Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Ο Πόλεμος του 1940 στα μετόπισθεν.

Η καθολική συμμετοχή του άμαχου πληθυσμού στον αγώνα συνέβαλε καθοριστικά στην εποποιία του Μετώπου

Της Μαρινας Πετρακη*




Οταν οι σειρήνες του πολέμου ξυπνούσαν τον κόσμο, το αξέχαστο εκείνο πρωινό της 28ης Οκτωβρίου, ένας άνεμος καινούργιος άρχισε να φυσάει πάνω από την ελληνική επικράτεια. Ενας άνεμος που φούσκωνε και γέμιζε τις αγουροξυπνημένες καρδιές των Ελλήνων με ενθουσιασμό, περηφάνια και λεβεντιά. Γινόταν θύελλα αγανάκτησης και αποφασιστικότητας, βουερή φωνή περιφρόνησης που μετατρεπόταν σε ένα κέφι αλλιώτικο, αλλόκοτο, γιατί οι ξέφρενες εκδηλώσεις και πανηγυρισμοί δεν αφορούσαν ένα χαρμόσυνο γεγονός αλλά την κήρυξη του πολέμου.
Ενα ολόκληρο έθνος, σαν μια γροθιά, γιόρταζε και χαιρετούσε τα στρατευμένα παιδιά ωσάν να πήγαιναν σε πανηγύρι και όχι στο μέτωπο. Πού βρέθηκε στα αλήθεια όλη αυτή η λεβεντιά; Ξεχάστηκαν διά μαγείας οι προσωπικές φιλοδοξίες, οι ταξικές διαφορές, τα πολιτικά πάθη και οι αντιπαραθέσεις, οι πικρίες κατά του καθεστώτος, οι εξορίες, οι διώξεις, έμεινε μόνο το προσκλητήριο «νυν υπέρ πάντων αγών».
«Και δεν ήμασταν όλοι μέχρι την παραμονή της ημέρας αυτής ούτε ήρωες ούτε φανατικοί πατριώτες. Μέτριοι άνθρωποι, φρόνιμοι, της φαμίλιας και της δουλειάς, όχι το σπίτι, τα παιδιά και τους εαυτούς μας, αλλά ούτε το περιεχόμενο της τσέπης μας δεν ήμασταν πρόθυμοι να δώσουμε στον έρανο της πατρίδας. Και παρουσιάστηκε ο έρανος του αίματος το αξέχαστο εκείνο πρωί. Και η Ελλάς αμέσως άνοιξε όλες τις φλέβες της. Ηταν Αγών υπέρ της Πατρίδος», θα γράψει ο Γεώργιος Βλάχος στην «Καθημερινή» τις μέρες του πολέμου.
Φανέλα του Στρατιώτη από όλη την Ελλάδα
Η επιστράτευση άψογα οργανωμένη γινόταν μέσα σε ένα απερίγραπτο κύμα ενθουσιασμού, καθώς τα πλήθη χαιρετούσαν και ευλογούσαν τα χιλιάδες παιδιά που με το χαμόγελο στα χείλη βιάζονταν να φτάσουν στο μέτωπο, εκεί ψηλά στον βωμό της θυσίας να πολεμήσουν «έστω και χωρίς καμία ελπίδα νίκης. Μόνον διότι πρέπει». Και η «υβρισμένη Παναγιά της Τήνου» πάντα μαζί τους - πάνω στα μικρά δελτάρια, μικρή εικόνα στον χιτώνα τους, όνειρο και όραμα μαζί στα χαρακώματα, σκέπη και αγκαλιά στην αφίσα του Γουναρόπουλου, ύμνος και ψαλμωδία στα χείλη του στρατευμένου ιερέα, παρηγοριά στον τραυματία και στον ετοιμοθάνατο.
Οι παραλείψεις πολλές, οι ελλείψεις περισσότερες (ποιος αμυνόμενος λαός στ’ αλήθεια βρέθηκε ποτέ καλά προετοιμασμένος για πόλεμο;). Πολεμικό υλικό δεν περίσσευε, ο ιματισμός ήταν του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με γκέτες και αρβύλες πλήρως ακατάλληλες για τα παγωμένα βουνά, τα κλινοσκεπάσματα μετρημένα, οι προμήθειες περιορισμένες, τα μέσα μεταφοράς ανεπαρκή, και τα κρυοπαγήματα ένας νέος, άγνωστος εχθρός πιο ύπουλος από τον Ιταλό, που τότε φάνταζε πάνοπλος και αήττητος. Ομως δίπλα στους «φτωχοδιάβολους που ενώ πήγαιναν να πολεμήσουν, ταλαιπωρημένοι βαδίζοντας μερόνυχτα με στολές πολύ μεγαλύτερες από το νούμερό τους, γελούσαν και τραγουδούσαν» (Λίλαντ Στόου, Αμερικανός δημοσιογράφος), τραγουδούσε και πολεμούσε και «μεθούσε με το αθάνατο κρασί του εικοσιένα» η επιστρατευμένη ελληνική ψυχή. «Γιατί η φτώχεια», θα γράψει ο Τερζάκης, «όταν πηγαίνει να σκοτωθεί για μια ιδέα, για το φιλότιμο, τραγουδάει».
Και η ιστορία γραφόταν εκεί πάνω στα βουνά της Ηπείρου στην πρώτη γραμμή ένδοξη και λαμπρή, με αυταπάρνηση και αίμα χωρίς ίχνος ψευτο-εθνικισμού και πατριδοκαπηλίας.
Πολιτική επιστράτευση
