Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Χαρίλαος Τρικούπης: Φιλόδοξος, μεταρρυθμιστής αλλά... «δυστυχώς επτωχεύσαμεν»

Χαρίλαος Τρικούπης: Φιλόδοξος, μεταρρυθμιστής αλλά... «δυστυχώς επτωχεύσαμεν»
Ηταν 27 Απριλίου του 1875, όταν ο Χαρίλαος Τρικούπης ανήλθε για πρώτη φορά στην εξουσία της χώρας, υποσχόμενος να φέρει τον εκσυγχρονισμό στην «πρωτόγονη» τότε Ελλάδα. Ο Τρικούπης πέτυχε πολλά, όπως τον εκδημοκρατισμό της χώρας και σειρά από άλλες μεταρρυθμίσεις, ωστόσο το όνομά του συνδέθηκε με το περίφημο «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του 1892 και τη χρεοκοπία της χώρας για τον ίδιο περίπου λόγο που παραλίγο να συμβεί και στις ημέρες μας: Η χώρα είχε «πνιγεί» από τα δάνεια.
Η ζωή του μέχρι την άνοδο στην εξουσία
Γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 11 Ιουλίου 1832 και ήταν γιος του πολιτικού και ιστορικού Σπυρίδωνα Τρικούπη και της Αικατερίνης Μαυροκορδάτου, αδελφής του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Ο Τρικούπης, υπηρέτησε στο Διπλωματικό Σώμα, ενώ το 1863 ήταν επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας, που διαπραγματεύτηκε την προσάρτηση των Ιονίων Νήσων στην Ελλάδα.
«Το βάπτισμα του πυρός» στην πολιτική - Ο Τρικούπης υπουργός Εξωτερικών
Το 1865 εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής Μεσολογγίου υπό το συνδυασμό του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου ο οποίος, όταν σχημάτισε κυβέρνηση, του εμπιστεύθηκε το κρίσιμο Υπουργείο Εξωτερικών σε ηλικία μόλις 33 ετών, με αποστολή να διαχειριστεί την «καυτή πατάτα» της Κρητικής Επανάστασης.
Από τις πρώτες μέρες του ως υπουργός, ο Τρικούπης φρόντισε να αποκαταστήσει το κύρος του κράτους απέναντι στους ξένους, ενώ διαμόρφωσε και μια εθιμοτυπία η οποία ισχύει μέχρι σήμερα: Ως νέος Υπουργός Εξωτερικών δεν επισκέφθηκε εκείνος πρώτος τους ξένους πρεσβευτές στην Αθήνα, αλλά απαίτησε να τον επισκεφθούν αυτοί πρώτοι.
Η άνοδός του στην εξουσία: Η «αρχή της δεδηλωμένης» και οι μεταρρυθμίσεις του Τρικούπη
Στις 27 Απριλίου 1875, ο Χαρίλαος Τρικούπης εκλέγεται για πρώτη φορά πρωθυπουργός και θα κυριαρχήσει για τα επόμενα 20 χρόνια στο πολιτικό σκηνικό, ως εκπρόσωπος της ανερχόμενης αστικής τάξης. Μεγάλοι του αντίπαλοι θα είναι αρχικά ο πολιτικός του μέντορας Αλέξανδρος Κουμουνδούρος και στη συνέχεια ο «λαϊκιστής» Θεόδωρος Δηλιγιάννης, που εκπροσωπούσαν τα «παλιά τζάκια». Ο Χαρίλαος Τρικούπης θα παραμείνει στο τιμόνι της χώρας για περίπου 11 χρόνια.
Η αρχή της δεδηλωμένης
Μία από τις πρώτες του μεταρρυθμίσεις ήταν η θέσπιση της «αρχής της δεδηλωμένης», σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση οφείλει να έχει τη «δεδηλωμένη» εμπιστοσύνη της απόλυτης πλειοψηφίας των Βουλευτών, προκειμένου να διασφαλίζεται η δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης, την οποία μέχρι τότε όριζε ο βασιλιάς, αγνοώντας τις περισσότερες φορές τα αποτελέσματα των εκλογών.
Το θέμα της κυβερνητικής πλειοψηφίας στο Κοινοβούλιο το είχε θέσει για πρώτη φορά ένα χρόνο πριν σε άρθρο του στην εφημερίδα Καιροί με τον τίτλο «Τίς πταίει», στο οποίο κατηγορούσε τον βασιλιά Γεώργιο Α' ότι εφάρμοζε καθεστώς απόλυτης μοναρχίας, ενώ είχε υποστηρίξει τον δικομματισμό, τη δημιουργία δηλαδή δύο κομμάτων εξουσίας τα οποία θα ασκούσαν την κυβερνητική πολιτική.
Η διώρυγα της Κορίνθου και άλλες μεταρρυθμίσεις
Σε μια συνέχεια των προοδευτικών μεταρρυθμίσεων που έφερε στην Ελλάδα, ο Τρικούπης στην κυβέρνηση που συγκρότησε τον Μάρτιο του 1882, αναδιοργάνωσε την αστυνομία, την αγροφυλακή και τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και αποφάσισε την αποξήρανση της λίμνης Κωπαΐδας και τη δημιουργία σιδηροδρομικού δικτύου, ενώ στην επόμενη κυβέρνηση που συγκρότησε το 1886 μείωσε τον αριθμό των βουλευτών από 240 σε 150, ενώ ένα από τα μεγαλύτερα αναπτυξιακά του έργα ήταν η κατασκευή της διώρυγας της Κορίνθου το 1893, από τον Ελληνα μηχανικό Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη.
Τα δάνεια και το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν»
Το φιλόδοξο πρόγραμμα του Τρικούπη «προσέκρουσε» πάνω στο χρόνιο πρόβλημα της Ελλάδας: Τα έσοδα της χώρας ήταν ελάχιστα και η κυβέρνηση αναγκαζόταν να συνάπτει διαρκώς νέες δανειακές συμβάσεις. Από το 1879 μέχρι το 1890 είχαν συναφθεί οκτώ εξωτερικά δάνεια και πέντε εσωτερικά, ενώ παράλληλα ξεσπούσε η σταφιδική κρίση. Τον Μάιο του 1892, στη νέα κυβέρνηση που σχημάτισε, ο Τρικούπης υιοθέτησε ένα πιο τεχνοκρατικό προφίλ, παρουσιάζοντας ένα σκληρό πρόγραμμα περικοπών στις δημόσιες δαπάνες και μέτρων αυστηρής λιτότητας, όπως οι έμμεσοι φόροι.
Η λαϊκή δυσαρέσκεια στο πρόσωπό του λόγω της φορολογικής του πολιτικής ήταν έντονη, με τον ελληνικό Τύπο να του κολλά τα προσωνύμια «Φορομπήχτης» και «Πετρέλαιος». Εν τέλει, η χώρα δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει τα δυσβάστακτα χρέη της και ο ίδιος στις 10 Δεκεμβρίου του 1893 από το βήμα της Βουλής, αφού περιέγραψε την τραγική οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η χώρα και την αδυναμία του να εξασφαλίσει νέο αγγλικό δάνειο σύμφωνα με το wikipedia, κήρυξε τη χρεοκοπία της Ελλάδας, αναφωνώντας το γνωστό: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν».
Τα επόμενα χρόνια η χώρα θα τεθεί υπό Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο, στον οποίο εκχωρήθηκαν τα έσοδα των μονοπωλιακών προϊόντων όπως το οινόπνευμα, τα σπίρτα, τα τραπουλόχαρτα και άλλα προϊόντα, οι επιπτώσεις του οποίου θα φθάσουν μέχρι την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ.
Ο επίλογος του πολιτικού βίου του Τρικούπη
Η κυβέρνηση Τρικούπη παραιτήθηκε αμέσως μετά την ανακοίνωση της πτώχευσης, ενώ στις εκλογές του 1895 το κόμμα του συνετρίβη και ο ίδιος δεν εκλέχθηκε καν βουλευτής στο Μεσολόγγι όπου έβαζε υποψηφιότητα, χάνοντας την έδρα για τέσσερις ψήφους από τον Γουλιμή. Τότε διατύπωσε τη γνωστή ρήση: «Ανθ' ημών Γουλιμής... Καληνύχτα σας!». Στη συνέχεια αναχώρησε για ένα ταξίδι στην Ευρώπη.
Αποσύρθηκε στις Κάννες όπου και πέθανε στις 30 Μαρτίου του 1896, ενώ λίγο πριν από το θάνατό του ήταν εν αγνοία του υποψήφιος στις αναπληρωματικές εκλογές όπου και εξελέγη πανηγυρικά.
Ο Χαρίλαος Τρικούπης προσπάθησε να φέρει στην Ελλάδα μια σειρά μεταρρυθμίσεων, ενώ επί της ουσίας έφερε την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ομως το μέγα σφάλμα του, που δεν του συγχώρεσε ποτέ η Ιστορία, ήταν ότι βασίστηκε υπερβολικά στην ξένη βοήθεια, «κληροδότημα» που βάρυνε την Ελλάδα και τα επόμενα χρόνια, μέχρι σήμερα: Η χώρα να πνίγεται από τους δανειστές της, με αποτέλεσμα οι περικοπές να πλήττουν τον ελληνικό λαό...                                               www.iefimerida.gr

