστανέλες διακρίνεται με βαυαρική στολή και ο Καρλ Κρατσάιζεν.  ΠΗΓΗ: protothema.gr

Το αντάρτικο του 1821.Ένας στρατηγός αναλύει τις τακτικές του πολέμου.

Image

Του ΝΙΚΟΥ ΤΟΣΚΑΥποστράτηγος (ε.α)
Ποιοι ήταν αυτοί που μετά από τετρακόσια χρόνια σκληρής σκλαβιάς εξεγέρθηκαν και μας χάρισαν την λευτεριά; Τι στρατιωτικές γνώσεις είχαν και πώς ήταν οργανωμένοι; Με ποιό τρόπο έκαναν πόλεμο και αντιμετώπισαν τον πανίσχυρο τουρκικό και αιγυπτιακό στρατό; Πόσο σημαντική ήταν η βοήθεια των εθελοντών φιλελλήνων που προσέτρεξαν;


Οι προγονοί μας, στις αρχές του 19ου αιώνα, ήταν κτηνοτρόφοι και γεωργοί χωρίς καμία στρατιωτική εκπαίδευση, εκτός ελαχίστων που υπηρέτησαν στα αγγλικά στρατεύματα των Επτανήσων και ακόμη λιγότερων που υπηρέτησαν στο ρωσικό στρατό. Ουσιαστικά δεν υπήρχε στρατιωτική γνώση, πολύ λιγότερο πρότυπα οργάνωσης που να εξυπηρετούν τα πρώτα σκιρτήματα εξέγερσης.
Η Ευρώπη μόλις είχε ξυπνήσει από τη μεγαλειώδη γαλλική επανάσταση (1789), τις εκστρατείες του Ναπολέοντα αλλά και την ήττα του στο Βατερλώ το 1815.


Οι στρατοί στην Ευρώπη πριν τη γαλλική επανάσταση μάχονταν μόνο σε σχηματισμό παράταξης, δηλαδή ο ένας κατ΄ αγκώνα δίπλα στον άλλο, σε ζυγούς που απείχαν περί τα 10 μ. Απαγορευόταν και θεωρείτο λιποταξία η απομάκρυνση οπλίτη από την παράταξη. Ακόμη και η διανυκτέρευση γινόταν μακριά από δάση για να μη φύγουν οι φτηνά αμειβόμενοι στρατιώτες, που κατάγονταν από τις εξαθλιωμένες τάξεις. Η γαλλική επανάσταση επέβαλε την γενικευμένη υποχρεωτική θητεία (levee en masse), ο οπλίτης ήταν ελεύθερος πολίτης και πολεμούσε με μαζικές επιθέσεις (a la bayonette), έξω από σχηματισμούς παράταξης και γεωμετρικά σχήματα και με ελιγμούς που απαιτούσε η επιβίωσή του από τα πυροβόλα όπλα, το ηθικό του ελεύθερου ανθρώπου και η ανάγκη του για γρήγορη νίκη.


Οι πρώτοι φιλέλληνες που ήρθαν για να βοηθήσουν τον απελευθερωτικό αγώνα, ήταν φιλελεύθεροι άνθρωποι, λάτρεις της γαλλικής επανάστασης και της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Οι άνθρωποι αυτοίθέλησαν να οργανώσουν τους ατίθασους και απείθαρχους έλληνες της εποχής εκείνης ώστε να πολεμούν με τακτικές που δεν άρμοζαν στην ελληνική ιδιοσυγκρασία, της γεωγραφία της περιοχής και που είχαν ξεπεραστεί ήδη στην Ευρώπη από τη φιλελεύθερη αντίληψη που σάρωσε τα συντηρητικά καθεστώτα.


Η μάχη του Πέτα, κοντά στην Άρτα, τον Ιούλιο του 1822, οδήγησε στη θλιβερότερη ήττα της Επανάστασης και στην απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των 93 αξιωματικών φιλελλήνων και τη διάλυση του πρώτου τακτικού τάγματος που αποτελείτο από 590 αξιωματικούς και στρατιώτες,ακριβώς λόγω της λανθασμένης τακτικής που εφαρμόσθηκε. Η παράταξή τους διαλύθηκε από το τουρκικό ιππικό του Ομέρ Βρυώνη. Λάθος συνταγή σε λάθος χρόνο. Στην περίπτωση του Πέτα ο Μαυροκορδάτος θέλοντας να παρακάμψει τις στρατιωτικές ηγεσίες του Αγώνα, υιοθέτησε τις τακτικές που οι φιλέλληνες προσπάθησαν να διδάξουν και αποδείχτηκαν ξεπερασμένες και αναποτελεσματικές.


