Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Η σημαία μας.

Γαλανόλευκη κυματίζει «ακουμπώντας» το γαλάζιο του ουρανού.. Μία εικόνα που προκαλεί σε κάθε Έλληνα, όπου κι αν βρίσκεται, ρίγος και ...συγκίνηση.
Τέτοιες στιγμές όλοι νιώθουμε «ακόμη πιο Έλληνες», ακόμη πιο πολύ
«μέρος της ένδοξης ελληνικής ιστορίας».
Η ελληνική μας σημαία:
την τοιχοκολλούμε, την έχουμε στην καρδιά μας, την τοποθετούμε στο
αυτοκίνητο, στα τετράδια, σε ό,τι μας είναι αγαπητό.
Τί είναι όμως η σημαία μας, αυτό το «ιερό πανί», που ποτίστηκε με το
αίμα τόσων αγωνιστών στο διάβα των αιώνων;
Από αρχαιοτάτων χρόνων οι Έλληνες εξέφρασαν την εθνική τους υπόσταση και τον πόθο τους για την ελευθερία, χρησιμοποιώντας διάφορα εμβλήματα. Οι Αθηναίοι είχαν τη γλαύκα, προς τιμήν της αγαπημένης τους θεάς, της Παλλάδας, οι Σπαρτιάτες τους Διόσκουρους, τη Σφίγγα οι Θηβαίοι.
Ο Μέγας Αλέξανδρος είναι ο πρώτος Έλληνας, που θεσπίζει σημαίες από
υφάσματα, αν και υποστηρίζεται ότι στο ναυτικό είχαν καθιερωθεί από τη Μυκηναϊκή εποχή. Οι σημαίες αυτές είχαν πορφυρό χρώμα και η αρχική λειτουργία τους ήταν να δίνουν το έναυσμα της μάχης, βρισκόμενες
πάνω στις ιστορικές σάρισσες. Αργότερα
απέκτησαν την έννοια των συμβόλων της εθνικής και πολεμικής αλληλεγγύης.