Η ιστορία γραφόταν όμως και στο εσωτερικό μέτωπο της Ελλάδας που πολεμούσε με τα δικά του μέσα για να στηρίξει την πρώτη γραμμή. Οπως στη Βρετανία όπου ο πόλεμος στα μετόπισθεν (British Home Front) αποτελούσε επιχείρηση υψίστης σημασίας για την αντιμετώπιση των γερμανικών βομβαρδισμών και την έκβαση του πολέμου γενικότερα, έτσι και στην Ελλάδα, που μόνη πολεμούσε τον φασισμό, οι μάχες στα μετόπισθεν απεδείχθησαν εξίσου σημαντικές με αυτές της πρώτης γραμμής. Παράλληλα, με το σχέδιο επιστράτευσης των ενόπλων δυνάμεων, η οποία πραγματοποιήθηκε με απόλυτη τάξη και ταχύτητα, ενεργοποιήθηκε άμεσα το σχέδιο Πολιτικής Επιστράτευσης θέτοντας σε άμεση εφαρμογή τα σχέδια που είχαν εκπονηθεί από τις αρχές του 1939 με σκοπό την κινητοποίηση όλων των φορέων και των μη επιστρατευμένων πολιτών σε υπηρεσίες ύψιστης σημασίας για την άμυνα της χώρας και την ενίσχυση του μετώπου σε περίπτωση πολέμου.
Η Παθητική Αεράμυνα αναλαμβάνει το δύσκολο έργο της εφαρμογής μέτρων συσκότισης για την αποφυγή βομβαρδισμών, οργανώνει τη διάταξη ορυγμάτων και καταφυγίων, εφοδιάζει τον πληθυσμό με προσωπίδες (μάσκες) και συντονίζει την Πυροσβεστική και την Υγειονομική Υπηρεσία, ενώ μπαίνουν σε εφαρμογή τα σχέδια για τη Γεωργική Επιστράτευση, για την οικονομική λειτουργία της χώρας και την οικονομική ενίσχυση της πολεμικής προσπάθειας μέσω εράνων και έκδοσης Πολεμικού Λαχείου.
Παράλληλα λαμβάνει χώρα μια γιγάντια προσπάθεια πλήρωσης του κενού της ειδικής στρατιωτικής ένδυσης από δεκάδες γυναικείες οργανώσεις που δραστηριοποιήθηκαν κάτω από την Οργάνωση «Η Φανέλα του Στρατιώτη» που ιδρύθηκε το 1939 από μια ομάδα Αθηναίων κυριών και τέθηκε αργότερα υπό την αιγίδα της πριγκίπισσας Φρειδερίκης. Σκοπός της πρωτοβουλίας αυτής, στην οποία συμμετείχε όλος σχεδόν ο γυναικείος πληθυσμός της χώρας, ήταν η συγκέντρωση ρουχισμού για τον μαχόμενο ελληνικό στρατό στα αλβανικά σύνορα όπου ο δριμύς χειμώνας αποδεικνυόταν ο χειρότερος εχθρός. Σύμφωνα με τα στοιχεία της εποχής, τα πλεκτά μάλλινα είδη που παραδίδονταν στην οργάνωση για προώθηση στο μέτωπο, έφταναν καθημερινά τις τρεις χιλιάδες. Παρόμοιος αριθμός φτάνει στα γραφεία της ΕΟΝ, που έχει αναλάβει την Πολιτική Αμυνα, και στο ειδικό τμήμα του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.
Παράδειγμα αυτοθυσίας οι γυναίκες της Ηπείρου
Ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός με την έγκαιρη και πλήρη προετοιμασία, την αυταπάρνηση και την υψηλή επιστημονική κατάρτιση των διπλωματούχων και εθελοντριών αδελφών αναδεικνύεται ο σπουδαιότερος βοηθός και συνεργάτης του κράτους στην τιτάνια εθνική προσπάθεια. Συγκροτεί και αποστέλλει στην πρώτη γραμμή πλήρως εξοπλισμένα και επαρκώς πλαισιωμένα κινητά χειρουργεία μετώπου, καταρτίζει μόνιμα νοσοκομεία εκστρατείας και νοσοκομεία διακομιδής τραυματιών και ασθενών στρατιωτών, ενώ διαθέτει σε νοσοκομεία του μετώπου αλλά και των μετόπισθεν εθελόντριες αδελφές καθώς και υγειονομικό υλικό. Συνιστά την «Επιτροπή και Τμήμα Βοήθειας Μαχομένων - Το Δέμα του Στρατιώτου» για την ετοιμασία, και αποστολή χιλιάδων μάλλινων ενδυμάτων για την πρόληψη κρυοπαγημάτων και επανιδρύει το «Γραφείο Αιχμαλώτων». Οργανώνει την «Επιτροπή Κυρίων και Τμήμα Ψυχαγωγίας του Στρατιώτου» και τις «Γωνίες του Τραυματία» για την ψυχαγωγία και απασχόληση των τραυματιών. Από τις 2.836 αδελφές νοσοκόμες του ΕΕΣ που επάνδρωσαν τα 58 στρατιωτικά νοσοκομεία, τους προκεχωρημένους υγειονομικούς σχηματισμούς, τα πλωτά νοσοκομεία, τους Σταθμούς Πρώτων Βοηθών και Παθητικής Αεράμυνας, πολλές ήταν αυτές που έχασαν τη ζωή τους στον βωμό του πατριωτικού καθήκοντος.
Το Λύκειο Ελληνίδων ήταν ένας άλλος φορέας που η συνεισφορά του στον αγώνα υπήρξε σημαντική. Από τις αρχές τους 1939 οργανώθηκαν στις εγκαταστάσεις του μαθήματα παθητικής αεράμυνας όπου εκπαιδεύτηκαν ως νοσοκόμες εκατοντάδες μέλη του, ενώ οργανώνονται σεμινάρια εκμάθησης βασικών αγροτικών λειτουργιών για την καλλιέργεια κηπευτικών σε πάρκα, πλατείες και άλλους δημόσιους χώρους στο πλαίσιο της εκστρατείας για την αυτάρκεια τροφίμων στα μετόπισθεν και τη σίτιση του στρατού στο μέτωπο. Παράλληλα δίδονται μαθήματα διαφώτισης του αμάχου πληθυσμού σε περίπτωση χημικού πολέμου, ενώ με την ίδρυση του «Τμήματος Μερίμνης Στρατιώτου» τα μέλη επιδίδονται σε έναν πόλεμο «πλεκτικής» για τα παιδιά που πολεμούν. Καθιερώνονται τα περίφημα «Πλεκτικά Τέια» όπου οι Αθηναίες αστές ανταποκρίνονται στις εκκλήσεις της πολιτείας πλέκοντας ασταμάτητα, υπό το βλέμμα της αφίσας της Βάσως Κατράκη, ενώ πίνουν το τσάι τους.