Μετά το πάθημα αυτό οι Έλληνες όταν πολεμούσαν συνέχισαν να εφαρμόζουν την τακτική των κλεφτών και του ανταρτοπολέμου. Δεν χρησιμοποίησαν ξανά σχηματισμούς παρατάξεως. Δεν πιάνανε τον κάμπο αλλά όπως στα Δερβενάκια (Ιούλιος 1922) ταμπουρώνονταν στα ριζά του βουνού και ενεδρευτικά αιφνιδίαζαν τον εχθρό.

Κτυπούσαν τον εχθρό όταν μπορούσαν και τον απέφευγαν όταν ήταν σε αδύναμη θέση. Οι αρχηγοί ήταν πάντοτε μπροστά και γι αυτό ο αρχιστράτηγος στερεάς Ελλάδος Μάρκος Μπότσαρης σκοτώθηκε σε μάχη στο Καρπενήσι και ο αρχιστράτηγος Καραϊσκάκης στο Φάληρο.
Είχε έρθει ο καιρός του ελεύθερου Ανθρώπου που θα σάρωνε τις συντηρητικές αντιλήψεις και τις στρατιωτικές τακτικές της φεουδαρχικής εποχής. Το ηθικό, ο αυθόρμητος ελιγμός και η ορμητικότητα των ελεύθερων ανθρώπων δεν έμπαινε σε καλούπια. Οι λαϊκοί ηγέτες σαν τον Κολοκοτρώνη και τον Καραϊσκάκη, πήγαιναν μπροστά στη μάχη, προκαλούσαν τον εχθρό, τον κτυπούσαν όπου μπορούσαν και τον ανάγκαζαν να υποχωρήσει. Τα δυο στοιχεία της τακτικής ήταν ο ελιγμός και η τριβή του εχθρού. Η ίδια τακτική εφαρμόσθηκε και στη θάλασσα όπου μετά την πρώτη ατυχή ναυμαχία έξω από την Πάτρα όπου έγινε μετωπική αντιπαράθεση, ο Κανάρης εφάρμοσε τις αιφνιδιαστικές προσβολές με τα μπουρλότα. Παράλληλα τα μικρά ελληνικά εμπορικά εφοδιασμένα με λίγα κλεμμένα πυροβόλα ήταν εύκολο να ελιχθούν ανάμεσα στα μεγάλα δυσκίνητα τουρκικά πλοία και να τα προσβάλουν όταν μπορούσαν ή να διαφύγουν όταν η αναλογία δεν τους ευνοούσε.


Η ίδια τακτική, της φθοράς του αντιπάλου εφαρμόσθηκε με επιτυχία σε μεταγενέστερους πολέμους. Εφαρμόσθηκε στην Εθνική Αντίσταση 1941-1945. Ήταν η τακτική των ελεύθερων ανθρώπων, με τις ελάχιστες στρατιωτικές γνώσεις αλλά με την τεράστια ορμή και θέληση για Ελευθερία. 


Αποδείχτηκε για μια ακόμη φορά ότι ο πόλεμος δεν είναι μόνο αντιπαράθεση στρατιωτική αλλά και πολιτιστική.
 Η ατομικότητα του Έλληνα αγωνιστή καθόριζε τον ελιγμό του. Δεν ήταν ο καταπιεσμένος κεντροευρωπαίος που πιστός στο φεουδάρχη του υποχρεωνόταν να μπει στο ζυγό. Αυτός καθόριζε την ώρα του κινδύνου για τη ζωή του (όχι του θανάτου του όπως ο Ιάπωνας καμικάζι) αλλά και την ώρα της ελευθερίας του στα βουνά. Φορούσε πλουμιστά ρούχα και κορόιδευε τον αντίπαλο. Αντέτασσε τους δικούς του τρόπους πολέμου στις ΄΄κεντρικές λογικές΄΄ της πειθαρχίας που επικρατούσαν στην Ευρώπη. Χωρίς να ξέρει από Διαφωτισμό αγαπούσε τις φιλελεύθερες απόψεις.