Η μακρά και συναρπαστική πορεία του Ελληνικού εθνικού συμβόλου αρχίζει τα πρώτα χρόνια μετά την αλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453.         Το 1464 ο Πελοπονήσιος Κρονόνδειλος Κλαδάς ύψωσε στη Μάνη και στη Χειμάρρα πορφυρή σημαία επαναστατική με τον δικέφαλο αετό, διακηρύσσοντας τη συνέχεια με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και την πίστη στην εθνική αναγέννηση.
Κατά τα Βυζαντινά χρόνια εμφανίζονται τα «σημεία», τα «σιγνά» και τα
«λάβαρα». Χαρακτηριστικό είναι αυτό των Παλαιολόγων: λευκό με γαλάζιο Σταυρό, ενώ αργότερα στην Τουρκοκρατία, πρώτοι κρατούν σημαίες οι
Σπαχήδες, χριστιανοί ιππείς της Ηπείρου.
Ιερά Σύμβολα
Κατεξοχήν εθνικό σύμβολο, θρησκευτικό και πολιτικό, ήταν και παρέμεινε ο ελευθερωτής και μαρτυρικός σταυρός
«Σημάδι μέγα φλάμπουρο, Σταυρόν τον του Κυρίου, και τότε να συγκλίνωσιν οι έσω με τους έξω, να γίνει μούρτος μοχθηρός, ως οι πολλοί τα λέγουν».
Ο σταυρός συνδυαζόταν συχνά με
παραστάσεις του Χριστού, της Παναγίας ή πολεμικών αγίων. Ο μαύρος αετός ή ο δικέφαλος αετός ανέμιζε μόνο στα μπαϊράκια. Τα επιμέρους σύμβολα, χρώματα και αναγραφές διαμορφώνονταν υπό το βάρος της ιστορικής παράδοσης και του
συγκεκριμένου χρόνου και τόπου ώστε να εκφράσουν την ταυτότητα της
κάθε ομάδας.
Συμβολισμοί της Ελευθερίας
Στο Μοριά οι σημαίες έφερα συνήθως τον Αγιο Γεώργιο ή άλλον Αγιο και το Σταυρό με επιγραφές «Τούτω Νίκα» ή «Ιησούς Χριστός Νικά». Ο κάθε
καπετάνιος έφτιαχνε και τη δική του εκδοχή στην ίδια βασική ιδέα: το
μπαϊράκι με σταυρό. Ο Κολοκοτρώνης το 1806 έφερε σημαία με τον σταυρό του Αγίου Ανδρέου.
Συγχρόνως άρχισε να αναγράφεται στις σημαίες το σύνθημα-απόφαση
«Ελευθερία ή θάνατος» αλλά και «ΙΧ.ΝΚ» και «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» από το «Αποθάνωμεν υπέρ Χριστού Πίστεως και της Πατρίδος ημών» που ο Φραντζής, ιστορικός της Αλώσεως, αποδίδει στον Κων/νο Παλαιολόγο.
Στην Τουρκοκρατία αξίζει να αναφερθεί και η σημαία, που οραματίστηκε ο Ρήγας Φεραίος και η οποία απεικόνιζε το ρόπαλο του Ηρακλή με τρεις Σταυρούς, πάνω σε τρεις οριζόντιες ζώνες: κόκκινη «για την αυτοκρατορική πορφύραν και αυτεξουσιότητα του Ελληνικού λαού», λευκή «για την αθωότητα της δικαίας ημών αφορμής κατά της τυραννίας» και μαύρη «για τον υπέρ πατρίδος και ελευθερίας ημών θάνατον». 
Κάθε ομάδα κλεφταρματολών στα χρόνια εκείνα είχε τα δικά του διακριτικά. Τα φλάμπουρα, τα μπαϊράκια και οι παντιέρες ήταν πολλών ειδών. Για
παράδειγμα, οι Κολοκοτρωναίοι είχαν το Σταυρό πάνω σε άσπρο ύφασμα, οιΜακεδόνες τον Άγιο Δημήτριο κ.λ.π. Όλα όμως, εξέφραζαν τη βαθιά πίστη του υπόδουλου Γένους και τον πόθο του για τη λευτεριά.
Στο ίδιο πνεύμα ήταν και η σημαία που ύψωσε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στο Ιάσιο (22/2/1821). Ηταν τρίχρωμη - μαύρο για τη θυσία, άσπρο για την αδελφότητα, κόκκινο για τον πατριωτισμό - και στη μια όψη έφερε το μυθικό Φοίνικα για τον «αόρατο ακτινοβολούντα οφθαλμόν» με την
επιγραφή «εκ της στάκτης μου αναγεννώμαι».
Στην άλλη όψη είχε κόκκινο σταυρό μέσα σε στεφάνι δάφνης και την επιγραφή «εν τούτω νίκα».
Νησιωτικές σημαίες
Οι σημαίες των νησιών που πρωτοστάτησαν στον Αγώνα - Υδρα, Σπέτσες, Ψαρά - είχαν έναν συγκεκριμένο τύπο και το σύνθημα «'Η ελευθερία ή
θάνατος». Σε λευκό ή μαύρο ή γαλάζιο κάμπο εγγεγραμμένο σε κόκκινο
πλαίσιο (ποταμό αίματος) προβαλλόταν σύνθεση από πορφυρό ή λευκό σταυρό, άγκυρα (σταθερότητα της απόφασης) και λόγχη πάνω στην αντεστραμμένη ημισέλινο. Στην άγκυρα περιελίσσεται φίδι και στρέφεται προς ένα πουλί που μπορεί να ερμηνευθεί ως κουκουβάγια - το αρχαιοελληνικό σύμβολο της σοφίας - ή αετός της κυριαρχίας. Το φίδι ερμηνεύεται ως ο μισητός εχθρός του αετού, καθώς μόνον αυτό φθάνει στη φωλιά με τα αυγά καταστρέφοντας τη γενιά (το Γένος).
Η αντεστραμμένη ημισέλινος παραπέμπει εντυπωσιακά στην πορφυρή
σημαία της πόλης του Βυζαντίου των πρωτοχριστιανικών χρόνων, όταν η λευκή ημισέλινος, σύμβολο της πολιούχου Αρτέμιδος, αντιστράφηκε με τους χριστιανούς για να στηρίξει τον χριστιανικό σταυρό με το μονόγραμμα του Χριστού.
Τα Σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας
Οι καπεταναίοι Λόντος, Ζαΐμης, Ρούφος μπήκαν στην Πάτρα με κόκκινη
σημαία με μαύρο σταυρό πάνω σε αντεστραμμένη λευκή ημισέληνο (24/3/1821). Αυτή τη σημαία ευλόγησε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός (26/3/21) στη πλατεία Αγ. Γεωργίου όπου πλήθη συνέρρεαν να
προσκυνήσουν τον ξύλινο σταυρό και να πάρουν ενθόσημα από ερυθρό ύφασμα από κυανό σταυρό. Η απήχηση του πολεμικού καλέσματος οδήγησε το Αχαϊκό Διευθυντήριο στην απόφαση να διατείνει σημαίες στις επαρχίες. Στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο φυλάσσεται η σημαία της Ηλιδας που δόθηκε στον Γ. Σινίση, η μόνη σωζόμενη από αυτές τις σημαίες.
Εδώ κυριάρχησαν τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας, καθώς η πίστη σε
αυτήν την Ανώτερη Αρχή ενορχήστρωνε τις επαναστατικές δυνάμεις ως το
ξέσπασμα της Επανάστασης. Ο πολύπλοκος - και απόκρυφος - συμβολισμός των σημαιών αυτών βασίζεται στο σταυρό και τον ιερό δεσμό. Με συμβολισμούς ανοιχτούς σε ποικίλες ερμηνείες, Η σημαία αυτή είναι λευκή - αγνότητα του σκοπού - με κόκκινο σταυρό σε στεφάνι νίκης και δύο
πολεμικές λόγχες - παραπομπή στο Θείο μαρτύριο - Κάθε λόγχη με κόκκινα τα ακροτελεύτεια γράμματα «Ή Ελευθερία ή Θάνατος».
Η σύνθεση στηρίζεται σε δεκάξι στήλες χιαστί ενωμένες - ο ιερός δεσμός των δεκάξι - στο μυστηριώδες αυτό Φιλικό σύμβολο.
Στην Αʼ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, τον Ιανουάριο του 1822, «οι παραστάτες του Έθνους», οι αντιπρόσωποι δηλαδή των ελληνικών τμημάτων, που συγκεντρώθηκαν εκεί, διακήρυξαν την ανεξαρτησία της Ελλάδας και καθιέρωσαν για πρώτη φορά ως χρώματα της ελληνικής σημαίας το γαλάζιο και το άσπρο.
Λίγο αργότερα, στις 15 Μαρτίου 1822, ο τότε Πρόεδρος του Εκτελεστικού, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, καθόρισε στην Κόρινθο τον τύπο της σημαίας της ξηράς και της θάλασσας με την υπʼ αριθμ. 540 διακήρυξη της
«Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος».
Η σημαία της ξηράς θα έχει στο εξής σχήμα τετράγωνο, που θα χωρίζεται σε τέσσερα ίσα κυανά τμήματα από έναν λευκό Σταυρό, ενώ της θάλασσας θα είναι ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, χωρισμένο σε εννέα
λωρίδες (5 κυανές και 4 λευκές) με έναν Σταυρό στο πάνω αριστερό μέρος κυανό ή άσπρο, ανάλογα με αν το πλοίο, που θα τη χρησιμοποιεί, είναι αντίστοιχα εμπορικό ή πολεμικό.
Για τη σημασία των εννέα λωρίδων, που καθιερώθηκαν στη σημαία της θάλασσας,
υπάρχουν πολλές εκδοχές, όπως είναι, ότι το γαλάζιο αντιπροσωπεύει το χρώμα του ουρανού και το άσπρο τον αφρό των κυμάτων και το χιόνι στις κορυφές των βουνών μας ή ότι το κυανό συμβολίζει τη δικαιοσύνη, την
πίστη και τη σοβαρότητα των αγωνιστών του 1821, ενώ το λευκό την αγνότητα και την
ηθική τους καθαρότητα.
Υπάρχει και άλλη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία τα χρώματα επιλέχτηκαν από τη γαλανόλευκη που ύψωσε στην Τρίπολη ο Παπαφλέσσας, από το
γαλάζιο του εσωράσου του και τη λευκή φουστανέλα του αγωνιστή Κεφάλα.
Η σημαία εδώ έχει ένα έντονο ανθρώπινο και προσωπικό στοιχείο.
Υποστηρίζεται επίσης ότι επιλέχτηκαν από το συνδυασμό της βράκας των νησιωτών και της φουστανέλας των στεριανών και τέλος μία άλλη άποψη αναφέρει ότι αυτά καθιερώθηκαν από τη σημαία του στόλου του Σταθά.
Η Βʼ και η Γʼ Εθνοσυνέλευση (Άστρος και Τροιζήνα) επιβεβαίωσαν ό,τι ίσχυε μέχρι τότε. Ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, τοποθέτησε τον φοίνικα στο μέσον του Σταυρού, που «βγήκε» όμως από την επόμενη δυναστεία.
Στα χρόνια του Όθωνα, στις 4 Απριλίου 1833, με βασιλικό διάταγμα
καθορίζεται η πολεμική σημαία του ναυτικού, η οποία θα φέρει άσπρο Σταυρό, τις χαρακτηριστικές εννέα λωρίδες και το βασιλικό θυρεό. Η σημαία των εμπορικών πλοίων είναι κι αυτή παρόμοια με των πολεμικών, με τη μόνη διαφορά ότι δεν φέρει τα παράσημα.
Επί βασιλείας Γεωργίου του Αʼ, τοποθετούνται τα διακριτικά της δυναστείας στο κέντρο του Σταυρού της σημαίας, ενώ για τα φρούρια και τα πολεμικά πλοία «εγκαινιάζεται» το στέμμα. Ακόμη με βασιλικό διάταγμα της 9ης Απριλίου 1864, οι Μονάδες Πεζικού τοποθετούν στη σημαία τους τον άγιο Τροπαιοφόρο Γεώργιο.
Κατά τη μεταπολίτευση του 1924, τα στέμματα φεύγουν από τη σημαία, για να επανέλθουν με την παλινόρθωση στο θρόνο του Γεωργίου του Βʼ. Με νέο βασιλικό διάταγμα της 26ης Φεβρουαρίου του 1936 καθορίζονται οι
διαστάσεις επτά μεγεθών βασιλικών σημαιών, καθώς και του βασιλικού επισείοντος (στενή τριγωνική σημαία πολεμικών πλοίων). Αυτή είναι εν συντομία η ιστορία του εθνικού μας συμβόλου, το οποίο ενέπνευσε, εμψύχωσε και οδήγησε στον ηρωισμό και τη θυσία γενεές Ελλήνων.
Είναι σχετικά πρόσφατη (22 Αυγούστου 1996) η θυσία του νεαρού Σολωμού Σολωμού, που απέδειξε ότι και στην εποχή μας υπάρχουν ήρωες. Σκοπός του να πετύχει αυτό που χρόνια πριν πέτυχε ο 19χρονος Παλληκαρίδης: να κατεβάσει την εχθρική σημαία... γιατί δεν άντεχε να τη βλέπει να βρίσκεται εκεί, όπου θα έπρεπε να κυματίζει η σημαία της πατρίδας του. Ρίγη συγκ ίνησης προκαλεί η ανάμνηση της πράξης του. Κανείς μας δεν πρόκειται να ξεχάσει τις εικόνες που έκαναν το γύρω του κόσμου. Έξι χρόνια μετά μία άλλη εικόνα φέρνει πάλι τη σημαία στο προσκήνιο, μαζί με έναν ακόμη «σύγχρονο ήρωα»: ο ομογενής Θεόδωρος Γιουρτσίχιν καταγράφεται στην ιστορία ως ο πρώτος ελληνικής καταγωγής αστροναύτης, ο οποίος ταξίδευσε στο διάστημα, τον Οκτώβρη του 2002.
Η μητέρα του είναι Ελληνίδα του Πόντου, ενώ ο πατέρας του Ρώσος. Ο ίδιος νιώθει την Ελλάδα πατρίδα του και το έδειξε έμπρακτα, αφού φρόντισε να πάρει μαζί του την ελληνική σημαία. Δυστυχώς όμως η Ελληνική Πολιτεία τον τίμησε με τρεις μήνες καθυστέρηση, αφού δεν παραβρέθηκε –παρά την πρόσκληση που έστειλε ο ίδιος- κάποιος επίσημος εκπρόσωπος της Ελλάδος κατά την ώρα της υποδοχής στην επιστροφή τους. (Διαφορετικά χειρίστηκε την υπόθεση ο πρόεδρος της Αντζαρίας, που έσπευσε στον
Καναδά για να τιμήσει τον πρώην πολίτη της χώρας του).
 
Διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικές οι θυσίες, μα κοινός ο δρόμος: κι αυτός ο δρόμος οδηγεί σίγουρα πολύ μακριά από όλους αυτούς, που καίνε τη σημαία μας στα προαύλια των Πολυτεχνείων και απέχει και από όλους
εκείνους, που αμελούν να την τιμήσουν, έστω και με τον κυματισμό της από τα μπαλκόνια των σπιτιών στις εθνικές μας επετείους.
Αυτός ο δρόμος εμπνέει ανθρώπους κάθε ηλικίας, που αντιστέκονται,
μένουν όρθιοι, αγωνιούν για τις αιώνιες αξίες και μάχονται για τα
αθάνατα ιδανικά, αυτά, που γεννήθηκαν σʼ αυτόν τον τόπο και
διατηρήθηκαν με θυσίες και ενέργειες σαν κι αυτές.
Πηγές:   Η σημαία μας – του Οδ. Σταυράκη,
Ελληνική Σημαία – της Αν. Κούλη
(Σημ.: Ευχαριστούμε θερμά την Ντίνα Νικολοπούλου
από τον Εκδοτικό οίκο Β. Κυριακίδη στην Αθήνα
για την πολύτιμη βοήθειά της)

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013














































Το πρώτο αυτοκινητικό δυστύχημα στην Αθήνα (1907).