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Προεδρική Φρουρά.


Εύζωνες.

   
Οι Εύζωνες ('ευ΄'+'ζώνες'=οι καλά ζωσμένοι) είναι επίλεκτοι στρατιώτες του ελληνικού στρατού, ευρύτερα γνωστοί ως τσολιάδες, μετά τον αναγραμματισμό που σημειώθηκε του ονόματος "στολιάδες" από τη "στολή" που καθιερώθηκε επίσημα από τον Βασιλέα Όθωνα της Ελλάδας που έφερε και ο ίδιος σε επίσημες εμφανίσεις.
Μέσα από την ιστορική δράση των ευζωνικών ταγμάτων, οι εύζωνες έχουν αναχθεί σε σύμβολα γενναιότητας για τον ελληνικό λαό. Στις μέρες μας, 'εύζωνες' καλούνται οι στρατιώτες της Προεδρικής Φρουράς, οι οποίοι εκτελούν αποστολές συμβολικού χαρακτήρα, με κεντρική τη φύλαξη του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη.

 

Ιστορία.

Η ιστορία των ευζωνικών ταγμάτων (αργότερα συνταγμάτων) ξεκινά το 1867, με την ίδρυση τεσσάρων ταγμάτων, καθένα από τα οποία διέθετε οργανωτική δύναμη τεσσάρων λόχων. Κεντρική τους αποστολή ήταν η φύλαξη της μεθορίου. Το 1868 προστέθηκε σε κάθε τάγμα ευζώνων και πέμπτος λόχος. Η αρχική σύνθεση αυτών των ταγμάτων αποτελούνταν από εθελοντές, υπαξιωματικούς ή οπλίτες, οι οποίοι συνήθως κατάγονταν από ορεινές περιοχές.
Η ένδοξη δράση των ευζωνικών ταγμάτων κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υπήρξε καταλυτική με αποτέλεσμα οι εύζωνες να λάβουν στη συνείδηση του ελληνικού λαού την εικόνα ηρώων. Έντονη δράση είχαν τα ευζωνικά τάγματα και κατά τη διάρκεια των υπόλοιπων ένοπλων συγκρούσεων του 20ου αιώνα στις οποίες είχε εμπλακεί ο ελληνικός στρατός (Μικρασιατική Εκστρατεία, Πρώτος και Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος).
Από το 1914, ως ιδιαίτερη μονάδα ευζώνων συγκροτείται η Ανακτορική Φρουρά. Ο τίτλος της έχει μετατραπεί αρκετές φορές από τότε (Φρουρά Σημαίας, Φρουρά Μνημείου Αγνώστου Στρατιώτη, Βασιλική Φρουρά, Προεδρική Φρουρά). Η σημερινή της ονομασία είναι 'Προεδρική Φρουρά', η οποία της αποδόθηκε το 1974, μετά τη κατάρρευση της δικτατορίας Παπαδόπουλου.
Ιδιαίτερα ξεχωριστή θέση στην ιστορία των ευζωνικών ταγμάτων κατέχει το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, κυρίως λόγω της δράσης του κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Πέρα από την αποτελεσματικότητα του κατά τη διάρκεια των πρώτων στρατιωτικών επιχειρήσεων, το Σύνταγμα αυτό απέκτησε φήμη για τη δράση του μετά την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου και την αποσύνθεση του ελληνικού στρατού, τον Αύγουστο του 1922). Πιο συγκεκριμένα, κάτω από την καθοδήγηση του διοικητή του Νικόλαου Πλαστήρα, το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων έφτασε απολύτως συντεταγμένο στον Τσεσμέ, από όπου και διαπεραιώθηκε στο νησί της Χίου.
Ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Ψαρρός οργάνωσε το 5/42 Σύνταγμα το 1942 για να εναντιωθεί στον φασίστα κατακτητή. Έδωσε πολλές ηρωικές μάχες στα βουνά της Στερεάς Ελλάδος εναντίον του κατακτητή και το Σύνταγμα για ακόμη μια φορά έγινε το «Ασκέρι του Διαβόλου».