Λαϊκά συσσίτια
Η Εκκλησία, η οποία θέτει στη διάθεση της πατρίδος όλα τα τιμαλφή αφιερώματα της Παναγίας της Τήνου, πρωτοστατεί μαζί με πολλές γυναικείες οργανώσεις και κοινωνικούς φορείς σε εράνους και λαϊκά συσσίτια όπου σιτίζονται οι οικογένειες που ο πόλεμος τους στέρησε τα προς το ζην, ενώ εύπορες αστικές οικογένειες καλούνται να φιλοξενήσουν αυτούς που έχουν ανάγκη.
Ωστόσο, δεν ήσαν μόνο οι αστές Ελληνίδες που έδωσαν το μερτικό τους στον αγώνα της πατρίδας. Ηταν και οι χιλιάδες απλές, ανώνυμες γυναίκες που έκαναν τη βελόνα τους σπαθί και τον καημό τους τραγούδι και προσευχή για τα παιδιά της Ελλάδας. Μάνες, γυναίκες, αδελφές, κόρες, αρραβωνιαστικιές, άνοιξαν τα μπαούλα τους, ξήλωσαν τις προίκες τους, εκποίησαν τις βέρες τους, και πάνω στα δέματα για τα παιδιά καρφίτσωναν ευχές για τη νίκη. Στην επαρχία οι γυναίκες, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι αντικαθιστούν στις αγροτικές και κτηνοτροφικές δουλειές τους άντρες που έχουν στρατευθεί στο μέτωπο, και καθώς τα υποζύγια υπηρετούν και αυτά την πατρίδα, ζώνονται το αλέτρι, την αξίνα, το φόρτωμα. Αγόγγυστα, υπερήφανα. Κάθε προσφορά δεκτή χωρίς κριτήρια, χωρίς διακρίσεις σαν τις εισπράξεις των ιερόδουλων του Πειραιά, θυσία στον αγώνα.
Κανένα παράδειγμα αυτοθυσίας, ηρωισμού και λεβεντιάς δεν πλησιάζει ωστόσο αυτό της γυναικείας Ηπειρώτικης προσφοράς. Σκληρή, αγέλαστη, μαυροφορεμένη με τα γουρνοτσάρουχα και τα σεγκούνια της η Ηπειρώτισσα παραστάθηκε σε όλον τον αγώνα. Ζαλώνεται κασόνια ασήκωτα με πυρομαχικά και προμήθειες από διάσελο σε διάσελο, από κορφοβούνι σε κορφοβούνι «να μην αφήσει τα παιδιά εκεί ψηλά χωρίς» και όταν τα γαϊδούρια κολλούν ξυλιασμένα στις λάσπες και στο χιόνι, μεταφέρει στις πλάτες της τους τραυματίες και θάβει τους νεκρούς. Και η προσφορά της γίνεται θρύλος, αφίσα, τραγούδι και ταινία που προβάλλεται χωρίς διακοπή σε κεντρικό θέατρο του Πικαντίλυ στο Λονδίνο, για να εμψυχωθεί ο χειμαζόμενος πληθυσμός της βρετανικής πρωτεύουσας που μετρά καθημερινά εκατοντάδες νεκρούς από τους ναζιστικούς βομβαρδισμούς.
Βομβαρδισμοί
Αλλά και το ελληνικό μετόπισθεν μετρά τους δικούς του νεκρούς από τους ιταλικούς βομβαρδισμούς. Από την πρώτη κιόλας μέρα του πολέμου η Πάτρα βομβαρδίζεται ανηλεώς και θρηνεί πενήντα αμάχους. Ακολουθούν καταστροφικοί βομβαρδισμοί στη Θεσσαλονίκη, στα Γιάννενα, στον Βόλο, στη Λάρισα, στην Κέρκυρα, με εκατοντάδες νεκρούς και μεγάλες καταστροφές.
Και οι Ελληνες εξακολουθούν να πλέκουν, να ζωγραφίζουν τον πόλεμο, να γράφουν ποιήματα για τον αγώνα, να γελούν και να γελοιοποιούν τον εισβολέα. Να διαβάζουν εφημερίδες, να ακούν ραδιόφωνο, και να πηγαίνουν στο θέατρο όπου οι πατριωτικές παραστάσεις και τα τραγούδια της Βέμπο τους κάνουν να αισιοδοξούν και να παλεύουν.
Οι συναγερμοί, οι βομβαρδισμοί, η απαγόρευση της κυκλοφορίας, και έλεγχοι της ΕΟΝ, οι πανηγυρισμοί στους δρόμους, η επιστολή του Ν. Ζαχαριάδη, οι έρανοι, το τιτάνιο έργο της απόκρυψης των αρχαιολογικών θησαυρών, οι τραυματίες και οι παγόπληκτοι, η αποφυγή διασποράς ειδήσεων και ο φόβος της Πέμπτης Φάλαγγας, όλα συνθέτουν την εμπόλεμη εικόνα των μετόπισθεν. Οι συγκινητικές προσφορές του λαού, της Εκκλησίας και των διανοουμένων, ο πόλεμος της βελόνας, οι γυναίκες, τα παιδιά, συγκροτούν μια τεράστια εμπόλεμη δύναμη αμάχων πολεμιστών χωρίς την οποία ίσως να μην είχε γραφτεί ποτέ η εποποιία του 1940.
* Η κ. Μαρίνα Πετράκη είναι ιστορικός και ερευνήτρια.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Διάγγελμα του Ιωάννη Μεταξά προς τον ελληνικό λαό (28-10-1940).