Την έλεγαν Ευφροσύνη Βαμβακά, μητέρα ανήλικων παιδιών και ήταν, μόλις, 25 χρόνων. Η Ευφροσύνη είχε μια θλιβερή πρωτιά (που ποτέ δεν την επιδίωξε). Ήταν το πρώτο θύμα σε αυτοκινητικό δυστύχημα στην Ελλάδα. Στην Αθήνα του 1907 κυκλοφορούσαν εφτά, μόνο, αυτοκίνητα (εκτός από τα αυτοκίνητα των ανακτόρων). Κανένα από τα αυτοκίνητα δε διέθετε πινακίδες (τα αναγνώριζαν με το όνομα του ιδιοκτήτη). Οι ελάχιστοι δρόμοι ήταν όλοι (εκτός από την Αιόλου) χωμάτινοι και για να φτάσεις στα Μέγαρα χρειαζόσουν πέντε, περίπου, ώρες. Μιλάμε για την εποχή που είχε, ήδη, γεννηθεί ο παππούς ή προπάππους μας

Το δυστύχημα συνέβη στη λεωφόρο Συγγρού, στο ύψος του Φιξ, στις 4 Μαρτίου 1907, ώρα 11.30. Πάνω από το σώμα της άτυχης Ευφροσύνης πέρασαν δύο αυτοκίνητα. Το αξιοπερίεργο, όμως, ήταν ποιοι οδηγούσαν τα αυτοκίνητα; Το πρώτο το οδηγούσε ο πρίγκιπας Ανδρέας (πατέρας του Φιλίππου, του συζύγου της τωρινής βασίλισσας Ελισάβετ της Αγγλίας, και παππούς του Καρόλου), με συνεπιβάτες τη σύζυγο του, Αλίκη, και τον υπασπιστή του Μεταξά. Το δεύτερο αυτοκίνητο οδηγούσε ο υπουργός και βουλευτής Φθιώτιδος Ν. Σιμόπουλος. Σύμφωνα με τις επίσημες καταθέσεις την ευθύνη ανέλαβε ο Σιμόπουλος, δηλώνοντας ότι αυτός χτύπησε, πρώτος, την άτυχη γυναίκα, αν και κανένας από τους δύο δε φρενάρισε και πέρασαν και οι δύο πάνω από το σώμα της νεαρής γυναίκας. Και σαφέστατα (!;) η ευθύνη ήταν της άτυχης Ευφροσύνης, που δε σταμάτησε, αλλά άρχισε να τρέχει πανικόβλητη. Ίσως ο πρίγκιπας και η σύζυγος του να ταράχθηκαν από την απαιδευσία του φτωχού λαού!! Ο Διοικητής της Αστυνομίας έλαβε δραστικά μέτρα: κάλεσε όλους τους οδηγούς αυτοκινήτων της πρωτεύουσας στο γραφείο του και τους συμβούλευσε να είναι προσεκτικοί. Οι εφημερίδες καταστροφολογούσαν για τη νέα τεχνολογία «Με επτά αυτοκίνητα θρηνούμε θύματα, φανταστείτε να γίνουν 70…» Για φανταστείτε!!! (από το 1991 έως το 2010 έγιναν στην χώρα μας συνολικά πάνω από 334.000 οδικά τροχαία ατυχήματα Υπολογίζεται ότι κάθε μέρα στην Ελλάδα, 6 συμπολίτες μας σκοτώνονται σε τροχαίο και 90 τραυματίζονται…) Είναι πολύ άχαρο, τελικά, να απαντάς στην Ιστορία!!

ΥΓ: Σκεφτήκατε ποτέ τι εικόνες μπορεί να έχει μέσα στο κεφάλι του ο Παππούς ή ο προπάππους σας, όταν βρίσκεται, για παράδειγμα, μπροστά στη λεωφόρο Συγγρού;

γράφει ο Γιώργος Δαμιανός (πρωτοδημοσιεύτηκε στο περ. exodos)

24grammata.

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Οι δύο Ηλείοι Άγιοι Νεομάρτυρες Χρίστος και Πανάγος.

Οι Νεομάρτυρες Γαστούνης Χρήστος και Πανάγος
Οι δύο Ηλείοι Άγιοι Νεομάρτυρες Χρίστος και Πανάγος, που κατά την περίοδο της δεύτερης Τουρκοκρατίας και μέσα σ’ αυτή τη ζοφερή ατμόσφαιρα για τους υπόδουλους Έλληνες της Πελοποννήσου εμαρτύρησαν, γεννήθηκαν«ο μεν άγιος και ιερός Πανάγιος (Πανάγος) εις μίαν χώραν της Αρχαίας Ήλιδας ονομαζόμενην κατά το παλαιόν, κατά δε την βαρβαρικήν συνήθειαν Γαστούνην»΄ «ο δε θαυμάσιος Χριστός ( Χρίστος) εις ένα χωριόν της αυτής πόλεως Ανδραβίδα κατά κοινόν λόγον».