Οι εύζωνες σήμερα.

Οι σημερινοί εύζωνες εκτελούν μόνο αποστολές τελετουργικού χαρακτήρα. Η πλέον γνωστή είναι η συμβολική φύλαξη του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, που βρίσκεται στην Πλατεία Συντάγματος, δίπλα στην Βουλή των Ελλήνων. Σκοπιές όμως ευζώνων υπάρχουν και στο Προεδρικό Μέγαρο και στην πύλη του στρατοπέδου της Προεδρικής Φρουράς, πρώην στρατόπεδο Βασιλέως Γεωργίου Β΄, που βρίσκεται στο ΒΑ. άκρο του Εθνικού Κήπου με είσοδο από την οδό Ηρώδου του Αττικού. Άλλες υποχρεώσεις των ευζώνων είναι:
  • Η επίσημη έπαρση και υποστολή της ελληνικής σημαίας στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Πραγματοποιείται κάθε Κυριακή.
  • Η απόδοση εθιμοτυπικών τιμών στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και σε αρχηγούς ξένων κρατών.
  • Η απόδοση τιμών ομοίως στους πρεσβευτές ξένων κρατών κατά τη διάρκεια επίδοσης διαπιστευτηρίων στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Εύζωνες επίσης συνοδεύουν κάθε χρόνο το Άγιο Φως, στη μεταφορά του από τα Ιεροσόλυμα στην Αθήνα. Η συμμετοχή στη συνοδεία του Αγίου Φωτός θεωρείται η ύψιστη τιμή για έναν εύζωνα. Την 25η Μαρτίου κάθε έτους, τμήμα ευζώνων συμμετέχει εκτός της παρέλασης στην Αθήνα και στις εορταστικές εκδηλώσεις της ελληνικής ομογένειας των ΗΠΑ, πραγματοποιώντας παρέλαση στην 5η Λεωφόρο της Νέας Υόρκης. Τα τελευταία χρόνια συμμετέχουν στην επέτειο για την έξοδο του Μεσσολογίου συνοδεύοντας την εικόνα και στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων κάνοντας παρέλαση στην κεντρική λεωφόρο της πόλης.

Η ευζωνική ενδυμασία.

Οι Εύζωνες είναι παγκοσμίως γνωστοί για την ενδυμασία που φέρουν. Η φουστανέλα σχεδιάστηκε ως στολή για την Ανακτορική παλιότερα και σήμερα Προεδρική Φρουρά.

Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός συμβολισμών που αποδίδονται στα χαρακτηριστικά της ευζωνικής στολής. Για παράδειγμα, ο αριθμός των δίπλων της φουστανέλας φημολογείται πως είναι ίσος με τη διάρκεια (σε έτη) της περιόδου της Τουρκοκρατίας, δηλαδή 400. Παρόλ' αυτά, οι φουστανέλες που φέρουν στις μέρες μας οι Εύζωνες, σπάνια έχουν ακριβώς 400 δίπλες.
Τα υπόλοιπα μέρη που συγκροτούν την ευζωνική στολή είναι:
  • Το 'φάριο' (ή 'φάρεο'). Είναι το καπέλο του εύζωνα. Το φάριο έχει κόκκινο χρώμα και είναι κατασκευασμένο από τσόχα. Στη θέση του μετώπου φέρει το ελληνικό εθνόσημο. Χαρακτηριστικό κομμάτι του φάριου αποτελεί η μακριά μαύρη φούντα, κατασκευασμένη από μετάξι. Το σχήμα της θεωρείται πως συμβολίζει το δάκρυ του Χριστού στη Σταύρωση. Παρομοιάζεται με το τουρκικό φέσι, αν και για ευνόητους λόγους η ελληνική πλευρά αποφεύγει το συσχετισμό.
  • Το πουκάμισο. Είναι λευκού χρώματος και έχει χαρακτηριστικά μεγάλο άνοιγμα μανικιών. Το λευκό χρώμα, το οποίο κυριαρχεί σε ολόκληρη την ευζωνική στολή, θεωρείται πως συμβολίζει την αγνότητα των εθνικών αγώνων.
  • Η 'φέρμελη'. Είναι το γιλέκο του εύζωνα. Αποτελεί το δυσκολότερο, όσον αφορά την κατασκευή του, κομμάτι της ευζωνικής στολής. Διαθέτει λευκά και επίχρυσα νήματα, με τα οποία απεικονίζονται σχέδια λαογραφικής σημασίας. Ένα από αυτά αποτελούν τα αρχικά 'Χ' και'Ο', τα οποία θεωρείται ότι αντιστοιχούν στις λέξεις 'χριστιανός' και 'ορθόδοξος'.