Προς τον ελληνικόν λαόν,
Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. Μολονότι επεδείξαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην, προς όλους, η Ιταλία μη αναγνωρίζουσα εις ημας το δικαίωμα να ζώμεν ως ελεύθεροι Έλληνες μου εζήτησεν σήμερον την 3ην πρωινήν ώραν, την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν ότι προς κατάληψιν αυτών η κίνησις των στρατευμάτων της. θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ' εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Έλληνες,
τώρα θα αποδείξωμεν εάν είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας, την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος ας εγερθή σύσσωμον, αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά σας, και τας ιεράς μας παραδόσεις.
Νυν υπέρ πάντων ο αγών
Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως
Ιωάννης Μεταξάς

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Εφιαλτικές μέρες Ελλήνων σε Κέντρα Μεταναστών.

ΤΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΄50 ΚΑΙ ΄60

ΤΙ ΛΕΕΙ ΕΝΑΣ ΡΟΔΙΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ 
ΣΤΟ ΜΠΟΝΕΓΚΙΛΑ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ
Περίπου 35 χιλιάδες Έλληνες έζησαν εφιαλτικές στιγμές στο Κέντρο Υποδοχής Μεταναστών Μπονεγκίλα της Αυστραλίας στις δεκαετίες του '50 και του '60.
Η Μπονεγκίλα, περίπου 300 χιλιόμετρα από τη Μελβούρνη στη βορειο-ανατολική Βικτώρια, και άλλες παρόμοιες εγκαταστάσεις ονομάστηκαν, από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Αυστραλίας, Κέντρα Υποδοχής Μεταναστών.
Οι περισσότεροι από όσους έζησαν εκεί γνώρισαν την Μπονεγκίλα είτε ως κέντρο κράτησης, είτε ως στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Το 1952 και 1961 ήταν το επίκεντρο δύο εξεγέρσεων των μεταναστών για δουλειά και ελευθερία. Από το 1947, όταν έφτασαν εκεί οι πρώτοι διαμένοντες, έως ότου έκλεισε, το 1971, περισσότεροι από 320.000 πρόσφυγες και μετανάστες γνώρισαν τις εγκαταστάσεις αυτές ως το πρώτο σπίτι τους στην Αυστραλία. Οι αγώνες τους στη νέα χώρα για εγκατάσταση και ισότητα δικαιωμάτων ξεκίνησε εκεί, πριν εγκατασταθούν κοντά στα εργοστάσια και άλλους χώρους εργασίας.
Όπως αναφέρει το ΑΜΠΕ, τουλάχιστον 35.000 Έλληνες πέρασαν από την Μπονεγκίλα από τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Οι Ιταλοί ήταν μακράν η πολυπληθέστερη ομάδα. Ανά πάσα στιγμή φιλοξενούσε 10.000 ανθρώπους από πολλές εθνότητες, στιβαγμένους σε 30 κυματοειδή σιδερένια μπλοκ, με 350 άτομα το καθένα. Φρουροί και αγκαθωτά συρματοπλέγματα προστάτευαν το στρατόπεδο από παράνομη είσοδο ή έξοδο.
Οι διαμένοντες εκεί προμηθεύονταν με τα προσωπικά σκεύη, κλινοσκεπάσματα, πετσέτες, κλπ., και εφόσον δεν επιστρέφονταν σε καλή κατάσταση, το κόστος αυτό αφαιρείτο από το επίδομα ανεργίας που έπαιρναν, από το οποίο οι αρχές είχαν ήδη αφαιρέσει το ποσόν των εξόδων διαβίωσης.
Ερχόμενοι στην Αυστραλία, στο πλαίσιο της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Ευρωπαϊκή Μετανάστευση (και νωρίτερα σύμφωνα με την Εποικιστική Πολιτική Εκτοπισμένων Ατόμων), οι μετανάστες έπρεπε βάση σύμβασης να εργάζονται σύμφωνα με τις οδηγίες του υπουργείου Μετανάστευσης για δύο χρόνια.
Σε αντίθετη περίπτωση, προβλέπονταν κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης της επιστροφής ναύλων στην Κοινοπολιτεία, σε περίπτωση που επέστρεφαν στη χώρα καταγωγής τους.
Η υποχρέωση, με βάση τις ίδιες συμβάσεις, της αυστραλιανής κυβέρνησης να βρει δουλειά για τους μετανάστες τέθηκε σε εφαρμογή με περιφρόνηση, αν ποτέ ήλθε στο φως.
Όσο αφορούσε τις θέσεις εργασίας, δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Οι θέσεις εργασίας σε αγροτικές περιοχές, για τις οποίες προορίζονταν οι διαμένοντες, ήταν λίγες και ως επί το πλείστον ακατάλληλες. Οπότε η απόδραση στην πόλη, όπου υπήρχαν περισσότερες ευκαιρίες εργασίας, ήταν αναπόφευκτη παρά τις προσπάθειες των αρχών να σταματήσει τις αποδράσεις αυτές.
Η Μπονεγκίλα διευθυνόταν με βάση μια στρατιωτικού τύπου γραμμή. Όσοι βρίσκονταν σε κορυφαίες θέσεις ήταν αξιωματικοί του στρατού.
Πολλοί επιστάτες και φύλακες, οι οποίοι επιλέγονταν μεταξύ των διαμενόντων, ήταν στην πραγματικότητα φύλακες και υπάλληλοι πρώην ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης όπως επιβεβαιώθηκε από τον Μπομπ Γκρίνγουντ, επικεφαλής της Μονάδας Ειδικών Ερευνών Εγκληματιών Πολέμου που διορίστηκε από την κυβέρνηση Χόουκ το 1987.
Ο Πλούταρχος Δεληγιάννης, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, ο οποίος έφτασε στη Μπονεγκίλα στις 16 Απρίλη 1954, είπε στον δημοσιογράφο του «Νέου Κόσμου», Κώστα Νικολόπουλο (στις 16 Απρίλη 2004): «οι συνθήκες διαβίωσης των νέων μεταναστών δεν ενέπνεε καμιά ανησυχία στην κυβέρνηση.
Πρέπει να σας πω ότι είχαμε βρει συχνά σκουλήκια σε λουκάνικα και είτε μας άρεσαν είτε όχι έπρεπε να τα φάμε μετά την αφαίρεση (των σκουληκιών), καθώς τα λουκάνικα ήταν η βασική τροφή».
Μετά από 33 ημέρες αναμονής χωρίς δουλειά, ο Π. Δεληγιάννης, δύο αδέλφια του και άλλοι τρεις αποφάσισαν να δραπετεύσουν μια νύχτα, με τα πόδια προς την Wodonga ή το Albury, «για να επιβιβαστούν στο τρένο για τη Μελβούρνη όπου επέστρεψαν στον πολιτισμό και άρχισαν να ζουν σαν άνθρωποι».
Ο Θανάσης Κουκιάς απο τη Ρόδο, ο οποίος έφτασε στις 12 Δεκέμβρη 1954, δήλωσε στο ίδιο άρθρο ότι θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό που έμεινε μόνο δύο εβδομάδες «σε εκείνο το παράξενο, απομονωμένο μέρος όπου η υψηλή θερμοκρασία, η σκόνη, τα κουνούπια και οι μύγες έκαναν τη ζωή μας αφόρητη». Όμως η διαφυγή του δεν τον οδήγησε στην ελευθερία. Συνελήφθη και μαζί με 37 άλλους Έλληνες, στάλθηκε να εργαστεί στο Κουίνσλαντ.
Η εξέγερση των μεταναστών της Μπονεγκίλα δεν έτυχε αρκετής προσοχής από τον αυστραλιανό Τύπο ή την κοινή γνώμη εκείνης της εποχής.
Η διεύθυνση απέδωσε την εξέγερση εν μέρει στην «κομμουνιστική δραστηριότητα στο κέντρο -στην εμφάνιση ορισμένων φυλλαδίων κομμουνιστικού περιεχομένου και τις δραστηριότητες γνωστών κομμουνιστών στην περιοχή». Έρευνα που έγινε από την Ειδική Υπηρεσία της αστυνομίας και το Υπουργείο Δικαιοσύνης έδειξε ότι οι λόγοι της εξέγερσης ήταν η έλλειψη χρημάτων και η ανεργία των μεταναστών.
Τα λεγόμενα Κέντρα Υποδοχής και Διανομής στήθηκαν μακριά από τις πρωτεύουσες ώστε οι μετανάστες να κρατούνται εκεί και να ελέγχονται. Δεν ήταν μόνο ο αναπόφευκτος συνωστισμός και η μεγάλη αναμονή για μια θέση εργασίας, αλλά η μεταχείριση σε βάρος των ανθρώπων και η νοοτροπία πίσω από τη δημιουργία αυτών των κέντρων, όπως η Μπονεγκίλα, που δίνει την πραγματική ιστορία.
Οι άνθρωποι αυτοί ταπεινώθηκαν, αντιμετωπίστηκαν ως αγέλη και υπέφεραν διακρίσεις, καθώς δεν ταίριαζαν στο αγγλοκελτικό πρότυπο.
Η απροθυμία και η αδυναμία των αρχών να αναγνωρίσουν και να ανταποκριθούν στις πολιτισμικές διαφορές είχαν τις ρίζες τους στην επικρατούσα αντίληψη περί αλλοδαπού, μέχρι να επικρατήσει πλήρως η αφομοίωση. Οι εγκαταστάσεις υποδοχής μεταναστών και προσφύγων είναι ευφημιστικοί όροι για κέντρα κράτησης ή στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Η αυστραλιανή άρχουσα τάξη και οι Βρετανοί αποικιοκράτες προκάτοχοί της έχουν μακρά ιστορία της χρήσης του μέτρου της επιστράτευσης καταδίκων, Αβοριγίνων και Κανάκ σε στρατόπεδα εργασίας Πηγή: rodosalarm.gr