Και οι δύο προέρχονταν από γεννήτορες που είχαν αλλαξοπιστήσει, δυστυχώς, λόγω πιέσεων και διωγμών των κατακτητών Τούρκων. Σε αντίθεση με τους γονείς των, αμφότεροι οι Άγιοι μας αυτοί, επρόκοπταν στην αρετή και ετρέφοντο με φόβο Θεού και με της εντολές του Ευαγγελίου. Διεκρίνοντο δε μεταξύ των συμπατριωτών τους, που τους έδειχναν μεγάλη εκτίμηση. Ο Πανάγος μάλιστα ψηφίστηκε επανειλλημένως, επί Ενεκτορίας, συνοδικός της Γαστούνης. Διαφορετικού χαρακτήρα ο Χρίστος, απεστρέφετο τα πολιτικά και πόθο ζωηρό είχε «να γένει ιερεύς υπανδρός και να μη θολώνεται το νοερόν της ψυχής του από ταις απάταις του κόσμου και ματαιότητες». Γι’ αυτό αργότερα χειροτονήθηκε ιερεύς.
Κατά το έτος 1715 η Πελοπόννησος, μετά τριάντα χρόνια κυριαρχίας των Βενετών, περιήλθε και πάλι υπό τον ζυγόν των Τούρκων, οι οποίοι επεδόθησαν σε λεηλασίες και σφαγές εκείνων που δεν δέχονταν να προσκυνήσουν τον Αλλάχ. Ερήμωσε τότε ο τόπος και όλοι αναζητούσαν οδόν διαφυγής. Όσοι παρέμειναν στο τόπο τους έγιναν «υπήκοοι ραγιάδες, καθώς τους έλεγαν οι βάρβαροι».
Κάποια μέρα ο Πανάγος εκλήθη από τον διοικητή της περιοχής Τούρκο Οσμάν «να αρνηθή την ευσέβειαν». Ο άγιος μας του απάντησε χωρίς φόβο, «λέγοντας, πως, και ετράφη χριστιανός και ο Χριστός ήταν η πνοή του, καύχημα και αγαλλίασις». Γι’ αυτό ήταν αδύνατο να κάνει ό, τι του έλεγε. «Ο πασάς δεν τον επείραξεν περισότερον» και «τον εσυμβούλευεν, ως ηγαπημένον του, να αναχωρήση εις άλλον τόπον δια να φυλαχθή έως ότου παύση ο διωγμός της πίστεως η να ακολουθήση αυτόν τον ίδιον εις Κέρκυραν, δια να φύγη τον κίνδυνον». Ο Πανάγος «έβαλεν κατά νούν να υπάγη εις Κέρκυραν», αλλά ασθένησε βαρειά. Όταν ανέλαβε δυνάμεις και πάλι προσκλήθηκε «να παρρησιάσθη έμπροσθεν και αποκριθή, η να αρνηθή την ευσέβειαν» και να αποδεχθεί τον Μωαμεθανισμό, άλλως τον περιμένουν στερήσεις και παιδέματα, δήμευση της περιουσίας του και τέλος ο δια ξίφους θάνατος.
Οδεύοντας με συνοδεία, προσεύχεται ενδόμυχα και φτάνει ακολούθως προ του Μουράτ αγά, ομολογώντας απερίφραστα και με δύναμη ψυχής την πίστη του στον Χριστό, ενώ «εκαταγέλα τα παραθύθια του Μωάμεθ και τα φλυαρίσματα». Τότε ο «δικαστής», εξέδωκε την απόφαση να τον αποκεφαλίσουν. «Και ευθύς ο άγιος αυτοθελήτως με πολλήν χαράν» ακολουθεί τον δήμιο στον τόπο της εκτελέσεως της αποφάσεως. «Απετμήθη την πρώτην του Μαρτίου μηνός κατά το 1716». Επί δύο ημέρες το «άγιον αυτού λείψανων έμεινεν εκεί εις τον ίδιον τόπον, ερριμένον δια να το φάγουν τα σκυλιά και τα όρνεα, δια να μην το πάρουν και το θάψουν οι ευσεβείς». Το σώμα του αγίου, κατά θείαν ευδοκίαν ουδέν έπαθε. Το εσεβάσθησαν και τα ζώα. Εξαγριωμένοι τότε ο δήμιοι του αποκόπτουν την κεφαλήν, την ψήνουν και την πετούν εκεί κοντά για να την φάνε τα σκυλιά. «Εκείνα ουδέ ούτω την επείραξαν ολοτελώς». Τότε και οι ενάντιοι εθαύμασαν και επέτρεψαν στους Χριστιανούς, την τετάρτην πλέον ημέρα, «και επήραν το άγιον λείψανον και το ενταφίασαν μέσα εις τον ναόν του εν αγίοις πατρός ημών Νικολάου της αυτής πόλεως» (Γαστούνης).
Ο έτερος των νεομαρτύρων, «ο θαυμάσιος ΧΡΙΣΤΟΣ», συνελήφθη και αυτός και παρέμενε σιδηροδέσμιος στη φυλακή, μέχρις ότου ο τύραννος δικαστής τον κάλεσε και τον προέτρεπε να μην χάσει τούτη την γλυκύτατη ζωή και «τα δύο άκακα βρέφη» (τα παιδία του) «και την γυναίκα» του. Ο μετ’ ολίγον μάρτυς δεν ενδίδει ούτε και πτοείται απ’ τις απειλές. Παραμένει αμετακίνητος στην πίστη του, με αποτέλεσμα «ο τύραννος με θυμόν πολύν επρόσταξεν να δείρουν τον άγιον δια να σωφρονισθή και να μη μιλή με τόσην αυθάδειαν». Τον ξαναρίχνουν στην φυλακή, ελπίζοντας ότι θα καμφθεί, αλλ’ εκείνος, συνεχώς προσευχόμενος παραμένει ακλινής. Επιστρατεύεται ακόμη και η γυναίκα του, που τον επισκέπτεται στη φυλακή και με παρακάλια θερμά και ασταμάτητα, προσπαθεί να μεταπείσει τον ιερέα άνδρα της, που τελικά υπεχώρησε και της υποσχέθηκε, ότι, την επόμενη μέρα, θα πράξει κατά τη συμβουλή της. Η απροσδόκητη αυτή απάντηση διεδόθη σ’ όλη την πόλη, γεμίζοντας χαρά τους αλλόπιστους και στεναχωρώντας τους χριστιανούς.
Ο Μουράτ, επιδεικνύοντας τη δύναμη του, προστάζει όλους τους ιερείς της πόλεως να καταθέσουν αν υπάρχουν ακόμη αρνητές της πίστεως κάτοικοι της περιοχής. Κι’ εκείνει απάντησαν ότι δεν ηξεύρουν κανένα. Θύμωσε τότε ο τύραννος και επρόσταξε να εγκλεισθούν όλοι τους στη φυλακή, όπου υπήρχε και ο Πανάγος, τον οποίον «εις επήκοον πάντων, ο προεστότερος» ( των κληρικών συγκρατουμένων του) εστιγμάτισε με σκληρά λόγια για την απόφαση του. Ο ιερέας Χρίστος αναστέναξε από βάθους καρδιάς και ευθύς μετεμελήθη, προς χαράν όλων των συμπρεσβυτέρων του, που εδόξαζαν τον Αρχηγόν της Πίστεως Ιησούν και ενίσχυσαν τον συνάδελφον τους να προχωρήσει προς το μαρτύριον. Ο Χρίστος «όλην εκείνειν την νύκτα επέρασε με ευχάς, ψαλμωδίας και δάκρυα». Το πρωί «οι βάρβαροι εκαρτερούσαν με μεγάλην χαράν, δια να ασεβήση» ο δέσμιος Ιερέας.
Όμως, προς μεγάλη λύπη τους, ο Χρίστος, προ του Μουράτ, μεταξύ άλλων, είπε: «Ευχαριστώ τον Χριστόν μου και βασιλέα της κτίσεως, όπου δεν με άφησε να πέσω εις την απώλειαν, αλλά μου έστειλε οδηγούς σωτήριους και με εχειραγώγησαν πάλιν εις την ευσέβειαν. Και κοιτάζοντας εις τους ουρανούς έλεγε∙ Μη γένοιτο, Χριστέ μου, να σε αρνηθώ ποτέ, αλλά θέλω αποθάνει δια το ονομάσού το άγιον». Στρεφόμενος δε προς τους δήμιους του λέει: «Χριστιανός ήμουν και είμαι και τον Χριστόν σέβομαι συν τω Πατρί και αγίω Πνεύματι». Οι λόγοι του αγίου μας «ετάραξαν δυνατά τους ασεβείς και επρόσταξαν παρευθύς χωρίς αργητά να τον αποκεφαλίσουν». Ο γνήσιος ιερεύς του Κυρίου έκλινε γόνυ και εφονεύθη δια ξίφους, έμεινε δε άταφος επι τέσσερες ημέρες. Με έγκριση των φονέων του ετάφη «εις την ίδια εκκλησίαν του εν αγίοις πατρός ημών Νικολάου, εις τον τάφον όπου ενταφίασαν και τον άγιον μάρτυρα Πανάγον… Ετελειώθη δε ο θαυμάσιος Χρίστος εις τας εννέα του Μαρτίου μηνός, τον ίδιον χρόνον όπου εμαρτύρησεν και ο ιερός Πανάγιος (1716), εις καύχημα της Ορθοδοξίας και έπαινον».
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΗΛΕΙΑΣ

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Ο φάρος της Καυκαλίδας.

Ο φάρος στο νησάκι της Καυκαλίδας, στο δυτικότερο σημείο της Πελοποννήσου στο Ιόνιο Πέλαγος, λίγο πιο έξω από την Κυλλήνη προς Ζάκυνθο, με φόντο το όρος Αίνος της Κεφαλονιάς, κατασκευάστηκε το 1906 με ύψος πύργου 15 μέτρα και εστιακό ύψος 19 μέτρα. Αποτελεί αξιόλογο δείγμα κτιρίου με ιστορικό και τεχνικό ενδιαφέρον, σημαντικό για την ιστορία των επικοινωνιών και της ναυσιπλοΐας. Είναι κατασκευασμένο από λιθοδομή και στοιχεία οπλισμένου σκυροδέματος και περιλαμβάνει τον πύργο του φάρου και την κατοικία του φαροφύλακα.
Σήμερα στο μικρό νησάκι με το φάρο πάει κανείς με βάρκα ή βράχο-βράχο (ύφαλοι). Οι ψαράδες της περιοχής λένε ότι από μακριά μοιάζει με πινελιά μοναξιάς κι ελπίδας στο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας. Για τους καπετάνιους των πλοίων αποτελεί σημάδι ζωής, καθώς το απόκοσμο φως που εκπέμπει τις νύχτες τους ειδοποιεί για τις κοφτερές ξέρες. Ο Φάρος της Καυκαλίδας στην Κυλλήνη, σύμφωνα με τα στοιχεία της Υπηρεσίας Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού, κατασκευάστηκε και άρχισε να λειτουργεί από το 1906. Το φωτιστικό του μηχάνημα λειτουργούσε με πηγή ενέργειας το φωτιστικό πετρέλαιο και ειδοποιούσε τους ναυτικούς από απόσταση 14 ναυτικών μιλίων για τις επικίνδυνες ξέρες. Πάνω του, έξι φαροφύλακες βυθισμένοι στη μοναξιά τους επί μήνες και αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο φρόντιζαν νύχτα και μέρα για την καλή λειτουργία του μηχανήματος και των ειδικών κατόπτρων μέχρι το 1981... Τότε που το μακρύ χέρι του πολιτισμού άγγιξε μοιραία και το φάρο, εγκαθιστώντας αυτόματο ηλιακό σύστημα... Το πέτρινο σπιτάκι που κάποτε φιλοξενούσε τους φαροφύλακες στοίχειωσε στο πέρασμα του χρόνου και το τοπίο έγινε άγριο και αφιλόξενο. Σήμερα, οι ελάχιστοι και τολμηροί επισκέπτες προσεγγίζουν το μικρό ξερονήσι ακροβατώντας πάνω στο μονοπάτι της μεγάλης ξέρας που μόνο οι ντόπιοι ψαράδες γνωρίζουν καλά.

Χαρακτηριστικά Φάρου
Εναλλακτικά ονόματα: Killini
Τοποθεσία / Περιοχή / Νησί: SouthWestern Greece
Χώρα: Greece [GR]
Γεωγρ. Πλάτος/Μήκος: 37.94018° / 21.12081° (Map)
Τύπος: Lighthouse
Τύπος Αναλαμπής: Flashing (Fl)
Χρώμα Φωτός: White-Red Sectors / WR
Περίοδος Αναλαμπής: 10 s
Ύψος Φακού (Εστίαση): 21 m
Εμβέλεια: 14 ν.μ
Σε Λειτουργία: True
Έτος κατασκευής: 1906

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Μάνα!!!