  • Οι κάλτσες. Είναι λευκές και κατασκευασμένες από μαλλί. Κάθε εύζωνας φέρει από δύο κάλτσες σε κάθε πόδι. Οι κάλτσες στηρίζονται στη μέση του εύζωνα, κάτω από τη φουστανέλα, με τη βοήθεια μιας δερμάτινης ζώνης που ονόμάζεται 'ανάσπαστος'.
  • Οι καλτσοδέτες. Είναι μαύρου χρώματος και κατασκευασμένες από μετάξι.
  • Τα τσαρούχια. Είναι τα υποδήματα του εύζωνα. Είναι κόκκινου χρώματος και κατασκευασμένα από δέρμα. Στη σόλα κάθε τσαρουχιού βρίσκονται καρφωμένα περίπου 60 καρφιά, τα οποία είναι υπεύθυνα για τον επιβλητικό ήχο που ακούγεται κατά το βηματισμό ενός εύζωνα. Κατά μέσο όρο, το κάθε τσαρούχι ζυγίζει τρία κιλά. Χαρακτηριστικό κομμάτι των τσαρουχιών αποτελούν οι μαύρες φούντες στις οποίες καταλήγουν οι μύτες τους. Θεωρείται πως η αρχική τους χρήση ήταν να κρύβονται σε αυτές μικρά κοφτερά αντικείμενα που θα μπορούσαν αιφνιδιαστικά να τραυματίσουν τον εχθρό σε μία 'σώμα με σώμα' μάχη. Άλλη άποψη είναι ότι οι φούντες προστάτευαν τα δάχτυλα των ποδιών από το χιόνι και τα κρυοπαγήματα.
  • Οι δερμάτινες φυσιγγιοθήκες.
Η ευζωνική στολή που περιγράφεται παραπάνω αποτελεί την επίσημη εκδοχή. Οι εύζωνες που φυλάσσουν το Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη φέρουν αυτή τη στόλη μόνο τις Κυριακές ή κατά τη διάρκεια εθνικών εορτών. Τις υπόλοιπες μέρες φέρουν την καθημερινή ευζωνική ενδυμασία. Σε αυτήν, το λευκό πουκάμισο, η φέρμελη και η φουστανέλα αντικαθίστανται από τον ντουλαμά, τη χαρακτηριστική στολή των αγωνιστών του Μακεδονικού Αγώνα, βασισμένη στην παραδοσιακή ενδυμασία του χωριού Άλωνα Φλώρινας. Ο χειμερινός ντουλαμάς είναι σκούρου μπλε χρώματος, ενώ ο θερινός ανοικτού καφέ. Σε εθιμοτυπικές εκδηλώσεις της Προεδρικής Φρουράς, ορισμένοι εύζωνες φέρουν τις παραδοσιακές στολές της Κρήτης και του Πόντου, ως αναγνώριση της συμβολής αυτών των περιοχών στους εθνικούς αγώνες.
 Βικιπαίδεια

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Ένα σημείωμα, μια τρύπια πεντάρα και μια παλιά μικρή ιστορία...

Ο Λάμπης Ν. Βολονάκης, λοχίας του Α’ λόχου του 17ου Συντάγματος Πεζικού υπηρετούσε στην Μικρά Ασία το 1920. Καθαρίζοντας το όπλο του, βρήκε ένα σημείωμα και μία...πεντάρα.

Τί έγραφε το σημείωμα;



Εν Μπιζανίω 20 Φεβρουαρίου 1913

Αγαπητέ Συνάδελφε,
Σε χαιρετώ,


Σε, που θα έχης την τύχη να ανοίξης το πέλμα του όπλου αυτού, θα εύρης την πεντάρα αυτή και να πάρης ένα τσιγάρο, να το καπνίσης στην υγεία μου.

Το όπλο αυτό το έφερα επί πέντε έτη. Το δόξασα και με δόξασε και τώρα αναγκάζομαι, να το εγκαταλείψω, λόγω τραυματισμού μου.
Πέρασα τόσες και τόσες στιγμές και δεν το εγκατέλειψα και εάν η πατρίς σε χρειασθή, να το τιμήσης.


Νικ. Καββαδίας
Κοθρέα - Ένωσις Κεφαλληνίας

Το σημείωμα και η τρύπια πεντάρα



Ο Λάμπης Βολονάκης, φύλαξε το σημείωμα και την τρύπια πεντάρα, μέχρι την επιστροφή του στην πατρίδα και τα κατέθεσε στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρία της Ελλάδος.

Πηγή: zosimaia.gr

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

«Λαυρεωτικά»1896.

Με το όνομα «Λαυρεωτικά» (ή «Λαυριακά» ή «Λαυρεωτικό ζήτημα») έμεινε στην ιστορία το σοβαρό οικονομικό και πολιτικό ζήτημα που απασχόλησε την Ελλάδα από το 1869 μέχρι το 1875 και είχε σχέση με την παράνομη εκμετάλλευση των εκβολάδων του Λαυρίου από την ξένων συμφερόντων μεταλλευτική εταιρεία «Roux – Serpieri – Fressynet C.E.».
Τα μεταλλεία στην περιοχή του Λαυρίου είναι από τα αρχαιότερα μεταλλεία στον ελλαδικό χώρο. Η μεταλλευτική δραστηριότητα σε αυτά χρονολογείται από το 3.000 π.Χ., (ίχνη εξορύξεως χαλκού στην περιοχή Θορικού) αλλά η συστηματική εκμετάλλευσή τους αρχίζει με τη γέννηση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας το 508 π.Χ. από τον Κλεισθένη. Τα μεταλλεία του Λαυρίου υπήρξαν η κύρια πηγή πλούτου της Αθήνας κατά την κλασική εποχή (5ος και 4ος π.Χ. αιώνας). Τα μεταλλεία έχασαν προσωρινά την αξία τους, όταν η Αθήνα έχασε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Επανήλθαν προσωρινά σε αξιόλογη εκμετάλλευση επί εποχής Λυκούργου κατά τον 4ο αιώνα, ωστόσο η ανακάλυψη νέων μεταλλείων στη Βόρεια Ελλάδα και η αθηναϊκή παρακμή τα έθεσαν στο περιθώριο, με τις μεταλλευτικές δραστηριότητες να διακόπτονται ολοσχερώς τον 2ο αιώνα, αφ’ ενός μεν επειδή η εξόρυξη, φθάνοντας σε βάθη 100 μ., συνάντησε νερό στις στοές, αφ’ ετέρου επειδή οι Ρωμαίοι βρήκαν πολύ δύσκολη και την επεξεργασία του μεταλλεύματος. Τα μεταλλεία παρέμειναν σε αδράνεια μέχρι το 19ο αιώνα μ.Χ.