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

«Χωρίς ποντίκια και χωρίς Ελληνες»

Των Αλεξανδρας Φιληνδρα – Διονυση Mιντζοπουλου*
Οι ταραχές ξεκίνησαν την 1η Αυγούστου. Ομάδες πολιτών, απόστρατοι και βετεράνοι κατέβηκαν στο κέντρο για μια διαμαρτυρία που δεν ήταν σαν τις άλλες. Οι διαδηλωτές είχαν στόχο το ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τους μετανάστες. Μέρες νωρίτερα, μετανάστες ιδιοκτήτες ενός καφέ έδιωξαν από το μαγαζί τους πολίτη, ο οποίος στο μεθύσι του είχε πιάσει καυγά με τους σερβιτόρους. Το επεισόδιο πήρε μυθικές διαστάσεις. Ο κόσμος αναστατώθηκε από φήμες ότι μετανάστες ξυλοφόρτωσαν έναν αθώο πολίτη. Το βράδυ της 1ης Αυγούστου, πολίτες υποκινούμενοι από στρατιώτες, οπλισμένοι με λοστούς και ξύλα, επιτέθηκαν εναντίον των μεταναστών. Το πλήθος έσπασε βιτρίνες και κατέστρεψε ολοσχερώς καφέ και εστιατόρια, ενώ η αστυνομία και οι ειδικές δυνάμεις παρακολουθούσαν από απόσταση. Eπειτα από τέσσερις μέρες καταστροφών, όλα τα μαγαζιά των μεταναστών καταστράφηκαν, 150 άτομα τραυματίστηκαν και 25 προσήχθησαν στο αυτόφωρο.
Σε ποια γειτονιά της Αθήνας έγιναν αυτά τα επεισόδια και ο πληροφορημένος αναγνώστης δεν το πήρε χαμπάρι; Εχετε δίκιο να απορείτε. Τα γεγονότα αυτά που τόσο θυμίζουν τα συμβάντα στη Ραφήνα πριν από λίγες εβδομάδες, δεν συνέβησαν στην Ελλάδα του 2012 αλλά στο Τορόντο του Καναδά το 1918. Και, βέβαια, έχετε δίκιο να αναρωτιέστε γιατί είναι απαραίτητο να ξεθάψουμε μια τόσο παλιά ιστορία.
Ωστόσο, το επεισόδιο αυτό από την ιστορία του Καναδά έχει ιδιάζουσα σημασία για εμάς τους Ελληνες, καθώς στόχος των Καναδών πολιτών ήταν Ελληνες μετανάστες. Τον Αύγουστο του 1918, λοιπόν, πάνω από 5.000 Καναδοί επιτέθηκαν εναντίον των «βρωμο-Ελλήνων» κατοίκων του Τορόντο. Η καναδική ιστορία έχει κατατάξει αυτή τη ρατσιστική επίθεση, η οποία είχε τις ρίζες της στις κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις που έφερε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ανάμεσα στις «μεγάλες ντροπές» της χώρας.
«Ο Αύγουστος του 1918» αποτελεί μια από τις χειρότερες επιθέσεις κατά Ελλήνων μεταναστών, αλλά δεν είναι η μόνη. Το 1909, η ελληνική κοινότητα μπήκε στο στόχαστρο των κατοίκων της Ομάχα στη Νεμπράσκα, διότι τα αφεντικά στα εργοστάσια έφερναν Ελληνες εργάτες ως απεργοσπάστες. Ενα πλήθος 3.000 Αμερικανών κατέβηκε στην ελληνική γειτονιά για να παραδώσει τελεσίγραφο: «Αν θέλετε τη ζωή σας, να φύγετε από την Ομάχα». Στη Νέα Υόρκη, Αμερικανοί εστιάτορες έβαζαν ταμπέλες στις βιτρίνες τους που έλεγαν: «Αγνό αμερικανικό φαγητό. Χωρίς ποντίκια και χωρίς Ελληνες».
Η ελληνική παροικία της Βορείου Αμερικής έζησε για δεκαετίες τον ρατσισμό, την ξενοφοβία και τον κοινωνικό αποκλεισμό σε μια ήπειρο που αναγνώριζε μόνο τους «λευκούς» ως πολίτες και θεωρούσε τους Ελληνες κατώτερη φυλή. Η κοινωνική ανθρωπολογία της εποχής είχε κατατάξει τους Ελληνες βιολογικά και ηθικά σε μια υποδεέστερη φυλή και αυτού του τύπου τα ρατσιστικά επιχειρήματα χρησιμοποιούνταν από την πολιτεία αλλά και από εργοδότες που παραβίαζαν τα δικαιώματα των Ελλήνων μεταναστών. Οι Αμερικανοί περιφρονούσαν τους Ελληνες μετανάστες διότι τους θεωρούσαν απείθαρχους, βρώμικους και βίαιους και πίστευαν ότι οι Ελληνες δεν είχαν τον πατριωτισμό και την ευγενή ψυχή που απαιτούσε η χώρα. Στον αμερικανικό Νότο, οι Ελληνες, όπως και οι μαύροι και οι Μεξικανοί, αντιμετώπισαν τη βία και τον τρόμο της Κου-Κλουξ-Κλαν, της ρατσιστικής οργάνωσης που δεν απέχει πολύ σε ιδεολογία από τη Χρυσή Αυγή.
Ο απόδημος Ελληνισμός γνωρίζει καλά τι θα πει ρατσισμός και ποια είναι τα αποτελέσματά του. Επίσης αναγνωρίζει τις ευκαιρίες που του δόθηκαν στις νέες πατρίδες και είναι περήφανος για τη μεγάλη συμβολή όλων των μεταναστών στην ανάπτυξη των χωρών αυτών. Οπως μας θλίβει και μας οργίζει η συμπεριφορά των Καναδών και των Αμερικανών για τις φοβερές αδικίες που διέπραξαν με θύματα τους συμπατριώτες μας, εξίσου πρέπει να μας σοκάρει και η βία εναντίον μεταναστών στη Ραφήνα και οπουδήποτε αλλού. Αυτή η συμπεριφορά είναι ενάντια στις αξίες που θέλουμε να έχουμε ως έθνος και συνιστά βαθιά προσβολή στην ιστορική μνήμη των δικών μας μεταναστών που αγωνίστηκαν σκληρά για να κερδίσουν ίσα δικαιώματα και σωστή μεταχείριση και των δικών μας ξενιτεμένων πατεράδων.
* Η δρ Αλεξάνδρα Φιλήνδρα είναι καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόις στο Σικάγο. Ο δρ Διονύσης Μιντζόπουλος είναι ερευνητής στο νοσοκομείο Μακλίν του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Ελληνικό καφενείο.