Είμαι καλά
Μενέλαος Λουντέμης

Είμαι καλά, Μητερούλα... αυγή μου...
Σπεύδω να καλοπιάσω το φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ' τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει... Μάνα...
Τρεμούλα των χεριών....
Χιόνια που ξεφεύγετε απ' τη μπόλια...
Στεναγμέ που μετράς το μισεμό μου..
Είμαι καλά.
Πρώτον Σεβαστή μου..
Πρώτον έρχομαι να ρωτήσω...μα δε ρωτώ.
Εδώ δεν ρωτούν. Εδώ όλοι είναι καλά..
Κι ας ανεμίζουν οι κρεμάλες από πάνω τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα..
Όλοι είναι καλά.
Πρώτον Μητερούλα υγείαν έχω
και το στήθος μου φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό
κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα του στα πλευρά μου.
Πρώτον Μητερούλα...Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δε θα μάθεις την αλήθεια.
Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά την θάλασσα.
Η αλήθεια μανούλα είναι βόλι. Και δεν θα στην πω.
Είμαι καλά.
Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα.
Μα έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συγχώρα με. Συγχώρα με και σήμερα
για τα χίλια <είμαι καλά>.
Τα χίλια ψέματά μου.
Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί.
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα
Είμαι καλά.
Ξέρω..Αχ Μητερούλα...
Ξέρω, πως σου στέλνω κάθε μέρα,
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω,
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου...
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από 'δω..
Είμαι καλά.
Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φώς.
Δεν είναι καν ανάγκη ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο ναρθεί, ν' ακουστεί στην εξώπορτα..
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε Μανούλα μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου.
Είμαι καλά.
Είμαι καλά αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμα καλά αφού μπορώ και το ψελίζω.
Είμαι καλά αφού μπορώ κι αραδιάζω στο χαρτί,
τα τσακισμένα τούτα λόγια..
Είμαι καλά.
Αχ, να μπορούσα να' χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα' χυνα στο διάστημα..
Για να' ρχονται κι όταν εγώ δεν θ' ανασαίνω.
Να' ρχονται και να ραμφίζουνε το τζάμι του σπιτιού μας.
Αυτό που κοιτάζει κατά την θάλασσα.
Και να κελαηδούνε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές.
Είμαι καλά.
Μανούλα εσύ.. Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ που μιλάς τη γλώσσα των χεριών..
Ακούμπα τα χείλη σου στο χαρτί.
Έτσι όπως εύρισκες ,σαν ήμουνα παιδί, τον πυρετό μου..
Και διάβασε στ' άγραφο χαρτί.(Σβήσε το <καλά>).
Και διάβασε απ' την καρδιά μου.
Μάνα..Αχ.. Μάνα..Μάνα..
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου.
Έλιωσε σήμερα κάτω απ' το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου.
Βέλαξε κάτω απ' το μαχαίρι.
Μα εσύ, γέλα ακριβή μου. Γέλα...
Πες πως ξύπνησες απ' όνειρο κακό.
Και γέλα να το διώξεις.
Γέλα. Κι εγώ -ησύχασε μανούλα-
<Είμαι καλά>.
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κάψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τη μιλιά μου. Είμαι καλά.
Σεισμοί γκρεμίσανε τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά..Είμαι καλά...
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι' αυτό, το σκάβω, το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ' αυτό τον ανεμοδαρμένο γκρεμνό..
Σ' αυτό το τρελό Νεκροταφείο,
πως όλοι οι νεκροί του...
Είμαι καλά

Επιτάφιος-I
Ρίτσος Γιάννης

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ' το τσίνορό μου,
τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;
Πουλί μου, εσύ που μου' φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;
Στη στράτα εδώ καταμεσής τ' άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου μπήγω.

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Η γυναίκα, που καθιέρωσε τη Γιορτή της Μητέρας.

H κοινωνική ακτιβίστρια Anna Maria Reeves συζ. Jarvis (1832-1905) γεννηθηκε στη Βιρτζινια των Ηνωμενων Πολιτειων, και, μαζί με τον σύζυγό της, Granville Jarvis, απέκτησαν 12 παιδια! Ομως, δεν προλαβαν να ευτυχήσουν ως οικογενεια, αφου μονο τα τεσσερα από τα δωδεκα επέζησαν, με τα υπόλοιπα οκτω παιδιά να φευγουν από τη ζωη, προτού καν ενηλικιωθουν.
Η βαθεια οδύνη της απώλειας των οκτω παιδιων της εκανε την Anna Jarvis να αφιερωσει τη ζωη της στην εξαλειψη των ανθυγιεινων συνθηκων διαβίωσης, εξαιτιας των οποιων εξαπλωνονται γρηγορα θανατηφορες ασθενειες.
Για τον λογο αυτο, ίδρυσε τα 'Mothers' Day Work Clubs", που ειχαν σκοπό τη συγκέντρωση χρηματων, ωστε να προμηθεύουν με φαρμακατις απορες οικογενειες, μελη των οποιων υπεφεραν απο φυματίωση. Πραγματικα, οι Συλλογοι Εργασιας αυτοι καταφεραν να συνεργασθουν με επιστημονες της Φυσικης και να φερουν στην καθημερινη ζωή τοσων οικογενειων το καθαρό νερό και τον ασφαλή τρόπο απομάκρυνσης λυματων.
Μάλιστα, κατα τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολεμου, οι Συλλογοι αυτοι βοηθησαν πολύ στην επούλωση πληγων των τραυματισμενων στρατιωτών, ενω τους παρειχαν, συγχρόνως, τροφή και ενδυση, εργο το οποιο συνεχισε και μετα το τελος του πολέμου, βοηθώντας πλεον τις κοινωνίες των βετεράνων να ξεπεράσουν τις δεινές καταστροφες, που ειχαν υποστει.Η Anna Maria Reeves Jarvis πέθανε στη Φιλαδελφεια των Ηνωμενων Πολιτειων στις 9 Μαϊου 1905, όμως η κορη της Αννα (1864-1948) δεν αφησε το τεραστιο εργο της μητερας της να παραμεινει απλή αναμνηση. Πάλεψε, λοιπον, να καθιερωσει μια ημερα τον χρονο να ειναι αφιερωμενη στo πνεύμα της αγωνιστικοτητας και των προσπαθειων της μητερας της για βελτιωση της ανθρωπινης ζωής, ωστε να τιμήσει το επίτευγμά της. Το 1914, μαλιστα, ο Αμερικανός προεδρος Woodrow Wilson υπέγραψε ψήφισμα του Κογκρέσσου, σύμφωνα με το οποίο καθιερωθηκε η δευτερη Κυριακη του Μαϊου ώς η Γιορτή της Μητέρας.
Κατα τη διάρκεια μιας ομιλίας της, μαλιστα, η κορη Anna Jarvis ειχε πει καυστικά: "Μη στελνετε ετοιμες τυπωμένες καρτες στις μανούλες σας. Αυτο δε δείχνει τιποτα περισσότερο από το πόσο τεμπέληδες ειστε, που δε γράφετε λιγα δικά σας λογια στον ανθρωπο, που εχει κανει τοσα ομορφα πραγματα για σενα οσα ποτέ κανένας αλλος...                                                                           mother.gr

"γιορτή της μητέρας".