Ήταν οι ταπεινοί που τους έλεγαν κλέφτες και τους κορόιδευαν οι φιλέλληνες γιατί ήταν άπλυτοι και αγράμματοι που εφάρμοσαν ΄΄ελεύθερες΄΄ τακτικές πολέμου και νίκησαν. Δεν φορούσαν φράκο ούτε ήξεραν από διπλωματίες και ΄΄σαλονάτες΄΄ συμπεριφορές ούτε είχαν διαβάσει τις τακτικές των Ολλανδών ή Σουηδών στρατηγών του Μεσαίωνα, όπως οι στρατιωτικοί της Ευρώπης εκείνης της εποχής.
Αυτούς τους ‘’άπλυτους’’ και ‘’αγράμματους’’ αγωνιστές της Ελευθερίας του 1821, που ήξεραν να σκορπούν τα βόλια τους στο Δράμαλη αλλά και ‘’φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους’’ τιμούμε σήμερα και πάντοτε.   ΠΗΓΗ:onalert.gr

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Πώς και πότε γιορτάστηκε για πρώτη φορά η 25η Μαρτίου.

α) Γιορτάστηκε το 1838 με πρωτοβουλία του Δημάρχου, ενώ η Κυβέρνηση δεν εκπροσωπήθηκε επίσημα.
β) Ο Όθων ήταν αντίθετος να συνδυαστεί η επανάσταση με την εκκλησιαστική γιορτή του Ευαγγελισμού. 
γ) Το παλάτι δεν επιθυμούσε έξοδα γιορτές την εποχή που οι Αγωνιστές δεν είχαν να φάνε. 
δ) Το “υπερθέαμα”: εκατοντάδες νέοι με δαδιά ή λαδοφάναρα σχημάτισαν το “εν τούτω Νίκα” στο Λυκαβηττό, ενώ οι θεατές παρακολουθούσαν αποσβολωμένοι. 
ε) Λέγεται ότι για την πρώτη γιορτή της 25ης Μαρτίου δαπανήθηκε μέρος των χρημάτων, που προοριζόταν για την ανέγερση του Πανεπιστημίου.
γράφει ο Γιώργος Δαμιανός
Η   25η Μαρτίου, ως ημέρα της εθνικής παλιγγενεσίας, γιορτάστηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα του 1838 και από τότε καθιερώθηκε με θρησκευτική ευλάβεια σε όλο το πανελλήνιο. Η καθιέρωση της εορτής οφείλεται στην επιμονή και το πείσμα του  Δημάρχου της Αθήνας Δημ. Καλλιφρονά ( 1805 – 1879) [1]. Ο Δήμαρχος ήρθε σε ρήξη με τη βαυαρική διοίκηση και συγκεκριμένα με το Υπουργείο των Εσωτερικών το οποίο δεν επιθυμούσε  έξοδα για γιορτές, όταν οι αγωνιστές δεν είχαν να φάνε. Κατά μία άλλη εκδοχή το Παλάτι, μάλλον, δεν επιθυμούσε να συνδέσει την εθνική εορτή με την Ορθοδοξία, για να μη δώσει την ευκαιρία στην Εκκλησία να καπηλευτεί την επανάσταση των Ελλήνων. Τελικά, ο Δήμαρχος θα οργανώσει μόνος του [2] τον εορτασμό και εκ του αποτελέσματος κατάφερε να δώσει  πανηγυρική ατμόσφαιρα, που ευχαρίστησε τους 17.000 Αθηναίους, οι οποίοι κατοικούσαν, τότε, στην πρωτεύουσα. Συγκεκριμένα, σημαιοστόλισε την πόλη και καθάρισε τις (λιγοστές) πλατείες. Ο εορτασμός άρχισε την παραμονή το βράδυ με 21 κανονιοβολισμούς. Και την άλλη μέρα, Παρασκευή πρωί, ανήμερα του Ευαγγελισμού, η Αθήνα ξύπνησε με 21 νέους κανονιοβολισμούς. Αριθμός συμβολικός , που συνδυάζεται με το ’21 της επαναστασης. Άρχισαν, έπειτα, να χτυπούν πανηγυρικά οι καμπάνες των εκκλησιών.