Το 1860 ο Ανδρέας Κορδέλλας (1836-1909), μεταλλειολόγος γεννημένος στη Σμύρνη με σπουδές στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας επισκέπτεται την περιοχή και διαβλέπει σημαντική οικονομική προοπτική με την ανάτηξη των σκωριών και την επεξεργασία των εκβολάδων. Το 1860 επισκέπτεται, για πρώτη φορά, το Λαύριο και διαπιστώνει τη δυνατότητα εκμετάλλευσης των αρχαίων σκωριών και εκβολάδων. Τις απόψεις του διατυπώνει με εκθέσεις του προς το υπουργείο Οικονομικών, χωρίς να βρει άμεση ανταπόκριση. Έρχεται σε επαφή με τον Τζιανμπατίστα Σερπιέρι (Gianbattista Serpieri, 1832-1897), Ιταλό μεταλλειολόγο, ο οποίος ήδη ασχολείτο με παρόμοιες εργασίες εκμετάλλευσης σκωρίας ρωμαϊκής εποχής ορυχείων στο Κάλιαρι της Σαρδηνίας. Ο Σερπιέρι διαβλέπει επίσης την οικονομική δυνατότητα που του προσφέρει το Λαύριο και, το 1864, ιδρύει την εταιρεία «Roux – Serpieri – Fressynet C.E.» (ή «Hilarion Roux et Cie») εν μέρει με δικά του κεφάλαια αλλά και με συμμετοχή του γαλλικού (έδρα στη Μασσαλία) τραπεζικού οίκου «I. Roux – Fressynet».
Στηριζόμενοι στη μελέτη του Ανδρέα Κορδέλλα, αγοράζουν από την Μονή Πεντέλης και την κοινότητα Κερατέας πάνω από 11.000 στρέμματα στην ευρύτερη περιοχή του Λαυρίου. Ουσιαστικά πρόκειται για την πρώτη μεγάλη εισβολή ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα μας, που έθεσε το πλαίσιο λειτουργίας όλων των επερχόμενων «επενδύσεων»: Παντελής αδιαφορία για το εργατικό δυναμικό και αποικιοκρατική λογική στις σχέσεις του με το ελληνικό κράτος. Η μεγάλη φτώχεια της εποχής οδηγεί ανθρώπους από όλη τη χώρα στο να εργαστούν στους ξένους που «δουλεύουν με μοντέρνα συστήματα».
Πράγματι, η εταιρεία προχωράει σε σημαντικές επενδύσεις, όπως διαμόρφωση της προβλήτας στο λιμάνι του Λαυρίου, διάνοιξη δρόμων κ.λπ., με το συνολικό ποσό που τοποθετεί στην περιοχή να φτάνει τα 15 εκατομμύρια δραχμές, νούμερο τεράστιο για την εποχή. Στην πράξη, όμως, θέτει τις βάσεις μιας οικονομικής αυτοκρατορίας με δομή οργανωμένης αλλά ασύδοτης αποικίας που θα έχει υπηκόους–δούλους και αφεντικά–δυνάστες.
Στην επιφάνεια των τεράστιων αγορασμένων εκτάσεων βρίσκονταν διάσπαρτοι χιλιάδες τόνοι σκωριών και εκβολάδων του λαυρεωτικού υπεδάφους. Δηλαδή «φτωχού μεταλλεύματος» που επειδή από την αρχαιότητα μέχρι τότε δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί, σωριάζονταν σε μεγάλες ποσότητες που δημιουργούσαν ολόκληρους λοφίσκους. Τώρα όμως υπήρχε τρόπος αξιοποίησης αυτού του ανεπεξέργαστου θησαυρού και η εταιρεία προχώρησε στην άμεση εκμετάλλευσή του χωρίς να ενημερώσει το ελληνικό κράτος το οποίο βάσιμα διά των εκπροσώπων του υποστήριζε ότι οι σκουριές ανήκουν στην κυριότητά του, διότι ως προϊόντα ανθρώπινης εργασίας δεν εντάσσονται στον νόμο του 1861 «Περί μεταλλείων», ο οποίος διελάμβανε μόνο τα περί φυσικών μεταλλεί��ν. Εκτός αυτού ο Σερπιέρι είχε αρχίσει να ιδιοποιείται αυθαίρετα τις εκβολάδες, πουλώντας τις καταχρηστικά στην εταιρεία 2 δρχ. τον τόνο εκτός βέβαια του μερίσματος που θα έπαιρνε ως κύριος μέτοχός της.
Αυτό σήμαινε πλήρη καταστρατήγηση του δημοσίου συμφέροντος, διότι οι εκβολάδες δεν είχαν παραχωρηθεί αφού και ο ίδιος ο Σερπιέρι γι’ αυτές δεν έκανε καμιά αναφορά στην αίτησή του. Η ξένη εταιρεία φέρεται αποικιοκρατικά ως πορθητής της Λαυρεωτικής, περιφρονώντας νόμους, αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων και της ελληνικής Βουλής.
Η Εταιρεία δεν είχε καταβάλλει ούτε την εγγύηση των 10 χιλιάδων δραχμών που είχε ορισθεί για την παραχώρηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης και καθυστερούσε τις εισφορές της στο Δημόσιο. Ο Σερπιέρι είχε αναχθεί σε υπερκράτος. Κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει στην περιοχή του Λαυρίου. Τα εργοστάσια τα φύλαγε ο διαβόητος ληστής Κίτσος, αντί σεβαστής μηνιαίας αμοιβής και της εισαγωγής του γιου του στη σχολή της Χωροφυλακής.
Όταν αυτό έγινε αντιληπτό από τον κόσμο άρχισαν οι αντιδράσεις, που κορυφώθηκαν όταν στο «παιχνίδι» μπήκε η αντιπολίτευση του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, η οποία, θέλοντας να φθείρει την κυβέρνηση Κουμουνδούρου, άρχισε να διασπείρει φήμες ότι σε αυτές τις εκβολάδες υπάρχει χρυσάφι το οποίο η κυβέρνηση Κουμουνδούρου έχει παραχωρήσει στους ξένους. Άνθρωποί της μάλιστα περιφέρονταν στην πόλη έχοντας στα χέρια τους μετάλλευμα ανακατεμένο με χρυσόσκονη, πείθοντας σιγά σιγά τον λαό ότι στο Λαύριο βρισκόταν η λύση στα ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα του κράτους.
Μπροστά στην αυξανόμενη πίεση από αντιπολίτευση, κόσμο και εφημερίδες που είχαν μπει στο παιχνίδι, η κυβέρνηση υποβάλλει νομοσχέδιο τον Μάιο του 1871, που αναφέρει ότι οι εκβολές και οι σκωρίες του Λαυρίου θα αποτελούσαν πλέον κρατική περιουσία, διότι όπως προαναφέρθηκε, ως προϊόντα ανθρώπινης εργασίας δεν εντάσσονταν στον νόμο του 1861 «περί μεταλλείων».