Το πρώτο Ελληνικό καφενείο άνοιξε στην πρώτη πρωτεύουσα, το Ναύπλιο μετά την απελευθέρωση του, ενώ στην Αθήνα το πρώτο ήταν το "Πράσινο Δενδρί" κάπου στην Ιερά Οδό που άνοιξε το 1834.
Τότε δεν υπήρχαν καφεκοπτεία και τα καφενεία προμηθεύονταν πράσινο σπυρί, το καβούρντιζαν στο μαγαζί σε μικρές ποσότητες και το άλεθαν σε μικρούς χειροκίνητους μύλους.
Αρκετά χρόνια αργότερα άνοιξε και το καφενείο "Η Ωραία Ελλάς" στην Ερμού με Αιόλου το 1873 που ήταν το άτυπο χρηματιστήριο της Ελλάδος (που θα γινόταν τρία χρόνια μετά) για τον απλό λόγο ότι από πάνω του στεγάζονταν η εμπορική λέσχη από το 1870. Ήταν δηλαδή το τέλειο μέρος για να κάνει κανείς καφενείο. Πολύ σύντομα ονομάστηκε Μετοχοπρατήριον για ευνόητους λόγους.Να μια ιστορία για το ποια είναι η διαφορά του Τούρκικου καφέ από τον Ελληνικό. Ο καφές ήταν τόσο ακριβός τότε που οι Έλληνες δεν μπορούσαν να τον αγοράσουν και φυσικά πολύ δυσεύρετος. Οι Τούρκοι άλεθαν τον καφέ τους στον χειροκίνητο μύλο και στην συνέχεια τον έδιναν στον Ταμπή που συνήθως ήταν Έλληνας για να τον καθαρίσει. Εκείνος έπαιρνε ότι έμενε στον μύλο για δική του χρήση. Ήταν όμως πιο ψιλοκομμένος από αυτόν του Τούρκου και έβγαζε διαφορετική γεύση. Εκτός δηλαδή από το πιο ελαφρύ καβούρντισμα, μια άλλη βασική διαφορά είναι και το πιο ψιλό άλεσμα.

Μετά όμως η Ελλάδα γέμισε καφενεία, σε κάθε πόλη και σε κάθε χωριό. Ήταν το σημείο συνάντησης, το μοναδικό τηλέφωνο για πολλά χρόνια ... το μέρος που όλοι πήγαιναν μετά την δουλειά για να πιούν καφέ, να παίξουν τάβλι ή πρέφα, το σημείο που θα ανέλυαν τα πολιτικά δρώμενα και θα διαφωνούσαν ...ριζικά! Και αυτός ο καφετζής, με τα γλυκά του κουταλιού, τους μεζέδες για το ούζο, το υποβρύχιο και τα τοπικά αναψυκτικά ...
Ο σύγχρονος όμως τρόπος ζωής δεν άφησε και τα καφενεία αλώβητα.
Οι προβλέψεις για το μέλλον τους δεν είναι παρά δυσοίωνες.

Απέραντα χωράφια - 1972 *** Κώστας Τουρνάς

Τούτον τον κόσμο μικρός τον ενόμιζα αλλοιώς,
τούτον τον κόσμο μικρός τον φαντάστηκα αλλοιώς.
Και συ που στο στόμα φέρνεις το τσιγάρο μ’ ηδονή
κάπως έτσι έχεις ζήσει μιαν ολόκληρη ζωή.
Και νομίζεις πως θ’ αλλάξει αν μ’ αυτήν συμβιβαστείς
ψευδαισθήσεις όμως θά ‘χεις, ψευδαισθήσεις θα γευτείς.
Γιατί αν έβλεπες για λίγο τι συμβαίνει γύρω μου,
θα πνιγόσουν απ’ το άγχος που γεννιέται μέσα μου.
Γέρος είμαι από τώρα που ‘μαι 23 χρονών
και συ ανάβεις άλλο ένα εις υγείαν των κουτών.

Κάτω ‘κει στ’ απέραντα, στ’ Απέραντα Χωράφια
που με τ’ άλογα έτρεχα σαν ήμουνα μικρός,
παραπίσω τράβαγα πακέτο τα όνειρά μου
κι απο τότε ήθελα να γίνω γεωργός.
Άσπρες Χαίτες ήταν στον αέρα τα μαλλιά μου,
σαν άγρια εφύσαγε ο αέρας ο καυτός
κι είχα όλη εκείνη τη χαρά μου στην καρδιά μου
που τον κόσμο αλλοιώς τον φανταζόμουνα μικρός.

Κάτω ‘κει στ’ απέραντα, στ’ Απέραντα Χωράφια
στη σκέψη μου θρονιάστηκες και έγινες κυρά.
Το δέρμα σου αγάπησα και την πνοή σου ακόμα
την ένοιωθα σαν ξάπλωνα στου ονείρου τη σκιά.
Τώρα όταν σε σκέφτομαι, της φαντασίας απάτη,
ξέρω πως δεν απέχεις, μα θα σε βρω εδώ κοντά.
Γιατί είδα κείνα που’ μελλε το στόμα να στεγνώσουν,
ένοιωσα αυτά που κάναν την καρδιά μου ν’ αρρυθμεί.

Μια κιθάρα μίλησε στα δώδεκά μου χρόνια
και είπε αλήθειες που τις κρύβουν πάμψηλα βουνά.
Κέρδισα απ’ τον ήχο της μια καθαρή εικόνα,
εικόνα που ζωγράφοι δεν ζωγράφισαν ποτέ.
Στο τραγούδι μου τυχαία βρήκα ό,τι βρήκαν
στις εννιά θρησκείες οι προφήτες οι εννιά.
Κι από τότε που ‘νοιωσα της μουσικής τη γλώσσα,
διαρκώς μιλώ με τούτη, τη δική μου τη γενιά.

Μέρες με γκρίζο ουρανό και με κρύο, χωρίς ύπνο πολύ,
απόφαση σκούρα, μια κενότητα πλήρης με τάραξε εκεί
για να φύγω... για να φύγω...