Το πρωί, της 25ης Μαρτίου 1838, εψάλη δοξολογία στον, τότε,  Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Ειρήνης (στην οδό Αιόλου), στην οποία,  και μόνο εκεί, παραβρέθηκε και ο Όθων ντυμένος με την παραδοσιακή φουστανέλα. Το απόγευμα οργανώθηκε από το Δήμο χορός στην πλατεία των παλαιών Ανακτόρων στον οποίο συμμετείχαν όλοι οι νέοι της πόλης ανεξάρτητα από την κοινωνική τους τάξη και τους παρακολούθησαν πολλοί από τους Αγωνιστές του 1821. Τη  νύχτα ο Δήμαρχος, πάντα, φωταγώγησε με λαδοφάναρα[3] τους κεντρικούς δρόμους και την Ακρόπολη.
Τέλος, οι Αθηναίοι έμειναν αποσβολωμένοι από το υπερθέαμα, όταν αντίκρισαν στο Λυκαβηττό φαναράκια που τα κρατούσαν νεολαίοι της εποχής και σχημάτιζαν ένα τεράστιο  φωτεινό σταυρό με τις λέξεις «Εν τούτω Νίκα»[4]. Έτσι, το 1838 γιορτάστηκε για πρώτη φορά η 25 Μαρτίου, ως μέρα μνήμης των Ελλήνων Αγωνιστών του 1821. Και τούτη η γιορτή έγινε με γκρίνια, με διαφωνίες και με πλουσιοπάροχη μεγαλοπρέπεια (ενώ χρήματα δεν υπήρχαν), κατά την πατροπαράδοτη συνήθεια μας. Οι κακές γλώσσες λένε ότι για τη γιορτή ετούτη δαπανήθηκε μέρος των χρημάτων, που προοριζόταν για την ανέγερση του Πανεπιστημίου.
σημειώσεις
[1] Δημ. Λαμπίκη, τα 100 χρόνια του Δήμου Αθηναίων, 1938, σελ. 43
[2] Στους ιστορικούς μελετητές είναι γνωστό το κείμενο του “διατάγματος” 980/1838 που καθιέρωνε τη μεγάλη εθνική εορτή, αλλά το κείμενο τούτο κυκλοφόρησε μόνο στον Τύπο και δε δημοσιεύτηκε ποτέ στην εφημερίδα  της Κυβέρνησης (συνεπώς δεν πρόκειται για Διάταγμα). Το κείμενο έχει ως εξής:
«Επί τη προτάσει της Ημετέρας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείας, θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα, διά την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγιας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος, διά την κατ’ αυτήν έναρξιν του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν Εθνικής Εορτής και διατάττομεν την διαληφθείσαν Γραμματείαν να δημοσίευση και ενεργήση το παρόν Διάταγμα».
[3]Είναι αξιοσημείωτο να τονιστεί ότι τότε η πρωτεύουσα, φωτιζόταν με 70 – 80 λαδοφάναρα του Δήμου και όταν φυσούσε δυνατός άνεμος έσβηναν όλα. Για να περιοριστούν τα περιττά έξοδα (για το φωτισμό ο Δήμος δαπανούσε το 5% του προϋπολογισμού του) κατά τις νύχτες με φεγγάρι, άναβαν μόνο τα 20-25 λαδοφάναρα.
[4] αναφέρεται και στους στίχους του Παν Σούτσου:” και αστήρ εν τούτω νίκα/ επεφάνη φωτεινός…” ΠΗΓΗ:24grammata.com

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Το μοιραίο 1964:Πώς η Τουρκία απέλασε τους Έλληνες της Πόλης.