Το αυτονόητο αυτό δικαίωμα της χώρας προκάλεσε την άμεση αντίδραση Ιταλίας και Γαλλίας που μέσω των πρεσβευτών τους στην Ελλάδα άρχισαν να εκτοξεύουν απειλές. Οι πιέσεις από το εξωτερικό εντάθηκαν φτάνοντας μέχρι τις άμεσες απειλές της στρατιωτικής επέμβασης για την υπεράσπιση της εταιρείας… Το εθνικό φιλότιμο που εγείρεται κατά της ανεξέλεγκτης λειτουργίας της ξένης εταιρείας δεν έχει τη δύναμη να επιβάλει τον οικονομικό αυτοπροσδιορισμό του λαυριωτικού χώρου. Οι οικονομικοί και πολιτικοί συσχετισμοί είναι αδυσώπητοι. Στις 5 Ιουλίου 1872 οι πρέσβεις της Ιταλίας και της Γαλλίας επιδίδουν διακοίνωση στην ελληνική κυβέρνηση για την προστασία των συμφερόντων της ιταλογαλλικής εταιρείας. Στις 8 Ιουλίου 1872 ο πρωθυπουργός Επαμεινώνδας Δεληγεώργης στην εμπεριστατωμένη έκθεσή του προς το Υπουργικό Συμβούλιο απαντά: «Η εν λόγω εταιρεία καρπούται τον πλούτον του Λαυρείου κυριαρχεί ανθ’ ημών ούτε καν διοικούντων ένθα αυτή υπάρχει… αδικεί και υβρίζει ημάς… δεν υπάρχει αφορμή να κατακρίνωσιν ημάς αλλά μάλλον να εκπλαγώσι διά την ανοχήν μας οι ξένοι και μόνον εις το έθνος απόκειται ήδη να δρίνη, αν η ανοχή αυτή των κυβερνώντων εντελώς δικαιολογείται εκ του δυσκόλου των περιστάσεων».
Η συμβουλευτική πίεση της Ρωσίας, Αγγλίας, Αυστρίας για να δεχθεί η Ελλάδα ξένη διαιτησία απορρίφθηκε απ’ την ελληνική κυβέρνηση ως αρχή ετεροδικίας. Ο ασφυκτικός κλοιός που φτάνει μέχρι την απειλή για άμεση επέμβαση τριών γαλλικών πλοίων που θα επέβαλαν έτσι ή αλλιώς τη θέληση της ξένης εταιρείας με τα τηλεβόλα, αναγκάζει την Ελλάδα να χαμηλώσει τα φτερά της και τελικά να δεχθεί έναν υποτελή συμβιβασμό.
Τον Απρίλιο του 1873 η «Roux – Serpieri – Fressynet C.E.» αγοράζεται απ’ τον εκπρόσωπο της «Τράπεζας Κωνσταντινουπόλεως» Ανδρέα Συγγρό, αντί των 11.500.000 φράγκων, η οποία μετονομάζεται σε «Ελληνική Εταιρεία Μεταλλουργιών Λαυρίου». Το ελληνικό κράτος παραχώρησε στην εταιρεία την εκμετάλλευση των σκωριών και των εκβολάδων του Λαυρίου για 99 χρόνια συμμετέχοντας σε ποσοστό 44% στα καθαρά κέρδη, χωρίς όμως να αφαιρούνται τα πρωτεία, η κυριαρχική θέση στην εκμετάλλευση των μεταλλείων του Λαυρείου απ’ τον Σερπιέρι, ο οποίος ιδρύει το 1876 την «Compagnie Francaise des Mines du Laurium», στην θέση Κυπριανός, με έδρα το Παρίσι.
Στην πράξη δηλαδή οι ξένοι πούλησαν αυτό που ο πολιτικός καιροσκοπισμός και η λαϊκή αφέλεια είχε φτάσει στα ύψη με την ανοχή της εταιρείας, ενώ οι ίδιοι κράτησαν στα χέρια τους το «φιλέτο» των απόλυτων δικαιωμάτων στο πλούσιο υπέδαφος της περιοχής.
Ο Ανδρέας Συγγρός, ζώντας για χρόνια στο εξωτερικό, εισάγει στη χώρα τα καινά δαιμόνια του χρηματιστηρίου σε έναν ανίδεο σε αυτά λαό, που ουσιαστικά ζει σε ένα πλαίσιο ημιφεουδαρχίας. Ο ίδιος σχολιάζει στα απομνημονεύματά του την «νηπιώδην κατάστασην του χρηματοοικονομικού κλάδου» στην Ελλάδα. Ο Συγγρός εκδίδει μετοχές της νέας εταιρείας και διατηρεί τις φήμες περί κοιτασμάτων χρυσού. Τ’ αποτέλεσμα ήταν χιλιάδες Έλληνες, ανεξαρτήτως βαλαντίου, να τρέξουν να αγοράσουν τις μετοχές. Ο κόσμος παρασυρμένος από τη μακροχρόνια φημολογία περί αμύθητων θησαυρών του Λαυρίου, θεωρεί ότι αυτή είναι η ευκαιρία να αλλάξει η ζωή του για πάντα.
Αγοράζει μαζικά μετοχές και παρατηρούνται τα κλασικά φαινόμενα που οδηγούν μαθηματικά σε αυτό που ονομάζουμε σήμερα «φούσκα». Πουλιούνται χωράφια, περιουσίες μετατρέπονται σε χαρτιά, χρήματα βγαίνουν από τα σεντούκια και όλα αυτά χωρίς να υπάρχει καν χρηματιστήριο. Οι συναλλαγές, ελλείψει χρηματιστηρίου, γίνονταν στο (δεν είναι αστείο) πατάρι του καφενείου…«Η ωραία Ελλάς» στη γωνία Ερμού και Αιόλου. Δηλαδή μπορούσε κάποιος να παραγγείλει έναν βαρύ γλυκό ή ένα «υποβρύχιο», μαζί με…20 μετοχές Λαυρίου.
Μετοχές αξίας 200 δρχ. πωλούνταν έως και 310 δραχμές ενώ κανείς δεν ενδιαφερόταν για το αν πράγματι υπήρχαν όλα αυτά τα υποτιθέμενα κοιτάσματα. Ο πλουτισμός και η κερδοσκοπία δεν συνδέθηκαν τότε μόνο με τη μανία για μετοχές αλλά όξυναν και την όσφρηση των πάσης φύσεως κατόχων οικοπέδων και αγροτεμαχίων οι οποίοι οσμίζονταν στην ιδιοκτησία τους την ύπαρξη κρυμμένων πολύτιμων μεταλλευμάτων. «Πέτρες του Θεού θα δώσουμε, βουνά του Θεού θα δώσουμε, λίρες στερλίνες θα πάρουμε!…», αναφωνεί ο Μεγγλίδης, ο ήρωας του σπαρταριστού διηγήματος του Μιχάλη Μητσάκη «Είς Αθηναίος χρυσοθήρας» που διαβάζεται σήμερα ως ρεπορτάζ της εποχής, με τους ευφάνταστους αφελείς Αθηναίους να θυμούνται ξεχασμένα από τους ίδιους και τον Θεό κατσάβραχα και να τα επισκέπτονται μέσα στη νύχτα, να παίρνουν δείγματα από τις πέτρες τους και να φιλοδοξούν να πλουτίσουν μέσα στο ίδιο βράδυ.