Θυμάμαι όταν το φορτηγό τα πράγματά μου πήρε,
τις σκέψεις τις ρομαντικές εφόρτωνα μαζί.
Χωρίς να ξέρω πως αυτοί που πόλεις δυναστεύουν
θα τις πληγώσουν με το πιο μεγάλο τους καρφί.
Και έφτασα εδώ μ’ απέραντη αγάπη για τον κόσμο,
απέραντη σαν τα χωράφια που έζησα μικρός.
Μα κάθε μέρα που περνά, όσο την έχω ανάγκη,
τόσο μακριά με διώχνει και μαντήλι μου κουνά.
Αγάπη.... αγάπη....

Αργότερα, σε αίθουσες φτιαγμένες μόνο για χορό
ευρέθηκα να παίζω.
Με μια κιθάρα απ’ τις φτηνές και ρεπερτόριο διεθνές,
εμένα να προδίδω.
Μάγκες, προστάτες κι αδερφές στις παλιωμένες μου χορδές
το άχτι τους να βγάζουν,
Κι ο εφιάλτης μου ζεστός μ’ ακολουθεί σαν κυνηγός
μαζί του για να ζήσω.

Μάθημα που διδάχτηκα δε θέλησα να δώσω
κι έτσι ο εαυτός μου θά ‘ναι πάντα ανοιχτός.
Και η ψυχή μου απέραντο χωράφι και μεγάλο
που σπέρνει ο καθένας και μου παίρνει τον καρπό.

Όταν στρατιώτη με πήραν, μου μάθαν να ζω μοναχός.
Και με ασκήσεις σε λόφους μου δείξαν πώς νά ‘μαι σκληρός,
να αντέχω...

Αντέχω στην πείνα και ζω με τη δίψα, αντέχω παντού.
Η σκέψη μου όμως την ψυχή μου πληγώνει, με έλκος διαρκές την πεθαίνει,
την πεθαίνει...

Πόσες φορές πριν φτάσω εδώ δεν κάθισα να γράψω
λέξεις που, μα την πίστη μου, θ’ αλλάζαν το μυαλό.
Και τότε κάποιος έξυπνος του Τύπου και των Μέσων
μού ‘λεγε «αυτό είναι ποίηση, δεν είν’ εμπορικό».

Σε κείνα τα Απέραντα Χωράφια αν είχε ζήσει,
αν τα’ χε δει έστω για λίγο ο έξυπνος αυτός,
θα ‘ξερε πως η ποίηση που δίνει εκεί η φύση
είναι κι ο μεγαλύτερος εμπορικός καρπός.

Βάρη που λυγίζουνε και γιγάντων πόδια δεν τα θέλω εγώ.
Άγχη κι αγωνίες, ψέματα, εικασίες, μακριά από ‘δώ.
Τούτον τον κόσμο μικρός τον ενόμιζα αλλοιώς,
τούτον τον κόσμο μικρός τον φαντάστηκα αλλοιώς.

Σαν να δύει ο ήλιος είναι η πορεία τούτης της γιορτής,
ο αλκοολικός που απ’ το μεθύσι παίρνει άισθηση ζωής.
Θεοί, ένα τείχος να χτίσετε τώρα μπρος στις πόλεις,
απ’ τα χωράφια αν θα’ρθουνε να πείτε πως αρρώστεια τρώει τον κόσμο.

Και συ που στο στόμα φέρνεις το τσιγάρο μ’ ηδονή
κάπως έτσι έχεις ζήσει μιαν ολόκληρη ζωή.
Και νομίζεις πως θ’ αλλάξει αν μ’ αυτήν συμβιβαστείς
ψευδαισθήσεις όμως θά ‘χεις, ψευδαισθήσεις θα γευτείς.
Γιατί αν έβλεπες για λίγο τι συμβαίνει γύρω μου,
θα πνιγόσουν απ’ το άγχος που γεννιέται μέσα μου.
Γέρος είμαι από τώρα που ‘μαι 23 χρονών
και συ ανάβεις άλλο ένα εις υγείαν των κουτών.

Μη ρωτάς λοιπόν για που πηγάινω, μη ρωτάς για που τραβώ.
Ρώτα μόνο αν αφήνω κάτι απο εμένα εδώ.

Στο δωμάτιό μου θά ‘βρεις 13 ποίηματα,
όλα λεν’ για την αγάπη, όμως νόημα τίποτα.

Τούτη η πάλη λέει σ’ άλλον ότι είναι ζωντανός,
μα σε μένανε θυμίζει πώς γεννιέται ο νεκρός.

Μόνος ήμουνα και θά ‘μαι, μόνος έζησα και ζω.
Κι αν τις νύχτες δεν κοιμάμαι είναι γιατί μένω εδώ...

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

Το όργωμα και η σπορά.