Η Αρχαία Ελλάδα είναι η πρωταρχική πηγή αναφοράς στην "γιορτή της μητέρας". Ήταν γιορτή της άνοιξης όπου λατρευόταν η Γαία, η μητέρα Γη, μητέρα όλων των θεών και των ανθρώπων. Αργότερα την αντικατέστησε η κόρη της η Ρέα η σύζυγος του Κρόνου, μητέρα του Δία και θεά της γονιμότητας.
Μία νεότερη εκδοχή ήταν η αποκαλούμενη "Mothering Sunday", που μας μεταφέρει στην Αγγλία του 1600. Αυτή η μέρα γιορταζόταν την 4η Κυριακή της Σαρακοστής προς τιμή όλων των μητέρων της Αγγλίας. Κατά την διάρκεια αυτής της μέρας, οι υπηρέτες που έμεναν στα σπίτια των αφεντικών τους έπαιρναν μία μέρα άδεια για να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να περάσουν την ημέρα με τις μητέρες τους.
Καθώς ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε στην Ευρώπη η γιορτή μεταβλήθηκε προς τιμή της "Μητέρας Εκκλησίας" αλλά με τον καιρό οι δύο έννοιες συγχωνεύτηκαν. Έτσι ο κόσμος τιμούσε ταυτόχρονα την μητέρα και την εκκλησία. Παραδοσιακά δώρα όπως τα λουλούδια, τα φυτά ή οι σοκολάτες προσφέρονταν στη Γιορτή της μητέρας.
Η δεύτερη Κυριακή του Μάη που καθιερώθηκε σαν εθνική γιορτή Ημέρα της μητέρας στις ΗΠΑ οφείλεται στην έμπνευση μιας γυναίκας από την Φιλαδέλφεια της Ana Jarvis. Η Ana Jarvis θέλοντας να τιμήσει τη μνήμη της μητέρας της ξεκίνησε το 1907 μια εκστρατεία για να καθιερωθεί μια επίσημη γιορτή της μητέρας. Η προσπάθειά της είχε απήχηση και η γιορτή της μητέρας έγινε επίσημα εθνική γιορτή των ΗΠΑ το 1914 με προεδρικό διάταγμα που όριζε την δεύτερη Κυριακή του Μάη σαν Ημέρα της Μητέρας.
Αν και πολλές χώρες έχουν δικές τους ημερομηνίες για τη γιορτή της μητέρας, όπως και δικούς τους λόγους για να γιορτάζουν μια τέτοια μέρα, η δεύτερη Κυριακή του Μάη έχει επικρατήσει διεθνώς. Έτσι πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα γιορτάζει την γιορτή της μητέρας την δεύτερη Κυριακή του Μάη.
Η Ημέρα της μητέρας βέβαια έχει χάσει, όπως και όλες οι γιορτές, τον παραδοσιακό της χαρακτήρα. Βλέπετε πρώτοι οι Αμερικάνοι, χωρίς να υστερούμε οι υπόλοιποι, ανακάλυψαν ότι παρ' όλο που η γιορτή αυτή καθιερώθηκε για να γιορτάζεται η μητέρα σαν έννοια, ήταν παρόλα αυτά μιας πρώτης τάξης ευκαιρία να δείξει κανείς την αγάπη του για την δική του μητέρα. Γρήγορα το εμπόριο και διαφήμιση ανακάλυψαν μια νέα πηγή εσόδων και έτσι τα πρώτα συμβολικά λουλούδια της γιορτής έγιναν γρήγορα ανθοδέσμες και γλάστρες ώστε σήμερα η γιορτή της μητέρας να είναι η πιο εμπορική γιορτή για λουλούδια, γλάστρες και εποχιακά φυτά διεθνώς εκτός από τα Χριστούγεννα. Σύμφωνα με έρευνες Ημέρα της μητέρας κατέχει τα τελευταία χρόνια μερίδιο 26% στο σύνολο των ετήσιων πωλήσεων λουλουδιών και φυτών που γίνονται κατά την διάρκεια των διάφορων γιορτών.

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Ο Πόνος της Παναγίας.

Ο  Πόνος της Παναγίας

Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι' οι τρισκαταραμένοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Μέγα Βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι,
να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.
Κι' η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
Φωνή τους ήρθ' εξ Ουρανού κι απ' Αρχαγγέλου στόμα:
-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουνε κι οι μετάνοιες,
το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου την αυλή, εκεί τον τυραγνάνε.
-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε.
-Συ Φαραέ, που τά 'φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.
-Βάλτε τα δυο στα χέρια του και τ' άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,
να στάξει αίμα και νερό, να λιγωθεί η καρδιά του.
Κι' η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,
σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο,
για να της ερθ' ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.
Κι' όταν της ηρθ' ο λογισμός, κι' όταν της ηρθ' ο νους της,
ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,
ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.
-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες.
Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.
Λάβε, κυρά μ' υπομονή, λάβε, κύρά μ' ανέση.
-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,
που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.
Κι' η Μάρθα κι' η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδερφή, κι' οι τέσσερες αντάμα,
επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.
-Άνοιξε πόρτα του ληστού και πόρτα του Πιλάτου.
Κι' η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,
Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου,
μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;
-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.
Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!
Κι' η Παναγιά πλησίασε, γλυκά τον αγκαλιάζει.
-Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;
-Τι να σου πω, Μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις·
μόνο το μέγα Σάββατο κατά το μεσονύχτι,
που θα λαλήσει ο πετεινός και θα βαρούν καμπάνες,
τότε και συ, Μανούλα μου, θά 'χεις χαρά μεγάλη!
Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,
σημαίνει κι' η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.
Όποιος τ' ακούει σώζεται κι' όποιος το λέει αγιάζει,
κι' όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,
Παράδεισο και λίβανο απ' τον Άγιο Τάφο.