Οι επιμελητές έκδοσης των απομνημονευμάτων του Συγγρού, Άλκης Αγγέλου και Μ. – Χ. Χατζηιωάννου, αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Ξαφνικά ένα κοινό ανίδεο από οικονομικά, και το οποίο μπορούσε συνεπώς εύκολα να παρασυρθεί από λογής καιροσκόπους και κερδοσκόπους, εμπλέκεται σε μια δίνη πολυειδών ψευδαισθήσεων με άμετρες προσδοκίες. Ευκολόπιστοι και καλόπιστοι, αλλά και αφελείς οι Αθηναίοι κυρίως, πιστεύουν ότι είναι δυνατόν μια επιχείρηση αμελημένη εντελώς από την αρχαιότητα να τους λύσει το οικονομικό πρόβλημα και να μετατρέψει από τη μια στιγμή στην άλλη τη χώρα τους σε γη επαγγελίας. Χωρίς να λάβουν καν υπόψη τους ότι εκείνος που είχε κινήσει όλη την υπόθεση ήταν ένας ξένος επιχειρηματίας, ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να ταυτίσει τις προσωπικές του επιδιώξεις από την επιχείρηση με τις προσδοκίες των Ελλήνων».
Όπως ήταν φυσικό, αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ. Επειδή, ύστερα από λίγο έγινε φανερό ότι τα κέρδη από τις μετοχές ήταν μικρά, η Βουλή με απόφασή της μείωσε πάρα πολύ το ποσοστό του 44% του Δημοσίου. Η τιμή των μετοχών σημείωσε κατακόρυφη πτώση. Την απότομη άνοδο των τιμών των μετοχών θα ακολουθήσει ακάθεκτη κάθοδος, η οποία και θα οδηγήσει χιλιάδες πολίτες σε οικονομική κατάρρευση. Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο 1873-1875 διπλασιάστηκαν οι πτωχεύσεις. Σύσσωμος ο τύπος θα κατηγορήσει τον Ανδρέα Συγγρό για την οικονομική καταστροφή χιλιάδων πολιτών χαρακτηρίζοντάς τον κερδοσκόπο ενώ δεκάδες γελοιογραφίες και λίβελλοι για το πρόσωπό του θα κατακλύσουν για αρκετό καιρό τις εφημερίδες. Σφοδρή κριτική δέχθηκε και από τον Εμμανουήλ Ροΐδη, ο οποίος είχε χάσει όλη την περιουσία του στο χρηματιστήριο. Αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη μεταφορά πλούτου στην Ελλάδα από τη μεσαία και κατώτερη τάξη στο μεγάλο κεφάλαιο.
Η εξάντληση των σκωριών και των εκβολάδων σήμαινε και την εξάντληση της εταιρείας ενώ η ιταλογαλλική εταιρεία είχε κατορθώσει να της παραχωρηθεί σχεδόν όλο το υπέδαφος της Λαυρεωτικής. Ακριβώς γι’ αυτό το 1917 η ελληνική εταιρεία αναγκάστηκε να κλείσει, το 1930 δε εκποίησε τις εγκαταστάσεις της, αντίθετα με τη ιταλογαλλική που λειτούργησε με λαυρεωτικά μεταλλεύματα μέχρι το 1977.
Οι εργαζόμενοι στα μεταλλεία ήταν ένα άλλο μεγάλο ζήτημα, που αποτύπωνε το εργασιακό καθεστώς της εποχής. Θυμίζουν δουλοπάροικους που έχουν μόνο υποχρεώσεις. Δουλεύουν μέρα–νύχτα σε άθλιες συνθήκες εργασίας, χωρίς κανένα εργασιακό δικαίωμα και χωρίς φυσικά καμία υγειονομική περίθαλψη ή σύνταξη. Όσοι καταφέρνουν να παραμείνουν για μεγάλο διάστημα στις ανήλιαγες στοές, με τον καιρό καθίστανται άχρηστοι για οποιαδήποτε άλλη εργασία και πετιούνται στον δρόμο για να έρθουν οι επόμενοι. Και φυσικά η περιοχή του Λαυρίου κατακλύζεται από ένα σύννεφο μολύβδου, που έχει σαν αποτέλεσμα οι κάτοικοί της να έχουν τα περισσότερα (αναλογικά με τον πληθυσμό) κρούσματα νεοπλασιών των πνευμόνων σε όλη τη χώρα.
Σαν να μην έφτανε η εκμετάλλευση του κόπου τους, η εταιρεία «φροντίζει» να πάρει πίσω τα ελάχιστα χρήματα που τους δίνει. Εισάγει για πρώτη φορά την πληρωμή σε εταιρικό νόμισμα που έχει αντίκρισμα μόνο σε καταστήματα της εταιρείας στην ευρύτερη περιοχή, με αποτέλεσμα και αυτά τα λίγα χρήματα που δίνει στους εργαζόμενους να επιστρέφουν πάλι σε αυτή…
Έγιναν πολλές απεργίες μεταλλωρύχων με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στα μεταλλεία και της διαβίωσης των εργατών. Απεργίες έγιναν στη εταιρεία το 1883, 1887, 1896, 1906, 1910, 1919, 1921, 1929, 1964. Πιο σημαντικές ήταν εκείνες του 1896, του 1906 και του 1929.