Το σκάψιμο της γης με το αλέτρι. Μια πανάρχαια διαδικασία, που προκάλεσε την πρώτη πολιτισμική επα­νάσταση της ανθρωπότητας, αφού επέτρεψε στον άνθρωπο να καλλιεργήσει τη γη, να μεταβληθεί από τροφοσυλλέκτης σε μόνιμο κάτοικο και να δημιουργήσει τις πρώτες πόλεις.
Το όργωμα και η σπορά της γης απαιτούσαν τα απαραίτητα ζώα και εργαλεία και γίνονταν με μια συγκεκριμένη διαδικασία. Γίνονταν το φθινόπωρο μετά τις πρώτες βροχές, που είχε μαλακώσει το χώμα. Στον ελληνικό χώρο η σπορά ήταν θρησκευτικά συνδεδεμένη με τη γιορτή του Τιμίου Σταυρού, στις 14 του Σεπτέμβρη. Εκείνη την ημέρα οι γεωργοί συνήθιζαν να πάνε τους σπόρους στην εκκλησία, για να τους ευλογήσει ο θεός και να πάει καλά η σοδειά τους.
Όταν ξεκινούσε το όργωμα, ο γεωργός ετοίμαζε από την προηγούμενη ημέρα τα εργαλεία του, το αλέτρι, το ζυγό με τα τραβηχτά, τις λαιμαριές, τη σβάρνα και το σπόρο του. Τάιζε και πότιζε καλά τα ζώα του από το βράδυ και πρωί – πρωί φόρτωνε τους σπόρους και τα σύνεργα στα ζώα και έφτανε στο χωράφι του. Ξεφόρτωνε τα πράγματα σε μια άκρη του χωραφιού και έζευε τα ζώα του στο αλέτρι. Φορούσε στο καθένα τη λαιμαριά και το τραβηχτό του, ένωνε τα καπίστριά τους μ’ ένα σκοινί ή μια αλυσίδα, για να βαδίζουν μαζί και παράλληλα, και προσάρμοζε τα δυο τραβηχτά στη μια και την άλλη άκρη του ζυγού και το ζυγό στο αλέτρι.
Ξεκινούσε χωρίζοντας το χωράφι σε «σποριές». Έκανε δηλαδή μια αυλακιά στην άκρη κατά μήκος του χωραφιού και κάποιες άλλες παράλληλες σ’ αυτή σε από­σταση 8-10 μέτρων μεταξύ τους, ώστε να μπορεί βαδίζοντας στο κέντρο κάθε τέτοιας λουρίδας να σκορπίζει ομοιόμορφα με τη χούφτα του το σπόρο πάνω στο χωράφι.
Έδενε μια μεγάλη ποδιά στη μέση του, γονάτιζε μπροστά σ’ ένα ανοιχτό τσουβάλι με σπόρο, έβαζε την άκρη της ποδιάς μέσα στο τσουβάλι και τραβούσε σπόρο με τα χέρια μέχρι να γεμίσει την ποδιά του. Κρατούσε κατόπιν με το ένα χέρι την άκρη της γεμάτης με σπόρο ποδιάς, σηκωνόταν όρθιος και άρχιζε να σπέρνει με το άλλο χέρι του το σπόρο ανάμεσα στις αυλακιές της κάθε σποριάς. Η σπορά απαιτούσε ιδιαίτερη τέχνη και εμπειρία, γιατί έπρεπε ο σπόρος να σκορπίζεται ομοιόμορφα στο χωράφι, για να φυτρώσει καλά και να μην αφήσει κάποια τμήματα χέρσα.
Έπιανε κατόπιν το αλέτρι και οδηγούσε τα ζώα κυκλικά στη σποριά κάνοντας τη μια αυλακιά δίπλα στην άλλη, μέχρι να τελειώσει η μια σποριά και να συνεχίσει στην επόμενη. Το μεσημέρι σταματούσε για λίγο τη δουλειά, για να ξεκουραστούν λίγο τα ζώα και να φάει λίγο λιτό φαγητό, συνήθως ό,τι είχε περισσέψει από το προηγούμενο βράδυ, λίγο τυρί ή παστό και μπόλικο ψωμί, και συνέχιζε το όργωμα μέχρι αργά το απόγευμα. Υπολόγιζε μόνο να προλάβει να γυρίσει στο σπίτι πριν νυχτώσει
Όταν τελείωνε το όργωμα κάθε χωραφιού, ακολουθούσε το σβάρνισμα. Έλυνε το αλέτρι από το ζυγό και έδενε σ’ αυτόν τη σβάρνα του. Οδηγούσε κατόπιν το ζευγάρι των ζώων του πάνω στο οργωμένο χωράφι, για να σπάσουν με τη σβάρνα οι σβόλοι και να ισοπεδωθεί το χώμα, ώστε να ποτίζεται ομοιόμορφα από το νερό της βροχής και να γίνει πιο εύκολα ο θερισμός του χωραφιού το καλοκαίρι.
Το όργωμα είναι εύκολο στον κάμπο, αλλά γίνεται δύσκολο στα απόκρημνα βουνά και τα νησιά τα γεμάτα βράχια. Σ’ αυτή την προσπάθεια με τα κοινά προβλήματα η συνεργασία και ο αλληλοσεβασμός ορίζουν ένα από τα βασικά στοιχεία της αγροτικής κοινωνικότητας. Πολλές φορές δυο ή περισσότεροι γεωργοί κάνουν «σεμπριά», αναλαμβάνουν δηλαδή από κοινού την εκμετάλλευση ενός κτήματος βάζοντας τα ζώα και την προσωπική τους εργασία και μοιράζονται στο τέλος τη σοδειά. Άγραφοι νόμοι προστατεύουν από κλοπή τα εργαλεία που μένουν αφύλαχτα τη νύχτα στο χωράφι. Αν κλέψει κανείς αλέτρι, πιστεύουν πως δεν ξεψυχάει παρά μόνο αν του κρεμάσουν στο λαιμό ένα ζυγό!
Κ.ΒΟΛΛΑΣ
Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Φθινόπωρο.

Η εποχή του έτους που ακολουθεί το καλοκαίρι και προηγείται του χειμώνα, εποχή επιστροφής από τις διακοπές και αναδιοργάνωσης από τους χαλαρούς ρυθμούς του καλοκαιριού.
Η λέξη είναι σύνθετη και ετυμολογείται από το ρήμα φθίνω = μειώνομαι, λιγοστεύω, παρακμάζω, και από το ουσιαστικό οπώρα = φρούτο, που ετυμολογείται από την πρόθεση οπί (=επί) + ώρα, ή πιθανόν *ο(σ)αρα που συγγενεύει με το γοτθικό asans και το αρχαίο γερμανικό aran που σημαίνουν συγκομιδή. Το φθινόπωρο είναι λοιπόν η εποχή που λιγοστεύουν τα φρούτα και τα λαχανικά.
Το πρώτο συνθετικό της λέξης απαντά ήδη στη μυκηναϊκή ως κύριο όνομα (a-qi-ti-ta= Αφθίτα(ς), δηλαδή άφθαρτος), και με  ίδια σημασία το βρίσκουμε στον Όμηρο («άφθιτον κλέος»=άφθαρτη δόξα).
Στα ομηρικά έπη το φθινόπωρο αναφέρεται ως «εποχή της οπώρας», που αρχίζει με την εμφάνιση του Σείριου αργά, στο τέλος του καλοκαιριού, όταν «ο φθινοπωρινός βοριάς («ὀπωρινὸς Βορέης») ξεραίνει γρήγορα ένα φρεσκοποτισμένο περιβόλι» (Φ 346-347).
Αργότερα, συναντούμε τη λέξη φθινόπωρο στον Ηρόδοτο και στους μεταγενέστερους συγγραφείς, κάποτε εναλλακτικά με τη λέξη «μετόπωρον». Η λέξη χρησιμοποιείται με την ίδια σημασία ως σήμερα αυτούσια, ή στην ποιητική λογοτεχνική της εκδοχή «χινόπωρο», που προκύπτει από παρετυμολογική σύνδεση με το ρήμα «χύνω».
Στην ελληνική λαϊκή παράδοση το φθινόπωρο και οι πολλές αγροτικές εργασίες της εποχής βρίσκουν τη θέση τους σε παροιμίες όπως: «Αν ίσως βρέξει ο Τρυγητής, χαρά στον τυροκόμο» ή «Το Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια» και « Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη έχει οχτώ σειρές στ’ αλώνι».
Είναι υπέροχο το φθινόπωρο!
Ας ήμουνα πουλί να πετούσα γύρω-γύρω τη γη ψάχνοντας για συνεχόμενα φθινόπωρα».  George Eliot πηγή:http://www.asprilexi.com