του Κώστα Ράπτη                                                                                          

Μολονότι πέρασαν πενήντα χρόνια, το τραύμα παραμένει ανοιχτό. Οι απελάσεις των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, οι οποίες ξεκίνησαν στις 16 Μαρτίου 1964, αποτέλεσαν το πλήγμα από το οποίο η ομογένεια (ακατάβλητη έως τότε, ακόμη και μετά το πογκρόμ του Σεπτεμβρίου 1955) δεν μπόρεσε να ανακάμψει ποτέ. Όσοι μάλιστα είχαν άμεση εμπειρία των γεγονότων δύσκολα θα ξεχάσουν το κλίμα εκείνων των ημερών.
Η ατμόσφαιρα είχε ηλεκτρισθεί από τις συγκρούσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων του Δεκεμβρίου 1963. “Ήμουν τότε 13 ετών και ζούσα τα γεγονότα καθημερινά. Είναι από τις πιο δύσκολες περιόδους που έζησε ο Ελληνισμός της Πόλης. Συζητούνταν ανοιχτά το ενδεχόμενο της  βίας και της εκδίκησης σε βάρος της μειονότητας. Μάλιστα πολλοί διέδιδαν ότι την Πρωτοχρονιά θα γινόταν ό,τι και με τους Αρμενίους τον Αύγουστο του 1896, δηλ. σφαγή. Από τον Ιανουάριο πραγματοποιούνταν διαδηλώσεις από φοιτητικές οργανώσεις, δεχόμασταν απειλές για τη ζωή μας, ενώ στα σχολεία της ομογένειας γίνονταν επιθεωρήσεις τρομοκρατίας. Και τον Μάρτιο άρχισαν οι απελάσεις” μας διηγείται ο καθηγητής ΕΜΠ και πρόεδρος της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών, Νικόλαος Ουζούνογλου.
Οι απελάσεις στηρίχθηκαν στην ιδιομορφία ότι ένα τμήμα της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Πόλης, αποτελούνταν από Έλληνες υπηκόους, των οποίων η παρουσία ως établis, κατά τη διπλωματική ορολογία, είχε κατοχυρωθεί με την Συνθήκη της Λωζάνης.
Επρόκειτο κυρίως για τους απογόνους όσων είχαν μεταναστεύσει στην Πόλη από την Ελλάδα μετά την ανακήρυξή της σε ανεξάρτητο κράτος και μέχρι την Ανακωχή του 1918. Το 1964 αποτελούσαν περίπου το 10% της μειονότητας. Το 1927 στην πρώτη απογραφή της Τουρκικής Δημοκρατίας καταγράφηκαν 120.000 Ελληνόφωνοι εκ των οποίων οι 25.000 ήσαν Έλληνες υπήκοοι και οι υπόλοιποι (ανάμεσά τους και 7.000 Ίμβριοι και Τενέδιοι) ήσαν Ρωμιοί τουρκικής υπηκοότητας. Το 1931 όταν πραγματοποιήθηκε  καταγραφή των μειονοτικών υπό την αιγίδα της κοινωνίας των Εθνών καταμετρήθηκαν 78.700 άτομα, χωρίς να εγγραφούν (και αποτελεί αυτό μεγάλο διπλωματικό σφάλμα της εποχής, τονίζει ο κ. Ουζούνογλου) οι Έλληνες υπήκοοι. Αντίθετα, στην αντίστοιχη διαδικασία στη Δυτική Θράκη (όπου το σύνολο της μουσουλμανικής μειονότητας είχε ελληνική υπηκοότητα) η καταγραφή έγινε και με την αναφορά εθνοτικής προέλευσης (Τούρκοι, Πομάκοι, Αθίγγανοι).
Ο αριθμός των Ελλήνων υπηκόων της Κωνσταντινούπολης μειώθηκε περίπου στο μισό το 1932, όταν, ενώ μεσουρανούσε η ελληνοτουρκική φιλία Κεμάλ-Βενιζέλου, η Τουρκία απαγόρευσε την άσκηση 20 επαγγελμάτων (όχι απαραιτήτως εξεζητημένων) από ξένους υπηκόους. Ήταν συνεπώς αυτή η μεγαλύτερη “έξοδος” μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. 