Η απεργία του 1896, διαρκεί από τις 8 μέχρι τις 21 Απριλίου του 1896. Η εταιρεία αρνείται να συναντήσει την απεργιακή επιτροπή των εργατών. Τα αιτήματά τους ήταν:
* Αύξηση του μεροκάματου.
* Εξαναγκασμός της εταιρείας να φτιάξει έργα για να μη σκοτώνονται οι εργάτες.
* Κατάργηση της δουλειάς της Κυριακής.
* Να πληρώνονται απ’ ευθείας απ’ την εταιρεία κι όχι από τους εργολάβους.
* Να ιδρυθεί νοσοκομείο και φαρμακείο.
Η εταιρεία αρνείται, και όχι μόνο αυτό, κάποιος εκπρόσωπός της πυροβολεί στο πλήθος. Οι εργάτες Καραφλιάς και Βασιλακόπουλος σκοτώνονται. Οι εργάτες αντιδρούν και επιτίθενται με πέτρες, ξύλα, μεταλλεύματα και σωματική βία. Η σύρραξη πλέον γίνεται ανοιχτή μεταξύ των μεταλλωρύχων και των κρατικών δυνάμεων καταστολής που είχαν καταφθάσει. Η «Εφημερίς» του Κορομηλά γράφει: «Οι χωροφύλακες πυροβολούσι εις τον αέρα, οι εργάται αντιπυροβολούσι, ακούοντας ύβρεις, φωναί, κραυγαί, πίπτουσιν βροχηδόν λίθοι, συνεχίζονται οι πυροβολισμοί και η Καμάριζα φαίνεται ως εις εμπόλεμον κατάστασιν». Ακολουθεί η ανατίναξη των αποθηκών της δυναμίτιδος και του πετρελαίου. «Οι κ. Σερπιέρης, οι μηχανικοί Ραμπού και Σπανζεράλ, καθ’ ων υπήρχε μήνις, ετράπησαν εις φυγήν, μεταφιεσθέντες εις Δωριείς εργάτας».
Τελικά «η τάξις επεβλήθη» με την παρουσία 2 ιλών ιππικού, μίας πυροβολαρχίας κι ενός ευζωνικού τάγματος. Οι δε γαλλικές προξενικές αναφορές, προκειμένου να προστατευθούν οι Γάλλοι υπήκοοι και τα οικονομικά τους συμφέροντα στην περιοχή, κάνουν λόγο για την παρουσία του γαλλικού θωρηκτού «Cosma» στο λιμάνι του Λαυρίου που θα ενίσχυε σε ενδεχόμενη ανάγκη το στρατιωτικό σώμα της Καμάριζας.
Το ίδιο συμβαίνει και στην απεργία του 1906 όπως αναγράφεται και πάλι στις γαλλικές προξενικές αναφορές: «Η απεργία στο Λαύριο συνεχίζεται. Κατόπιν αιτήσεως της διευθύνσεως της εταιρείας παρακάλεσα τον Υπουργό Εσωτερικών ν’ αυξήσει τον αριθμό των στρατευμάτων για να εξασφαλισθεί η ασφάλεια προσώπων και υλικών. Ο Υπουργός Εσωτερικών δέχθηκε παρ’ ότι υπάρχουν στο Λαύριο ήδη 400 στρατιώτες …». Και επιμένουν πάλι να αποσταλεί ένα γαλλικό πλοίο για να ελέγχει την κατάσταση. Απολογισμός: Δύο εργάτες νεκροί, πολλοί τραυματίες, συλλήψεις, δίκες και αύξηση τελικά του μεροκάματου κατά μία πεντάρα.
Η απεργία του 1929 που διήρκεσε 48 ημέρες και είχε σαν αποτέλεσμα τη δολοφονία του μεταλλωρύχου Γ.Δ. Συρίγου, τον τραυματισμό και τη σύλληψη πολλών εργατών, τελειώνει στις 16 Μαρτίου 1929 με νίκη των απεργών. Απελευθερώθηκαν οι κρατούμενοι, ιδρύθηκε ταμείο συντάξεων, το μεροκάματο αυξήθηκε κατά 10%.
Το μαρμάρινο άγαλμα του Σερπιέρι, έργο του γλύπτη Γ. Βρούτου, βρισκόταν στο τέλος της κεντρικής πλατείας του Λαυρίου από το 1899, που έγιναν τα αποκαλυπτήριά του, μέχρι το 1982. Εκείνη τη χρονιά η κρατική τηλεόραση έδειξε μια τηλεοπτική σειρά, «Tα Λαυρεωτικά», που αναφερόταν στις συνθήκες διαβίωσης των μεταλλωρύχων την εποχή του Σερπιέρι (αν και τα «Λαυρεωτικά» ήταν ένα γεγονός που στην ουσία δεν είχε να κάνει με τους εργάτες και τις συνθήκες εργασίας· αυτό ήταν ξεχωριστό ζήτημα), οπότε το άγαλμα περιλούστηκε με μπογιές και απομακρύνθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη. Ξανατοποθετήθηκε αργότερα ξανά στο αρχικό βάθρο του, όπου υπάρχουν τρεις επιγραφές. Μία γραμμένη στα ελληνικά («Ιωάννης Βαπτιστής Σερπιέρης, ζώσαν εκ νεκράς ανέστησε πόλιν και πλούτον από σποδού αυτή εξανέτειλε»), μία στα γαλλικά («Ο Ι. Β. Σερπιέρι από μια παραμελημένη τέφρα ανέσυρε τη λάμψη του μετάλλου και το ψωμί του εργάτη») και μία στα ιταλικά («Στον Ιταλό Ι. Β. Σερπιέρι, η πόλη θέλησε και ξαγρυπνά εδώ»). Η ονομασία του χώρου εξακολουθεί να χρησιμοποιείται σαν σημείο αναφοράς και ακούς πολλούς Λαυριώτες να λένε «στο άγαλμα».

pare-dose.net