Ωστόσο, οι Έλληνες υπήκοοι ήταν επί της ουσίας αξεχώριστοι από την υπόλοιπη μειονότητα. Οι περισσότεροι είχαν παντρευτεί ομογενείς με τουρκική υπηκοότητα και δεν είχαν καν μεταβεί ποτέ στην Ελλάδα. Κυκλοφορούσαν με ειδική ταυτότητα, η οποία ανανεωνόταν κάθε δύο χρόνια.
Το σχέδιο της απέλασής τους, τονίζει ο συνομιλητής μας,, κυοφορούνταν επί μακρόν.  Το Νοέμβριο 1957 είχε γίνει έφοδος της Αστυνομίας εν ώρα συνεδρίασης στην Ελληνική Ένωση Κωνσταντινουπόλεως (τον σύλλογο των Ελλήνων υπηκόων που είχε ιδρυθεί το 1934 και είχε χαρακτήρα φιλολογικό και φιλανθρωπικό – πρωτοστατώντας λ.χ. αποστολή επισιστικής βοήθειας με το πλοίο “Κουρτουλούς” στην Ελλάδα κατά την Κατοχή). Το αρχείο του συλλόγου  κατασχέθηκε και από εκεί βρέθηκαν οι τουρκικές αρχές να έχουν στην κατοχή τους τα ονόματα των μελών από τα οποία καταρτίσθηκαν επτά χρόνια μετά οι πρώτες λίστες των απελάσεων.
Στις 16 Μαρτίου 1964 η Άγκυρα ανακοίνωσε τη μονομερή καταγγελία της ελληνοτουρκικής συμφωνίας του 1930 περί εμπορίου και εγκατάστασης και ανακοίνωσε τις πρώτες λίστες απελάσεων. Ωστόσο οι Έλληνες établis  δεν υπάγονταν στη συμφωνία  του 1930 αλλά στην προγενέστερη κσι προφανώς ισχυρότερη από μία διμερή σύμβαση Συνθήκη της Λωζάνης.
“Η διαδικασία έχει γίνει γνωστή στο ευρύ κοινό από την ταινία «Πολίτικη Κουζίνα», αλλά ήταν στην πραγματικότητα λιγότερο ήπια” διηγείται ο κ. Ουζούνογλου. “ Δεχόσουν το βράδυ μία επίσκεψη από αστυνομικούς με πολιτικά. Σε καλούσαν την επομένη στο τμήμα και σε έβαζαν να υπογράψεις ένα έγγραφο που δεν σε άφηναν καν να το διαβάσεις και αποτελούσε, φαίνεται, ομολογία κατασκοπείας και οικειοθελούς αποχώρησης. Υποχρεωνόσουν δε να ειδοποιήσεις από ποια μεθοριακή δίοδο θα φύγεις, ώστε να ελεγχθείς. Η διαδικασία ελέγχου στο τελωνείο ήταν εξευτελιστική. Το μόνο δικαίωμα των απευλαυνόμενων ήταν να φέρουν μία αποσκευή των 20 κιλών και 20 δολάρια”. 
Οι λίστες έφθασαν να μεγαλώνουν. Δεν ανανεώνονταν πια οι άδειες παραμονής. Παράλληλα, όλα τα περιουσιακά στοιχεία των Ελλήνων υπηκόων δεσμεύονταν. Για να επισημοποιηθεί αυτό και να μπορούν τα δικαστήρια να χειρίζονται το θέμα, εκδόθηκε το μυστικό διάταγμα του Νοεμβρίου 1964 που αναφέρει  ότι τα περιοριστικά μέτρα λαμβάνονται  σε αντίποινα για τη βάναυση μεταχείριση από την Ελλάδα των Τούρκων πολιτών (;). Από τους τραπεζικούς λογαριασμούς, συμπληρώνει ο κ. Ουζούνογλου, επιτρεπόταν η ανάληψη μόνο 1500 λιρών το μήνα για όσους δεν είχαν εισόδημα από εργασία. Οι  Έλληνες υπήκοοι δεν είχαν ούτε κληρονομικά δικαιώματα πια. Μερικοί πρόλαβαν να βγάλουν στα γρήγορα διαζύγιο, ώστε να μεταβιβάσουν την περιουσία τους στις συζύγους. 
Σε πολλές περιπτώσεις εργοστάσια και μαγαζιά καταλήφθηκαν  ότι από τοπικούς παράγοντες. Αυτό διήρκεσε μέχρι το 1987, οπότε διέρρευσε το διάταγμα και ο Θ. Πάγκαλος το παρουσίασε στην Κομισιόν, ενώ η κυβέρνηση Οζάλ διαπραγματευόταν με την Ε.Ε.  και έτσι αναγκάσθηκε η Τουρκία να το ανακαλέσει. Αρκετοί κατάφεραν τότε και πούλησαν τις περιουσίες τους, παραμελημένες επί 25 χρόνια. Οι τραπεζικοί λογαριασμοί όμως είχαν εξανεμισθεί από τον πληθωρισμό.

Πηγή:www.capital.gr